2. Θεωρητική θεμελίωση
2.1. Δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία στην εργασία
Η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες αποτελεί το πρώτο διεθνές, νομικά δεσμευτικό κείμενο που προστατεύει συνολικά τα δικαιώματα αυτής της κοινωνικής ομάδας (United Nations, 2006). Υιοθετήθηκε από τη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ το 2006 και τέθηκε σε ισχύ το 2008, ενώ στην Ελλάδα κυρώθηκε το 2012, ενσωματώνοντας παράλληλα και τις κατευθύνσεις της Ευρωπαϊκής Στρατηγικής για την Αναπηρία. Στο άρθρο 27 γίνεται ειδική αναφορά στην εργασία και την απασχόληση, όπου γίνεται σαφής θεσμική αναγνώριση του δικαιώματος συμμετοχής στην αγορά εργασίας των ατόμων με αναπηρία ισότιμα με τους υπόλοιπους πολίτες. Το δικαίωμα αυτό δεν αφορά μόνο την τυπική δυνατότητα πρόσβασης σε θέσεις εργασίας, αλλά περιλαμβάνει και την ουσιαστική εξασφάλιση ενός επαγγελματικού περιβάλλοντος που είναι ανοικτό, χωρίς αποκλεισμούς και πλήρως προσβάσιμο. Παράλληλα, δίνεται έμφαση στο δικαίωμα της ελεύθερης επιλογής ή αποδοχής της εργασίας, ώστε τα άτομα με αναπηρία να μπορούν να εξασφαλίζουν το εισόδημά τους μέσα από αξιοπρεπή και δίκαιη απασχόληση. Τα Συμβαλλόμενα Κράτη δεσμεύονται να διασφαλίσουν και να προάγουν την πραγμάτωση του δικαιώματος στην εργασία, ακόμη και για όσους αποκτούν αναπηρία κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής τους πορείας, μέσω κατάλληλων μέτρων, συμπεριλαμβανομένης της νομοθεσίας. Στο πλαίσιο αυτό, τα κράτη καλούνται: να απαγορεύσουν κάθε διάκριση λόγω αναπηρίας σε όλα τα στάδια και τις πτυχές της απασχόλησης· να προστατεύσουν το δικαίωμα των ατόμων με αναπηρίες σε δίκαιες, ευνοϊκές, ασφαλείς και υγιεινές συνθήκες εργασίας, με ίσες ευκαιρίες και αμοιβή για εργασία ίσης αξίας· να διασφαλίσουν την ισότιμη άσκηση εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων· και να εξασφαλίσουν την πρόσβαση σε επαγγελματική καθοδήγηση, κατάρτιση, υπηρεσίες τοποθέτησης και συνεχιζόμενη εκπαίδευση (Aron & Loprest, 2012).
Η σημασία της Σύμβασης έγκειται στο ότι μετακινεί το ζήτημα της αναπηρίας από το παραδοσιακό «ιατροκεντρικό» μοντέλο, που επικεντρώνεται αποκλειστικά στους περιορισμούς του ατόμου, σε μια κοινωνική και δικαιωματική προσέγγιση. Αναγνωρίζεται ότι το βασικό εμπόδιο δεν είναι η αναπηρία καθαυτή, αλλά τα κοινωνικά, θεσμικά και περιβαλλοντικά εμπόδια που δυσχεραίνουν την ισότιμη συμμετοχή. Με αυτόν τον τρόπο, η Σύμβαση θέτει το θεμέλιο για την υλοποίηση πολιτικών που προωθούν την επαγγελματική ένταξη και προάγουν την κοινωνική δικαιοσύνη (United Nations, 2006).
