ΔΟΓΜΑΤΙΚΟΣ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΡΘΡΩΝ ΤΟΥ ΑΚ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΩΛΗΣΗ
Μια από τις θεμελιώδεις λειτουργίες των σύγχρονων αναπτυγμένων οικονομιών αποτελεί η σύμβαση πώλησης, στην οποία στηρίζεται η κυκλοφορία των οικονομικών αγαθών τόσο στις αστικές όσο και στις εμπορικές συναλλαγές. Το σύγχρονο νομοθετικό πλαίσιο που διέπει την πώληση σε συνδυασμό με τη σύμβαση της Βιέννης για τις διεθνείς πωλήσεις των κινητών (νόμος 2532/1997) και το νόμο 2251/1994 για την προστασία του καταναλωτή ρυθμίζουν τα προβλήματα που ανακύπτουν από τις καθημερινές συναλλαγές και καλούνται να εξισορροπήσουν τα αντιτιθέμενα συμφέροντα των μερών. Η νομική λειτουργία της πώλησης περιορίζεται στη γέννηση μεταξύ των μερών μόνο ενοχικών υποχρεώσεων. Η οικονομική της λειτουργία ολοκληρώνεται με την εκπλήρωση αυτών των ενοχικών υποχρεώσεων, δηλαδή με την κατάρτιση (causa solvendi) ξεχωριστών εκποιητικών δικαιοπραξιών (αρχή του διαχωρισμού) για τη μεταβίβαση του αντικειμένου της πώλησης και την καταβολή του τιμήματος.
Σταθμός στις εξελίξεις του δικαίου της πώλησης αποτελεί η σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών «για τις συμβάσεις διεθνών πωλήσεων κινητών πραγμάτων» και ειδικότερα της «Επιτροπής των Ηνωμένων Εθνών για το διεθνές δίκαιο του εμπορίου» (united nations commission on international trade law – UNCITRAL), που υπογράφηκε στην Βιέννη στις 11/4/1980, τέθηκε σε ισχύ την 1/1/1988 και κυρώθηκε στη χώρα μας με το νόμο 2532/1997. Η εν λόγω σύμβαση αποτέλεσε πρότυπο για την οδηγία 1999/44/ΕΚ «σχετικά με ορισμένες πτυχές της πώλησης και των εγγυήσεων καταναλωτικών αγαθών». Η ενσωμάτωση της οδηγίας αυτής στο ελληνικό δίκαιο έγινε με το νόμο 3043/2002, ο οποίος τροποποιεί το δίκαιο της πώλησης.
Οι διατάξεις του ΑΚ. που αφορούν την πώληση έχουν ευρύτερο πεδίο εφαρμογής από τις αντίστοιχες της οδηγίας 99/44 Ε.Κ., η οποία κι ενσωματώθηκε στις πρώτες. Βρίσκουν εφαρμογή όχι μόνο στις καταναλωτικές πωλήσεις αλλά σε οποιαδήποτε πώληση, ακόμα και στις εμπορικές.
Καινοτομία του ν. 3043/2002 είναι η υποχρέωση του πωλητή να παραδώσει πράγμα χωρίς πραγματικά ελαττώματα και με τις συνομολογημένες ιδιότητες. Έτσι, στο νέο δίκαιο όλες οι βασικές υποχρεώσεις του πωλητή έχουν διαμορφωθεί ως υποχρεώσεις εκπληρώσεως. Επιπλέον σημαντική φαίνεται η επαγωγική προσέγγιση της έννοιας του ελαττώματος στο νέο άρθρο 535 ΑΚ. σε σχέση με την αφηρημένη διατύπωση της ίδιας έννοιας στο παλαιό άρθρο 534 ΑΚ. Κεντρικό σημείο αναφοράς για τον προσδιορισμό της έννοιας του ελαττώματος είναι η ανταπόκριση του πράγματος στη σύμβαση.
Το άρθρο 543 ΑΚ, επιτρέπει για πρώτη φορά τη σώρευση της αξιώσεως αποζημιώσεως με τα άλλα δικαιώματα του αγοραστή (αρ. 540 ΑΚ). Ακόμη, η υποκατάσταση της αναστροφής απ’ την υπαναχώρηση αποτελεί δογματικά σημαντική απόφαση του νέου νομοθέτη, έστω κι αν, σε τελευταία ανάλυση, πρόκειται ουσιαστικά για την ορολογική μόνο εναρμόνιση της ειδικής ευθύνης του πωλητή με τις γενικές διατάξεις της παθολογίας της ενοχής.
Στις διατάξεις για την ευθύνη του πωλητή λόγω ελαττωματικότητας του πράγματος ακολουθείται ένα δυαδικό σύστημα, στο οποίο συντίθενται ή συνδυάζονται περιπτώσεις αντικειμενικής με περιπτώσεις υποκειμενικής ευθύνης. Δηλαδή, οι αξιώσεις των αρ. 540 και 543 εδ. 1 ΑΚ υπάγονται στο σύστημα της αντικειμενικής ευθύνης, ενώ αυτές που απορρέουν από το άρθρο 543 εδ. 2 ΑΚ υπάγονται στο σύστημα της υποκειμενικής ευθύνης. Στην πρώτη περίπτωση ανήκουν οι αξιώσεις για διόρθωση ή αντικατάσταση, μείωση τιμήματος, υπαναχώρηση και αποζημίωση λόγω έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας. Στη δεύτερη περίπτωση (υποκειμενική ευθύνη) υπάγεται η αξίωση αποζημίωσης λόγω ελαττωματικότητας του πράγματος λόγω των διαφοροποιήσεων αυτών, η χρήση των όρων αντικειμενική ή εγγυητική ευθύνη δεν είναι επαρκής. Ορθότερη θα ήταν η χρήση του όρου ειδική ευθύνη του πωλητή, η οποία χαρακτηρίζεται από το σύνολο των αξιώσεων του αγοραστή, που προβλέπουν οι διατάξεις περί πωλήσεως, όταν παραδοθεί πράγμα με πραγματικό ελάττωμα ή χωρίς συνομολογημένες ιδιότητες.
