Β. Μεθοδολογία:
2.1. Σκοπός της έρευνας:
Η βιβλιογραφική ανασκόπηση που προηγήθηκε, κατέστησε σαφές το γεγονός, ότι η πολιτική διαχείριση της αναπηρίας συνιστά ένα παγκόσμιο πολύ-παραγοντικό εγχείρημα. Διαχρονικά, η διάσταση της αναπηρίας αντιμετωπίστηκε ποικιλοτρόπως από τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής, πάντοτε σε συνάρτηση με το πολιτισμικό – ιστορικό πλαίσιο της εκάστοτε εποχής. Τα τελευταία δέκα χρόνια, η Ελλάδα βιώνει μία από τις μεγαλύτερες οικονομικές και ανθρωπιστικές κρίσεις στην Ιστορία της. Ερευνητές από ολόκληρο τον κόσμο, υποστηρίζουν, ότι σε περιόδους οικονομικής αβεβαιότητας και πολιτικής αστάθειας, οι κρατικές μεταρρυθμίσεις τείνουν να πλήττουν περισσότερο συγκεκριμένες κοινωνικές ομάδες, μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνονται τα άτομα με αναπηρίες και οι οικογένειές τους. Τι συνέβη όμως στην περίπτωση της Ελλάδας; Τι είδους πολιτικές πρωτοβουλίες σχεδιάστηκαν και εφαρμόστηκαν για τη συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα; Σκοπός της παρούσας εργασίας, είναι να διερευνήσει τον τρόπο, με τον οποίο διαμορφώθηκε η κοινωνική πολιτική στον τομέα της αναπηρίας στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης.
Βασικά ερευνητικά ερωτήματα:
I. Ποιες είναι οι πιο σημαντικές μεταρρυθμίσεις στον τομέα της κοινωνικής πολιτικής για την αναπηρία, που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα;
II. Έχουν γίνει προσπάθειες, έτσι ώστε να συμβαδίσει η Ελλάδα με τα σύγχρονα Ευρωπαϊκά πρότυπα πολιτικής διαχείρισης της αναπηρίας;
2.2. Μέθοδος παραγωγής ποιοτικών δεδομένων:
Μολονότι, οι ποιοτικές μέθοδοι δεν θεωρούνται τόσο διαδεδομένες όσο οι ποσοτικές μέθοδοι έρευνας στο πεδίο της κοινωνικής πολιτικής, τις τελευταίες δεκαετίες, έχουν καταφέρει να προσελκύσουν το ενδιαφέρον αρκετών μελετητών ως εργαλείο αξιολόγησης των πολιτικών πρακτικών και προώθησης κοινωνικών μετασχηματισμών. Παρατηρείται, επίσης, ένα αυξανόμενο θεωρητικό ενδιαφέρον για τους ανθρώπους ως ενεργούς κατασκευαστές της βιογραφίας τους και των ενεργειών τους, στο πλαίσιο συγκεκριμένων ιστορικών, κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών πλαισίων (Corden & Millar, 2007).
Ως μέθοδος για τη διερεύνηση των ερευνητικών ερωτημάτων, που αναλύθηκαν νωρίτερα, επιλέχθηκε η μέθοδος των «ημι-δομημένων», «θεματικά εστιασμένων συνεντεύξεων». Η συγκεκριμένη ποιοτική μέθοδος επιλέχθηκε ως πιο «ευέλικτη», καθώς θεωρήθηκε, ότι οι υπό μελέτη πολιτικές πρακτικές, έλαβαν μέρος στο πλαίσιο ενός πολύπλοκου, ιστορικά προσδιορισμένου και μεταβαλλόμενου κοινωνικού πλαισίου, το οποίο και ήταν κρίσιμο να αποτυπωθεί μέσα από τις σε βάθος συνεντεύξεις των συμμετεχόντων (Τσιώλης, 2014).
