1.5. Επικρατέστερες πολιτικές πρωτοβουλίες για την αναπηρία στην Ευρωπαϊκή Ένωση:
Προσπάθειες ορισμού της αναπηρίας στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης:
Στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο ορισμός της αναπηρίας μεταξύ των κρατών – μελών διαφέρει σημαντικά, εξαιτίας των ιδιαίτερων ιστορικών, πολιτισμικών, οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών, που συνοδεύουν την κάθε χώρα. Ως εκ τούτου, ορισμένα κράτη – μέλη υιοθετούν μια εντελώς κοινωνική προσέγγιση, κάποια άλλα μία μερικώς κοινωνική προσέγγιση και τέλος, ορισμένα επικεντρώνονται εν μέρει ή εξ’ ολοκλήρου στις ιατρικές πτυχές της αναπηρίας. Μια μελέτη, που πραγματοποιήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Brunel το 2004, κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ήρθε για να τονίσει ακριβώς αυτή την πολυπλοκότητα του θέματος: «Η εφαρμογή ενός κοινού ορισμού για την αναπηρία στις πολυάριθμες πολιτικές των μελών της ΕΕ, αφενός, θα μπορούσε να υπονομεύσει τους στόχους των πολιτικών και να οδηγήσει τα κράτη σε εσφαλμένη κατεύθυνση. Από την άλλη πλευρά, η χρήση μιας πληθώρας ορισμών ανάλογα με τους στόχους του κάθε κράτους, εγείρει το πρόβλημα της έλλειψης συνοχής μεταξύ των Ευρωπαϊκών πολιτικών για τα άτομα με αναπηρίες» (European Commission, 2004, όπως αναφέρεται από Lecerf, 2017, Σελ. 7).
Υπό το πρίσμα των δυσκολιών, που συναντώνται στην υιοθέτηση ενός κοινού ορισμού σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, το ανωτέρω θέμα παραμένει έως και σήμερα στην αρμοδιότητα των κρατών – μελών. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, η ΕΕ ασπάζεται και χρησιμοποιεί ως κοινό σημείο αναφοράς, τον ορισμό που πρότεινε ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών το 2006: «Ως άτομα με αναπηρίες νοούνται τα άτομα με μακροχρόνιες σωματικές, πνευματικές, διανοητικές ή αισθητηριακές αναπηρίες, οι οποίες σε αλληλεπίδραση με διάφορους άλλους φραγμούς, ενδέχεται να παρεμποδίσουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή τους στην κοινωνία σε ισότιμη βάση με τους άλλους» (άρθρο 1, United Nations 2006, όπως αναφέρεται από Lecerf, 2017, Σελ. 5). Με την επικύρωση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες στα τέλη του 2010, η ΕΕ αποδέχθηκε τον ορισμό που προτάθηκε από τον ΟΗΕ, ο οποίος στηρίζεται στην προσέγγιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και στην αρχή της μη διάκρισης.
Μολονότι, η ΕΕ δεν υποχρεώνει τα κράτη – μέλη να υιοθετήσουν έναν συγκεκριμένο ορισμό για την αναπηρία, θα πρέπει να μπορεί να διασφαλίσει, ότι οι ορισμοί που αναπτύσσονται από τα κράτη – μέλη είναι σύμφωνοι με τις βασικές αρχές της Σύμβασης. Μέχρι σήμερα, η Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες έχει υπογραφεί από 160 χώρες και το Προαιρετικό Πρωτόκολλο από 92 (United Nations, Department of Economic and Social Affairs, Status of Ratifications to the CRPD, 2019). Οι βασικές αρχές που διέπουν τη Σύμβαση είναι οι ακόλουθες: (1) σεβασμός της αξιοπρέπειας, της ατομικής αυτονομίας και της ανεξαρτησίας των ατόμων με αναπηρίες, (2) μη διακριτική μεταχείριση, (3) παροχή δυνατοτήτων πλήρους και αποτελεσματικής συμμετοχής και ένταξης στην κοινωνία, (4) σεβασμός της διαφορετικότητας και αποδοχή της αναπηρίας ως μέρος της ανθρώπινης πολυμορφίας, (5) ισότητα ευκαιριών, (6) διασφάλιση καθολικής προσβασιμότητας, (7) ισότητα μεταξύ των ανδρών και των γυναικών με αναπηρίες, (8) σεβασμός των εξελισσόμενων ικανοτήτων των παιδιών με αναπηρίες και σεβασμός του δικαιώματός τους να διατηρούν την ταυτότητά τους (United Nations, Department of Economic and Social Affairs, Guiding Principles of the Convention, 2019).
