1.4. Η συνεισφορά των Ηνωμένων Εθνών στη διαμόρφωση της κοινωνικής αντίληψης και στη χάραξη νέων πολιτικών για την αναπηρία:
Σκοπός του παρόντος κεφαλαίου, σε ένα πρώτο επίπεδο, είναι να παρέχει μια σύντομη επισκόπηση του έργου των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες από την έναρξη της οργάνωσης το 1945 έως σήμερα. Στη συνέχεια, στόχος μας είναι να εξετάσουμε πότε ενσωματώθηκε η Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες («Convention on the Rights of Persons with Disabilities» – CRPD) από την Ελλάδα, καθώς και το τι θα πρέπει να αναμένουμε σε επίπεδο πολιτικών πρωτοβουλιών, ύστερα από την επικύρωσή της. Μέσα από την ανασκόπηση της υπάρχουσας βιβλιογραφίας, γίνεται κατανοητό, ότι τα Ηνωμένα Έθνη, ήδη από την ίδρυσή τους, αγωνίστηκαν για την προαγωγή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων παγκοσμίως. Η Οικουμενική Διακήρυξη των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων το 1948 ήταν ένα από τα πρώτα βήματα, στην προσπάθεια των Ηνωμένων Εθνών να οικοδομήσουν ασφαλείς, δίκαιες και ισότιμες κοινωνίες (United Nations. Department of Economic and Social Affairs, 2018a).
Προσδιορισμός της αναπηρίας:
Η αναπηρία αποτελεί μία πολύπλοκη, δυναμική και πολυδιάστατη συνθήκη. Η εμπειρία της αναπηρίας, που προκύπτει μεταξύ άλλων μέσα από την αλληλεπίδραση των συνθηκών της υγείας, διάφορων προσωπικών παραγόντων (όπως το φύλο, η ηλικία, η κοινωνικοοικονομική κατάσταση, η σεξουαλικότητα, η εθνικότητα και η πολιτιστική κληρονομιά) και άλλων περιβαλλοντικών παραγόντων, ενδέχεται να ποικίλλει σημαντικά μεταξύ των ανθρώπων, και επομένως, οι γενικεύσεις σχετικά με την «αναπηρία» ή τα «άτομα με αναπηρίες» μπορεί να είναι σε αρκετές περιπτώσεις παραπλανητικές. Ως εκ τούτου και σύμφωνα με την προσέγγιση των Ηνωμένων Εθνών, η διάσταση της αναπηρίας θα πρέπει να αντιμετωπίζεται πάντοτε μέσω μιας ισορροπημένης και ολιστικής προσέγγισης (United Nations. Department of Economic and Social Affairs, 2018a).
Η Διεθνής Ταξινόμηση για τη Λειτουργικότητα, την Αναπηρία και την Υγεία («International Classification of Functioning, Disability and Health» – ICF) περιγράφει την αναπηρία ως έναν λειτουργικό περιορισμό, που προκύπτει μέσα από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στις συνθήκες της υγείας ενός ατόμου και σε ένα σύνολο από προσωπικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες αναγνωρίζει, ότι «η αναπηρία είναι μια εξελισσόμενη έννοια και ότι συνιστά αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ της προσωπικής εμπειρίας της σωματικής βλάβης και ορισμένων περιβαλλοντικών ή συμπεριφοριστικών φραγμών, που εμποδίζουν την πλήρη και αποτελεσματική συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες στην κοινωνία, σε ισότιμη βάση με τους άλλους» (United Nations. Department of Economic and Social Affairs, 2018a).
Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών (ΟΗΕ) ισχυρίζεται, ότι προκειμένου να προσδιοριστεί η επικράτηση της αναπηρίας παγκοσμίως, θα πρέπει πρώτα να θεσπιστεί κάποιο κατώτατο όριο για τη διάκριση μεταξύ των «ατόμων με αναπηρία» και των «ατόμων χωρίς αναπηρία». Ωστόσο, επειδή μέχρι σήμερα δεν έχει κατασκευαστεί κάποιο καθολικό πρότυπο για το όριο αυτό, οι χώρες και οι διεθνείς οργανισμοί τείνουν να προσδιορίζουν τα όρια αυτά κυρίως με βάση τις πολιτικές τους ανάγκες (United Nations. Department of Economic and Social Affairs, 2018a).
Ορόσημα της διαδρομής των Ηνωμένων Εθνών:
Στο συγκεκριμένο σημείο της εργασίας, θα αναφερθούμε στα βασικότερα επιτεύγματα των Ηνωμένων Εθνών στην προσπάθειά τους να προωθήσουν την ισότητα και την ένταξη των ατόμων με αναπηρίες σε όλες τις πτυχές της κοινωνίας και της ανάπτυξης.
