Από το περιοδικό «Η ΖΩΗ ΜΑΣ» της Ρωσικής Ένωσης Τυφλών, τεύχος 3, Μάρτιος 1993
Μετάφραση: Ηλίας Αργυρόπουλος, 16 Μαΐου 1993.
Στην πόλη Χάρκoβo, οδός Σούμσκαϊα. Ινστιτούτο Πειραματικής Ιατρικής της Ουκρανίας,
εκπαιδευτήριο-κλινική του καθηγητή Σοκολιάνσκι. Ήσυχη αμέριμνη ζωή. Η σχολική μέρα είναι
προγραμματισμένη μέχρι δευτερόλεπτο, από εδώ μέχρι εκεί. Κάθε άνθρωπος ξυπνώντας,
χιλιοστό με χιλιοστό κατακτά, εύκολα με την πρώτη ματιά, τη σοφία της ζωής. Πώς να
πλένονται, πως να ντύνονται, που να πατήσουν. Τα παιδιά που βρίσκονται εδώ δεν κάνουν
ακόμα ερωτήσεις. Απλώς ζούν, εξοικειώνονται με το περιβάλλον, παλεύουν για τον όχι τόσο
απλό τίτλο «άνθρωπος».
Ο Ιβάν Αφανάσιεβιτς, σκεπτικός, δάγκωνε τον ξύλινο κονδυλοφόρο. Το κρύο βραδινό του
Νοεμβρίου παραφύλαγε σε όλες τις γωνίες του μεγάλου γραφείου, προχωρούσε αργά-αργά
προς το κέντρο βυθίζοντας στο σκοτάδι το τραπέζι, τις καρέκλες, τον καναπέ. Η σιωπή
τρύπωσε από τους άδειους διαδρόμους, στεκόταν πίσω από την πλάτη, γαργαλούσε τα νεύρα.
Ο Σοκολιάνσκι αναστέναξε. Θεέ μου, είναι δυνατόν να ζήσει κανείς όλη τη ζωή του στο
σκοτάδι και τη σιωπή και να μη μετατραπεί σε άγαλμα; άπλωσε το χέρι και άναψε την
επιτραπέζια λάμπα. Το φως άστραψε στα γυαλιά του και έδιωξε το σκοτάδι μαζί με τις
δυσάρεστες σκέψεις. Τώρα τον απασχολούσε η καινούρια μαθήτρια. Ο Σοκολιάνσκι τράβηξε
προς το μέρος του το καφέ ντοσιέ. Στη μέση υπήρχε μιά μαύρη επιγραφή «προσωπική
περίπτωση». Αν πιστέψει κανείς σε αυτό το συνοδευτικό έγγραφο, το κοριτσάκι ήταν από τα
«δύσκολα». Μόνο η δραπέτευση από το σχολείο τι αξίζει! Είναι τελείως τυφλή και κωφή. Ο
Σοκολιάνσκι επίμονα κοιτούσε στο σκοτεινό παράθυρο, σάμπως από εκεί ανάμεσα στα
νυχτερινά νέφη, ήταν το κλειδί που ονομαζόταν «Όλια».
Η λεύκα ανασηκώθηκε στις μύτες, σαν περίεργος έφηβος, γρατζουνούσε με τα κλαδιά της
το τζάμι, προσπαθώντας να λύση το ίδιο αίνιγμα. Ο Σοκολιάνσκι σκούπισε τα θολά γυαλιά,
βούτηξε τον κονδυλοφόρο στη μελάνη, με προσοχή τίναξε τις σταγόνες και συνέχισε να
γράφει, συγκρίνοντας τα γραφόμενα με το περιεχόμενο του ντοσιέ. «Επώνυμο: Σκοροχόντοβα,
Όνομα: «Ολγα, πατρώνυμο Ιβάνοβνα, έτος γεννήσεως 1912».
Παρακάτω υπήρχαν σύντομες πληροφορίες για τους γονείς και το ιστορικό της ασθένειας:
«Ο πατέρας Σκοροχόντοβ Ιβάν σκοτώθηκε το 1919 (δεν αναφέρεται πού) η μητέρα
Σκοροχόντ Μαρία πέθανε από τύφο στη πόλη Χερσόν. Μέχρι να έλθει στην κλινική-
εκπαιδευτήριο, το κοριτσάκι εκπαιδευόταν στο σχολείο για τυφλά παιδιά της Οδησσού.
Τυφλώθηκε σε ηλικία 5 χρονών από μηνιγγίτιδα. Στα επόμενα χρόνια άρχισε σταδιακή μείωση
της ακοής. Λίγο πριν τον ερχομό της στο Χάρκοβ επήλθε τέλεια κώφωση. Η ομιλία είναι κακή.
Είναι πιθανή πλήρης διαταραχή της». Ο Σοκολιάνσκι αφαιρέθηκε από το κείμενο. Αν κρίνομε
από την προφορική αφήγηση του συνοδού, αν δεν κάνω λάθος, του υποδιευθυντή του σχολείου,
έβγαινε ότι η Όλια είναι πολύ ζωηρό παιδί. Η προφορική αφήγηση διέφερε από το επίσημο
έγγραφο.
Ο Ιβάν Αφανάσιεβιτς σηκώθηκε από το τραπέζι και βημάτισε στο δωμάτιο για να
ξεμουδιάσει. Γυρίζοντας στο τραπέζι συμπλήρωσε την ημερομηνία: «19 Νοεμβρίου 1924» και
έβαλε τελεία.
Το ταξίδι της από την Οδησσό στο Χάρκοβο η Όλια το είδε αδιάφορα. Δεν της περνούσε
από το μυαλό ότι αν δεν ήταν εκείνη η προσπάθεια για δραπέτευση θα ζούσε μέχρι τα είκοσί
της στη σχολή τυφλών και μετά στην καλύτερη περίπτωση θα δούλευε ράβοντας κάλτσες. Το
τυφλοκωφό παιδί ήταν ανεπιθύμητο στο σχολείο τυφλών. Στο Συμβούλιο των δασκάλων
αποφάσισαν ότι μέχρι να περάσει η περίοδος προσαρμογής δεν πρέπει να διδαχθεί η Όλια
γράμματα. Ας ζει στο σχολείο και ας συνηθίζει στο νέο περιβάλλον. Η εκπαιδευτική διαδικασία
που προτάθηκε ήταν η παρακάτω: την έμαθαν να στρώνει το κρεβάτι, να τοποθετεί τα
πράγματα σε συγκεκριμένο σημείο και να μην αργεί στην τραπεζαρία. Η παρουσία της στην
τάξη την ώρα του μαθήματος δεν ήταν υποχρ