Καταγράφοντας τον αριθμό των ατόμων με αναπηρίες στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης:
Λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός, ότι δεν υπάρχει ένας «ενιαίος» ορισμός για την «αναπηρία» στο εσωτερικό της ΕΕ και ότι εντοπίζεται μία μεγάλη ποικιλία στατιστικών ερευνών, που περιλαμβάνουν τη διάσταση της αναπηρίας, μέχρι στιγμής δεν έχει επιτευχθεί η πλήρης στατιστική καταγραφή των ατόμων με αναπηρίες στην Ευρώπη. Παρ’ όλα αυτά, προκειμένου να εκτιμηθεί ο αριθμός των ατόμων με αναπηρίες σε πανευρωπαϊκό επίπεδο και να γίνει κατανοητή η κοινωνική τους κατάσταση, είναι σημαντικό, σύμφωνα με τους ειδικούς, να συλλέγονται δεδομένα, ακόμη και αν είναι δύσκολο για αρχή να δημιουργηθούν ενιαίοι στατιστικοί δείκτες (Lecerf, 2017).
Συχνά, χρησιμοποιώντας διαφορετικούς ορισμούς, οι χώρες καταφέρνουν να φέρουν στο φως κάποια ευρήματα σχετικά με την αναπηρία είτε μέσω της διενέργειας απογραφών είτε μέσω δειγματοληπτικών ερευνών. Επιπρόσθετα δεδομένα, μπορούν να ληφθούν και μέσα από τη χρήση διεθνών ερευνών, στις οποίες οι ερωτώμενοι καλούνται να αξιολογήσουν οι ίδιοι την κατάσταση της υγείας τους. Ωστόσο, η αυτό-αξιολόγηση δεν συνιστά μία εξ’ ορισμού αντικειμενική διαδικασία και ως εκ τούτου, ενδέχεται να αντικατοπτρίζει πολιτισμικές ή νομικές διαφορές. Επιπλέον, συχνά είναι δύσκολο να γίνει διάκριση μεταξύ των διαφόρων προβλημάτων υγείας και της αναπηρίας (Barral & Chiriascescu, 2015, όπως αναφέρεται από Lecerf, 2017, Σελ. 7-8).
Οι ετήσιες Ευρωπαϊκές Στατιστικές Έρευνες για το Εισόδημα και τις Συνθήκες Διαβίωσης (European Union Statistics on Income and Living Conditions – EU-SILC) συνήθως αποτελούν την κύρια βάση δεδομένων για την αναπηρία. Πιο συγκεκριμένα, κάθε χρόνο, η Eurostat δημοσιεύει έναν πίνακα των βασικών δεικτών της έρευνας EU- SILC (κίνδυνος φτώχειας ή / και κοινωνικού αποκλεισμού, υλική στέρηση), όπου χρησιμοποιεί τον Δείκτη Περιορισμού της Συνήθους Δραστηριότητας λόγω προβλημάτων υγείας (Global Activity Limitation Indicator – GALI) ως ένα μέτρο για την εκτίμηση της κατάστασης των ατόμων με αναπηρίες. Στη συνέχεια, η Επιτροπή συνεργάζεται με το Ακαδημαϊκό Δίκτυο Ευρωπαίων Εμπειρογνωμόνων για την Αναπηρία (Academic Network of European Disability Experts – ANED), με σκοπό την ανάλυση των δεδομένων της έρευνας EU-SILC και την έκδοση συγκεκριμένων στοιχείων, που αφορούν τις συνθήκες διαβίωσης των ατόμων με αναπηρίες στα κράτη – μέλη (ANED, 2016, όπως αναφέρεται από Lecerf, 2017, Σελ. 8).
Επιπλέον, στην Έρευνα Εργατικού Δυναμικού (Labour Force Survey) του 2011 εντοπίζεται ειδική ενότητα, που εξετάζει την πρόσβαση των ατόμων με αναπηρίες ηλικίας 15-64 ετών στην αγορά εργασίας σε σύγκριση με τον πληθυσμό χωρίς αναπηρίες. Στην έρευνα αυτή, ως άτομα με αναπηρία υπολογίζονται εκείνα, που ισχυρίζονται ότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην εκτέλεση ορισμένων βασικών δραστηριοτήτων, όπως είναι η όραση, η ακοή, το περπάτημα και η μνημονική ανάκληση (Eurostat, 2015, όπως αναφέρεται από Lecerf, 2017, Σελ. 9).