Ξεκινώντας από την ίδρυση των Ηνωμένων Εθνών το 1945 διαπιστώνουμε, ότι εκείνη την εποχή κατασκευάστηκε ο ομώνυμος «Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών» («Charter of the United Nations»), ο οποίος προέτρεπε όλα τα κράτη να διασφαλίσουν την ειρήνη, την ασφάλεια, τα ανθρώπινα δικαιώματα και την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη για όλους ανεξαρτήτως τους ανθρώπους. Λίγα χρόνια αργότερα (τη δεκαετία του 1950), το Οικονομικό και Κοινωνικό Συμβούλιο υιοθέτησε τα πρώτα ψηφίσματα, που υποδήλωναν ενός είδους αυξημένη συνειδητοποίηση των κοινωνικών διαστάσεων της αναπηρίας, ενώ το 1969, η «Διακήρυξη για την Κοινωνική Πρόοδο και την Ανάπτυξη» («Declaration on Social Progress and Development») (1969) επιβεβαίωσε τις θεμελιώδεις ελευθερίες και αρχές, που ορίζονταν στο Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και τόνισε την ανάγκη της προστασίας των δικαιωμάτων και της καλής διαβίωσης των ατόμων με αναπηρίες (United Nations. Department of Economic and Social Affairs, 2018b).
Δύο μόλις χρόνια αργότερα, εγκρίθηκε η «Διακήρυξη για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Νοητική Υστέρηση» («Declaration on the Rights of Mentally Retarded Persons») (1971), ακολουθούμενη από ένα δεύτερο έγγραφο για την αναπηρία, τη «Δήλωση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες» («Declaration on the Rights of Disabled Persons») (1975). Οι πρακτικές αυτές, ήταν ορισμένες από τις πρώτες εστιασμένες ενέργειες του ΟΗΕ για την προώθηση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες. Το 1982 δημιουργήθηκε το «Παγκόσμιο Πρόγραμμα Δράσης για τα Άτομα με Αναπηρίες» («World Programme of Action Concerning Disabled Persons»), το οποίο παρείχε ένα προσχέδιο σε όλες τις χώρες, προκειμένου να επιτύχουν την πλήρη και ισότιμη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Μάλιστα, την περίοδο εκείνη, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι πραγματοποιήθηκε και η χαρακτηριστική στροφή του ΟΗΕ στην προσέγγιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μερικές από τις πιο σημαντικές πρωτοβουλίες, που υπογράμμισαν την ανάγκη της πλήρους εκπλήρωσης των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες ήταν η καθιέρωση του
«Διεθνούς Έτους για τα Άτομα με Αναπηρίες» («International Year of Disabled Persons») (1981) και η «Δεκαετία των Ηνωμένων Εθνών για τα Άτομα με Αναπηρίες» («United Nations Decade of Disabled Persons») (1982) (United Nations. Department of Economic and Social Affairs, 2018b).
Περίπου δέκα χρόνια αργότερα (1993), εγκρίθηκαν οι «Βασικοί Κανόνες για την Εξίσωση των Ευκαιριών για τα Άτομα με Αναπηρίες» («Standard Rules on the Equalization of Opportunities for Persons with Disabilities»). Στόχος αυτών των κανόνων ήταν να χρησιμεύσουν ως οδηγός για τη χάραξη νέων πολιτικών, που θα αφορούσαν την άρση των εμποδίων και τη δημιουργία ίσων ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρίες. Παράλληλα, εκείνη την περίοδο, δημιουργήθηκε θέση ειδικού εισηγητή για την αναπηρία στην Επιτροπή Κοινωνικής Ανάπτυξης (1993), ο οποίος επιφορτίστηκε με το έργο της προώθησης και της παρακολούθησης της εφαρμογής αυτών των κανόνων – προτύπων (United Nations. Department of Economic and Social Affairs, 2018b).
Μία επόμενη χαρακτηριστική δράση των Ηνωμένων Εθνών ήταν η υιοθέτηση των Αναπτυξιακών Στόχων της Χιλιετίας («Millennium Development Goals» – MDGs) το 2000. Ωστόσο, οι στόχοι αυτοί, παρόλο που είχαν ως πρωταρχικό μέλημα τη μείωση της φτώχειας και την εξάλειψη των περιθωριοποιημένων κοινωνικών ομάδων, δεν αναφέρονταν ρητά στα άτομα με αναπηρίες. Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, κατασκευάστηκε η «Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες» («Convention on the Rights of Persons with Disabilities» – CRPD), όπου και αποτέλεσε μία λεπτομερή διεθνή συνθήκη για την προώθηση, την προστασία και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών των αναπήρων (United Nations. Department of Economic and Social Affairs, 2018b).