Μία πιθανή πηγή σχετικών πληροφοριών, θα μπορούσε να είναι και η Ευρωπαϊκή Έρευνα για την Υγεία (European Health Interview Survey – EHIS), που διενεργείται ανά πενταετία μέσω συνεντεύξεων, συλλέγοντας δεδομένα σχετικά με τη λειτουργικότητα και τον περιορισμό της συνήθους δραστηριότητας στο γενικό πληθυσμό, καθώς και πληροφορίες για την ευρύτερη κατάσταση της υγείας, τους καθοριστικούς παράγοντες που διαμορφώνουν την υγεία και τον βαθμό πρόσβασης των πολιτών στην υγειονομική περίθαλψη (European Health Interview Survey, όπως αναφέρεται από Lecerf, 2017, Σελ. 9).
Τέλος, η Ευρωπαϊκή Έρευνα για την Υγεία και την Κοινωνική Ένταξη (European Survey on Health and Social Integration), που διενεργήθηκε για το έτος 2012-2013, κατάφερε να συγκεντρώσει αρκετά στοιχεία σχετικά με τα εμπόδια που αντιμετωπίζουν τα άτομα με προβλήματα υγείας ή δυσκολία στην εκτέλεση ορισμένων βασικών δραστηριοτήτων στην καθημερινή τους ζωή. Η έρευνα αυτή, ενδεχομένως να αποτελεί την πληρέστερη πηγή Ευρωπαϊκής πληροφόρησης σχετικά με τα εμπόδια, που αντιμετωπίζει η συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα (European health and social integration survey, Eurostat, 2015, όπως αναφέρεται από Lecerf, 2017, Σελ. 9).
Παρόλο, που οι έρευνες αποτελούν μία εύφορη πηγή πληροφοριών, δεν συγκεντρώνουν πληροφορίες σχετικά με ορισμένες κοινωνικές ομάδες, όπως είναι τα άτομα που ζουν σε ιδρύματα (κυρίως για τους ηλικιωμένους και παιδιά με αναπηρίες) και τα παιδιά με αναπηρίες που ζουν στο σπίτι (η έρευνα EU-SILC αφορά άτομα άνω των 16 ετών). Προκειμένου να επιτευχθεί η πληρέστερη συλλογή δεδομένων σχετικά με την αναπηρία, η Επιτροπή ελπίζει να καθιερώσει στο μέλλον τον δείκτη GALI (Global Activity Limitation Indicator) ως μια «βασική» μεταβλητή σε όλες τις κοινωνικές έρευνες (Lecerf, 2017).
Σημαντικές Ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την αναπηρία:
Στην ενότητα αυτή, θα προσπαθήσουμε να χαρτογραφήσουμε ορισμένες από τις πιο σημαντικές Ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την προώθηση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες από τη δεκαετία του 1990 έως σήμερα.
Εκκινώντας από τη δεκαετία του 1990, το Ευρωπαϊκό Πρόγραμμα «HORIZON» αποτέλεσε μία από τις πρώτες στρατηγικές ευαισθητοποίησης γύρω από την αναπηρία, που ως βασικό στόχο είχε την ενίσχυση της πρόσβασης των ατόμων με αναπηρίες και άλλων ευάλωτων ομάδων στην εργασία. Ακολούθως, τα Ευρωπαϊκά Προγράμματα «HELIOS I» (1988-1992) και «HELIOS II» (1993-1996) υποστήριξαν την ανταλλαγή πληροφοριών και ορθών πρακτικών μεταξύ των κρατών – μελών της ΕΕ όσον αφορά την οικονομική και κοινωνική ένταξη, την ισότητα ευκαιριών και την ανεξάρτητη διαβίωση των ατόμων με αναπηρίες (όπως αναφέρεται από Lecerf, 2017, Σελ. 15-18).