Η Σύμβαση εγκρίθηκε στις 13 Δεκεμβρίου 2006 και ξεκίνησε να ισχύει στις 3 Μαΐου 2008, όπου και αποτέλεσε την πρώτη ολοκληρωμένη συνθήκη του 21ου αιώνα για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρίες. Στα πλαίσια της προαγωγής της Σύμβασης, ο ΟΗΕ καθιέρωσε δύο διεθνείς μηχανισμούς: (α) την «Επιτροπή για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες» («Committee on the Rights of Persons with Disabilities») και τη «Διάσκεψη των Κρατών Μελών» («Member States Conference»). Η Επιτροπή επιφορτίστηκε με το έργο της παρακολούθησης της διασφάλισης των δικαιωμάτων των αναπήρων στα Ηνωμένα Έθνη, ενώ η Διάσκεψη των Κρατών Μελών αποτελεί μέχρι και σήμερα ένα μοναδικό φόρουμ ανταλλαγής ορθών πρακτικών αναφορικά με την εφαρμογή της Σύμβασης (United Nations. Department of Economic and Social Affairs, 2018a).
Το 2013 η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ προσήλθε σε συνεδρίαση υψηλού επιπέδου, προκειμένου να μελετήσει τις ισχυρές συσχετίσεις, που είχαν αρχίσει πλέον να δημιουργούνται, ανάμεσα στη διάσταση της αναπηρίας και στην κοινωνική ανάπτυξη. Στο πλαίσιο αυτό, συγκάλεσε όλους τους αρχηγούς των κρατών και των κυβερνήσεων να δεσμευτούν απέναντι στους «Στόχους της Βιώσιμης Ανάπτυξης» («Sustainable Development Goals» – SDGs), καθώς και σε όλους τους αναπτυξιακούς στόχους, που αφορούσαν τα άτομα με αναπηρίες. Δύο χρόνια αργότερα, η «Ατζέντα του 2030 για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη» («The 2030 Agenda for Sustainable Development») εγκρίθηκε, έχοντας συμπεριλάβει τη διάσταση της αναπηρίας σε τουλάχιστον πέντε συγκεκριμένους στόχους (United Nations. Department of Economic and Social Affairs, 2018b).
Η διάσταση της αναπηρίας στο πλαίσιο των «Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης 2030»:
Στις 25-27 Σεπτεμβρίου 2015 έλαβε χώρα η Σύνοδος Κορυφής των Ηνωμένων Εθνών για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη, όπου η Ατζέντα για τη Βιώσιμη Ανάπτυξη με έτος αναφοράς το 2030 εγκρίθηκε με 193 ψήφους. Οι ιθύνοντες της Συνόδου χαρακτήρισαν αυτήν την πρωτοβουλία ως ένα «καθολικό, ολοκληρωμένο και μετασχηματιστικό όραμα για έναν καλύτερο κόσμο». Όπως θα διαπιστώσουμε στη συνέχεια, η αναπηρία αναφέρεται σε διάφορα τμήματα των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης (ΣΒΑ), που αφορούν την εκπαίδευση, την απασχόληση, την καταπολέμηση των ανισοτήτων, την προσβασιμότητα των ανθρώπινων οικισμών, καθώς και την συστηματική παρακολούθηση της εφαρμογής των Στόχων (United Nations. Department of Economic and Social Affairs, 2015).
Εναργέστερα, ο Στόχος 4 καλεί τα κράτη να διασφαλίσουν την ισότιμη πρόσβαση όλων των μαθητών με αναπηρίες στην εκπαιδευτική διαδικασία μέσα από την οικοδόμηση κατάλληλων περιβαλλόντων μάθησης, καθώς και μέσα από την παροχή της απαραίτητης υλικοτεχνικής υποδομής και φυσικής υποστήριξης. Ακολούθως, ο Στόχος 8 αναφέρεται στην εργασιακή αποκατάσταση των ατόμων με αναπηρίες μέσα από την παροχή ισότιμων ευκαιριών πρόσβασης στην αγορά εργασίας, σε καθεστώτα πλήρους απασχόλησης. Εν συνεχεία, ο Στόχος 10 έρχεται για να συνοψίσει όλες τις παραπάνω επιδιώξεις, επισημαίνοντας ως ρητή προϋπόθεση της βιώσιμης ανάπτυξης τη διασφάλιση της πλήρους κοινωνικής, οικονομικής και πολιτικής συμμετοχής των αναπήρων σε όλους τους τομείς που τους αφορούν (United Nations. Department of Economic and Social Affairs, 2015).
Η δημιουργία προσβάσιμων πόλεων, καθώς και προσιτών και βιώσιμων συστημάτων μεταφορών συνιστούν τα βασικά χαρακτηριστικά του 11ου Στόχου. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, τα άτομα με αναπηρίες θα πρέπει να μπορούν να προσέρχονται σε ασφαλείς και χωρίς αποκλεισμούς, προσιτούς και οικολογικούς δημόσιους χώρους, έτσι ώστε να αυξηθούν έμπρακτα οι ευκαιρίες τους για κοινωνική συμμετοχή, καθώς και η ορατότητά τους. Ολοκληρώνοντας, ο Στόχος 17 στρέφει το ενδιαφέρον μας σε μία κρίσιμη προϋπόθεση για την εφαρμογή όλων όσων αναφέρθηκαν νωρίτερα, που δεν είναι άλλη, από τη συστηματική συλλογή δεδομένων από αρμόδιους εκπροσώπους σχετικά με την πιστή εφαρμογή των Στόχων Βιώσιμης Ανάπτυξης που άπτονται της διάστασης της αναπηρίας (United Nations. Department of Economic and Social Affairs, 2015).
Τι αναμένεται ύστερα από την επικύρωση της Σύμβασης του ΟΗΕ από την Ελλάδα;
Η Σύμβαση συνιστά το αποτέλεσμα δεκαετιών εργασίας του ΟΗΕ πάνω στον μετασχηματισμό των στάσεων και των προσεγγίσεων για την αναπηρία. Μέχρι σήμερα, στη Σύμβαση εντοπίζονται συνολικά 181 συμβαλλόμενα κράτη. Η Ελλάδα υπέγραψε τη Σύμβαση στις 30 Μαρτίου 2007 και προχώρησε στην επικύρωσή της στις 31 Μαΐου 2012. Σε αυτό το σημείο της εργασίας, θα αναφερθούμε στις πιο κομβικές πολιτικές πρωτοβουλίες, στις οποίες αναμένεται να προχωρήσει η Ελλάδα, ύστερα από την επικύρωση (Ν.4074/2012) της Σύμβασης του ΟΗΕ για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες («Convention on the Rights of Persons with Disabilities» – CRPD).
Μία από τις πρώτες δεσμεύσεις της χώρας μας, φαίνεται πως είναι η ανάπτυξη και η εφαρμογή πολιτικών, νόμων και διοικητικών μέτρων για την διασφάλιση των δικαιωμάτων των ατόμων με αναπηρίες, καθώς και η κατάργηση των νόμων, των κανονισμών, των εθίμων και των πρακτικών, που οδηγούν σε διάκριση σε βάρος τους (άρθρο 4). Στη συνέχεια και με δεδομένο το γεγονός, ότι η αλλαγή των υπαρχόντων στάσεων είναι απαραίτητη για τη βελτίωση της κατάστασης των ατόμων με αναπηρίες στην Ελλάδα, η χώρα μας οφείλει να καταπολεμήσει έμπρακτα τα υπάρχοντα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις μέσα από την οργάνωση προγραμμάτων ευαισθητοποίησης για την αναπηρία (άρθρο 8) (United Nations. Department of Economic and Social Affairs. The Convention in Brief, 2019).
Επιπλέον, οι ιθύνοντες στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής θα πρέπει να διασφαλίσουν, ότι τα άτομα με αναπηρίες απολαμβάνουν το εγγενές δικαίωμα τους στη ζωή σε ισότιμη βάση με τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας (άρθρο 10), να εξασφαλίσουν ίσα δικαιώματα για τα κορίτσια και τις γυναίκες με αναπηρίες (άρθρο 6), καθώς και να προστατεύσουν τα παιδιά με αναπηρίες (άρθρο 7, άρθρο 23). Επιπλέον, θα πρέπει να φροντίσουν, έτσι ώστε τα άτομα με αναπηρίες να μπορούν να ζουν ανεξάρτητα στην κοινότητα και έτσι ώστε να έχουν πρόσβαση σε όλες τις διαθέσιμες υπηρεσίες οικιακής και κοινοτικής υποστήριξης (άρθρο 19, άρθρο 20, άρθρο 28) (United Nations. Department of Economic and Social Affairs. The Convention in Brief, 2019).