Το 1996 η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε ανακοίνωση με τίτλο: «Ισότητα Ευκαιριών για τα Άτομα με Αναπηρίες – Μια Νέα Κοινοτική Στρατηγική για την Αναπηρία» («Equality of Opportunity for People with Disabilities – A New Community Disability Strategy»). Η ανακοίνωση αυτή, στηρίχτηκε πάνω στους «Βασικούς Κανόνες για την Εξίσωση των Ευκαιριών των Ατόμων με Αναπηρίες» («Standard Rules on the Equalization of Opportunities for Persons with Disabilities»), που προτάθηκαν από τον ΟΗΕ το 1993 και που συζητήθηκαν στην προηγούμενη ενότητα της εργασίας. Οι κανόνες αυτοί, τόνιζαν τη σημασία των περιβαλλοντικών φραγμών σε σχέση με τους λειτουργικούς περιορισμούς της αναπηρίας και είχαν ως στόχο την επίτευξη της ισότιμης συμμετοχής των αναπήρων σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Ένα χρόνο αργότερα, το άρθρο 13 της Συνθήκης του Άμστερνταμ (1997) δημιούργησε τις πραγματικές βάσεις για την κατασκευή μίας ενιαίας Ευρωπαϊκής στρατηγικής κατά των διακρίσεων. Πιο συγκεκριμένα, τον Νοέμβριο του 2000, το Συμβούλιο εξέδωσε μία λεπτομερή οδηγία για την προώθηση της ισότιμης μεταχείρισης των ατόμων με αναπηρίες στο πεδίο της απασχόλησης και της εργασίας, αναγνωρίζοντας, ότι η αδυναμία παροχής «εύλογης στέγασης» στο χώρο της εργασίας θα μπορούσε να αποτελέσει μία μορφή διάκρισης (όπως αναφέρεται από Lecerf, 2017, Σελ. 15-18).
Το 2001 τα κράτη – μέλη ενέκριναν μία σημαντική οδηγία σχετικά με τις μεταφορές, η οποία υποχρέωνε τους κατασκευαστές των λεωφορείων να παρέχουν πρόσβαση σε άτομα με μειωμένη κινητικότητα. Στη συνέχεια, η κοινοτική πρωτοβουλία «EQUAL» (2000-2006), η οποία συγχρηματοδοτήθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοτικό Ταμείο (ΕΚΤ) και τα κράτη – μέλη, επικεντρώθηκε στην κατασκευή ισχυρών διακρατικών σχεδίων, με στόχο την καταπολέμηση των διακρίσεων σε βάρος των ατόμων με αναπηρίες στην αγορά εργασίας. Λίγα χρόνια αργότερα, το έτος 2003 αφιερώθηκε στα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες («European Year of People with Disabilities» – EYPD). Σκοπός των εκστρατειών, που διεξάγονταν πανευρωπαϊκά καθ’ όλη τη διάρκεια αυτού του χρόνου, ήταν όχι μόνο να ευαισθητοποιήσουν τους πολίτες σχετικά με την αναπηρία, αλλά και να κινητοποιήσουν τα ίδια τα άτομα με αναπηρίες, έτσι ώστε να αναγνωρίσουν τα δικαιώματά τους. Για την ενίσχυση αυτών των πρωτοβουλιών, η ΕΕ διέθεσε συνολικά 12 εκατομμύρια ευρώ, ενώ την ίδια περίοδο, εγκαινίασε ένα νέο «Σχέδιο Δράσης για την Αναπηρία» (2004- 2010), με τίτλο: «Ίσες Ευκαιρίες για τα Άτομα με Αναπηρίες: Ένα Ευρωπαϊκό Σχέδιο Δράσης» («Equal Opportunities for People with Disabilities: A European Action Plan») (όπως αναφέρεται από Lecerf, 2017, Σελ. 15-18).
Το 2010 η Ευρωπαϊκή Ένωση επικύρωσε τη Σύμβαση του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες («Convention on the Rights of Persons with Disabilities» – CRPD) και ακολούθως δημοσίευσε την «Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Αναπηρία 2010- 2020» («European Disability Strategy 2010-2020»), η οποία στηρίζονταν στα δεδομένα του Ευρωπαϊκού Σχεδίου Δράσης (2004-2010) και στις δικαιωματικές πτυχές της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών. Η Ευρωπαϊκή Στρατηγική 2010-2020 σχεδιάστηκε με τέτοιο τρόπο, έτσι ώστε να καλύψει τις ακόλουθες οκτώ κομβικές διαστάσεις: (1) προσβασιμότητα, (2) συμμετοχή, (3) ισότητα, (4) απασχόληση, (5) εκπαίδευση και κατάρτιση, (6) κοινωνική προστασία, (7) υγεία και (8) δράσεις εξωστρέφειας (όπως αναφέρεται από Lecerf, 2017, Σελ. 15-18).