Την ίδια στιγμή, τα άτομα με αναπηρίες θα πρέπει να μπορούν να απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα νομικής προστασίας (άρθρα 5, 12, 13, 14) και συμμετοχής στην πολιτική και δημόσια ζωή, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος του εκλέγειν και του εκλέγεσθαι (άρθρο 29). Παράλληλα, η Ελλάδα δεσμεύεται να προστατεύει τη σωματική και ψυχική ακεραιότητα των ατόμων με αναπηρίες (άρθρο 17), καθώς και να τα αποδεσμεύει από συνθήκες εκμετάλλευσης, βίας και κατάχρησης (άρθρο 15 & 16) (United Nations. Department of Economic and Social Affairs. The Convention in Brief, 2019).
Όσον αφορά το θεμελιώδες ζήτημα της προσβασιμότητας (άρθρο 9), η Σύμβαση απαιτεί από τις συμβαλλόμενες χώρες να εντοπίσουν και να εξαλείψουν όλα τα σχετικά εμπόδια, εξασφαλίζοντας την πρόσβαση των ατόμων με αναπηρίες στο δομημένο περιβάλλον, τις μεταφορές, τις δημόσιες εγκαταστάσεις και τις υπηρεσίες, καθώς και στις τεχνολογίες πληροφοριών και επικοινωνιών (άρθρο 21). Ταυτόχρονα, η Ελλάδα θα πρέπει να προωθήσει τη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρίες στην πολιτιστική ζωή, την αναψυχή, τον ελεύθερο χρόνο και τον αθλητισμό, διασφαλίζοντας την προσφορά πολιτιστικού υλικού σε προσιτές μορφές (άρθρο 30) (United Nations. Department of Economic and Social Affairs. The Convention in Brief, 2019).
Προκειμένου τα άτομα με αναπηρίες να καταφέρουν να αποκτήσουν το μέγιστο βαθμό των ικανοτήτων και της ανεξαρτησίας τους, η χώρα μας θα πρέπει να είναι σε θέση να τους παρέχει ολοκληρωμένες υπηρεσίες ένταξης και αποκατάστασης στους τομείς της εκπαίδευσης, της απασχόλησης και της υγείας (άρθρο 26) (United Nations. Department of Economic and Social Affairs. The Convention in Brief, 2019).
Όσον αφορά την εκπαιδευτική διαδικασία, η Ελλάδα οφείλει να διασφαλίσει την ισότιμη πρόσβαση των ατόμων με αναπηρίες στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, την επαγγελματική κατάρτιση και τη διά βίου μάθηση. Το εκπαιδευτικό σύστημα θα πρέπει να είναι σε θέση να χρησιμοποιεί τα κατάλληλα υλικά, τεχνικές και μορφές επικοινωνίας. Οι μαθητές με υποστηρικτικές ανάγκες θα πρέπει να λαμβάνουν την απαραίτητη ενίσχυση, ενώ οι τυφλοί και κωφοί μαθητές θα πρέπει να μπορούν να εκπαιδευτούν από εξειδικευμένους δασκάλους στη γραφή Braille και στη νοηματική γλώσσα (άρθρο 24) (United Nations. Department of Economic and Social Affairs. The Convention in Brief, 2019).
Σχετικά με τον το δικαίωμα στην εργασία και στον βιοπορισμό, η Ελλάδα αναλαμβάνει την ευθύνη να εξαλείψει τις διακρίσεις σε θέματα εργασίας, να προωθήσει την επιχειρηματικότητα, την ένταξη των ατόμων με αναπηρίες στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα, καθώς και να εξασφαλίσει, ότι τους παρέχονται ευπρεπείς συνθήκες εργασίας (άρθρο 27). Ταυτόχρονα, θα πρέπει να διασφαλιστεί το δικαίωμα της πρόσβασης των αναπήρων στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο υγείας, χωρίς οι ίδιοι να υπόκεινται σε διακρίσεις (άρθρο 25) (United Nations. Department of Economic and Social Affairs. The Convention in Brief, 2019).
Τέλος και προκειμένου να εξασφαλιστεί η ορθή εφαρμογή της Σύμβασης, η χώρα μας θα πρέπει να ορίσει ένα σημείο αναφοράς στην κυβέρνηση και να δημιουργήσει έναν Εθνικό Μηχανισμό για την προώθηση και την παρακολούθηση αυτής (άρθρο 33). Την ίδια στιγμή, μία Επιτροπή του ΟΗΕ αποτελούμενη από ανεξάρτητους εμπειρογνώμονες, θα αναλαμβάνει περιοδικά τη συλλογή εκθέσεων σχετικά με την πρόοδο που σημειώνει η Ελλάδα στην εφαρμογή της Σύμβασης (άρθρα 34 έως 39) (United Nations. Department of Economic and Social Affairs. The Convention in Brief, 2019).