Με αφορμή την Ευρωπαϊκή Στρατηγική για την Αναπηρία 2010-2020, η Επιτροπή εγκαινίασε ορισμένες πρωτοβουλίες και δράσεις, που θεωρούνται κομβικής σημασίας για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες: (1) η 03η Δεκεμβρίου κάθε έτους καθιερώνεται ως Ευρωπαϊκή Ημέρα των Ατόμων με Αναπηρίες, όπου ακολουθείται από σχετική Πανευρωπαϊκή διάσκεψη, (2) οι Ευρωπαϊκές πόλεις ενθαρρύνονται από εδώ και στο εξής να βελτιώσουν την προσβασιμότητά τους μέσα από την απονομή ετήσιων βραβείων, (3) τέθηκε σε πιλοτική εφαρμογή το ευρωπαϊκό σύστημα καρτών αναπηρίας με σκοπό τη διευκόλυνση της κινητικότητας των ατόμων με αναπηρίες στο εσωτερικό της ΕΕ, (4) οι διατάξεις του προγράμματος Erasmus + προάγουν την κινητικότητα των φοιτητών με αναπηρίες, οι οποίοι επωφελούνται επίσης από την οδηγία για τη διασυνοριακή υγειονομική περίθαλψη, (5) η προσβασιμότητα των ατόμων με αναπηρίες στο διαδίκτυο, στα αγαθά και στις υπηρεσίες τόσο του ιδιωτικού όσο και του δημόσιου τομέα από εδώ και στο εξής μετατρέπεται σε ύψιστη προτεραιότητα (Grammenos, 2017).
Το παρόν διάστημα, η Ευρωπαϊκή Ένωση εργάζεται πάνω στην κατασκευή της «Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Αναπηρία 2020-2030», η οποία μεταξύ άλλων περιλαμβάνει μία σειρά από φιλόδοξους στόχους σχετικά με την έμπρακτη εφαρμογή της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες μεταξύ των κρατών – μελών. Σύμφωνα με δεδομένα του European Disability Forum (2017), στο επίκεντρο της νέας στρατηγικής αναμένεται να βρεθούν οι ακόλουθοι τομείς: (1) η ανεξάρτητη διαβίωση, (2) η αύξηση των παρεχόμενων υπηρεσιών στην κοινότητα για άτομα με αναπηρίες, (3) η διασφάλιση της προσβασιμότητας στο εσωτερικό της ΕΕ, (4) η δημιουργία περισσότερων αντιπροσωπευτικών οργανώσεων για τα άτομα με αναπηρίες, (5) η ανάπτυξη εκστρατειών ευαισθητοποίησης σχετικά με τη Σύμβαση και τέλος, (6) η ενεργή παρακολούθηση της υλοποίησης των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης του ΟΗΕ για την αναπηρία (European Disability Forum, 2017).
Πως επηρέασε η επικύρωση της Σύμβασης τα συμβαλλόμενα Ευρωπαϊκά κράτη σε επίπεδο εθνικής πολιτικής;
Σε πρόσφατη μελέτη, που πραγματοποίησαν οι Halvorsen, Hvinden, Bickenbach, Ferri & Rodriguez (2017) προσπάθησαν να διερευνήσουν τον αντίκτυπο της επικύρωσης της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες στο επίπεδο της εθνικής πολιτικής μίας ομάδας οκτώ Ευρωπαϊκών κρατών (πιο συγκεκριμένα στην Τσεχία, τη Γερμανία, την Ιρλανδία, την Ιταλία, τη Νορβηγία, τη Σοηδία, την Ελβετία και το Ηνωμένο Βασίλειο). Οι ερευνητές, μεταξύ άλλων, διαπίστωσαν, ότι η επικύρωση της Σύμβασης λειτούργησε ως μέσο πρόληψης της επιδείνωσης των εθνικών συνθηκών για τα άτομα με αναπηρίες σε περιόδους οικονομικής αβεβαιότητας. Παράλληλα, η Σύμβαση φάνηκε πως χρησίμευσε ως ένα ενιαίο πλαίσιο αναφοράς για τον σχεδιασμό νέων εθνικών πολιτικών, κανονισμών και στρατηγικών. Την ίδια στιγμή, η άσκηση περιοδικών ελέγχων και η ανάγκη για τη προετοιμασία ετήσιων εκθέσεων προς τον ΟΗΕ αναφορικά με την εφαρμογή της Σύμβασης, φαίνεται, πως λειτούργησε «κινητοποιητικά» για τις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες. Τέλος, ύστερα από την επικύρωση της Σύμβασης, παρατηρήθηκε αύξηση των εθνικών δικτύων εκπροσώπησης των ατόμων με αναπηρίες και των σχετικών οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, γεγονός, που με τη σειρά του, ενίσχυσε την ευαισθητοποίηση των πολιτών γύρω από τη διάσταση της αναπηρίας (Halvorsen, Hvinden, Bickenbach, Ferri & Rodriguez, 2017).