Η Σύμβαση αυτή δεσμεύει τα κράτη-μέλη, μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται και η Ελλάδα, να λαμβάνουν κατάλληλα μέτρα ώστε να διασφαλίζεται η μη διάκριση, η ίση πρόσβαση, η προώθηση της απασχόλησης, η προσαρμογή στον χώρο εργασίας, και η προστασία από καταχρηστικές απολύσεις των ατόμων με αναπηρία. Η Ελλάδα ακολουθεί τις αρχές της Σύμβασης, τις οποίες έχει ενσωματώσει στα άρθρα του Συντάγματος, τα οποία προστατεύουν την εργασία των ατόμων με αναπηρία. Το συνταγματικό πλαίσιο της Ελλάδας κατοχυρώνει θεμελιώδη δικαιώματα που σχετίζονται με την ισότητα, την εργασία και την προστασία των ατόμων με αναπηρία. Συγκεκριμένα, στο άρθρο 4 παρ. 1 ορίζεται πως «Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου», θεμελιώνοντας την αξίωμα της ισότητας ως υποχρέωση του κράτους να μεταχειρίζεται με ισότητα όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από ικανότητες ή χαρακτηριστικά. Το άρθρο 21 παρ. 6 προβλέπει ρητά ότι το κράτος οφείλει να λαμβάνει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ισότιμη συμμετοχή των ατόμων με αναπηρία σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Παράλληλα, το άρθρο 22 παρ. 1 κατοχυρώνει την εργασία ως κοινωνικό δικαίωμα όλων, επισημαίνοντας πως η υποχρέωση του κράτους δεν είναι να προσφέρει εργασία, αλλά να διασφαλίζει το δικαίωμα πρόσβασης σε αυτή. Επιπλέον, στο άρθρο 25 παρ. 1 αναγνωρίζεται ότι η πολιτεία έχει την ευθύνη να προστατεύει και να εγγυάται την πλήρη και ανεμπόδιστη άσκηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στη βάση των αρχών του κράτους δικαίου και του κοινωνικού κράτους. Συμπληρωματικά, τα άτομα με αναπηρία προστατεύονται νομοθετικά από διατάξεις όπως ο Ν. 2643/1998 και οι Ν. 4440/2016 και 4443/2016, με τον τελευταίο να αποτελεί τη βασική νομοθεσία κατά των άμεσων και έμμεσων διακρίσεων στον χώρο της εργασίας και της απασχόλησης. Τέλος, με τον Ν.4359/2016 κυρώθηκε ο Αναθεωρημένος Ευρωπαϊκός Κοινωνικός Χάρτης, που προστατεύει 31 κοινωνικά δικαιώματα, συμπεριλαμβανομένων της απασχόλησης, της επαγγελματικής κατάρτισης και των εργασιακών δικαιωμάτων όλων των πολιτών (Παπακωνσταντίνου, 2019).
Το μέσο στήριξης της Συνθήκης είναι η ευρωπαϊκή στρατηγική για την αναπηρία 2010-2020, στόχος της οποίας είναι η ίση πρόσβαση στην εργασία και την κοινωνία. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει υλοποιήσει ένα σύνολο πρωτοβουλιών, οι οποίες έχουν διαμορφωθεί με στόχο τη διευκόλυνση και την προαγωγή ευκαιριών εργασίας και επαγγελματικής δραστηριοποίησης για τα άτομα με αναπηρία. Αυτά περιλαμβάνουν: απαγόρευση των διακρίσεων στο χώρο εργασίας, εύλογες προσαρμογές, δημόσιες υπηρεσίες απασχόλησης, προσβασιμότητα, οικονομικά κίνητρα και χρηματοδότηση από την ΕΕ και το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (European Parliament, 2020). Το σχέδιο δράσης καλύπτει οκτώ τομείς: προσβασιμότητα, συμμετοχή, ισότητα, απασχόληση, εκπαίδευση, κοινωνική προστασία και ένταξη και υγεία και εξωτερική δράση. Αναφορικά με την απασχόληση, η στρατηγική θέτει ως προτεραιότητα την ενδυνάμωση της συμμετοχής των ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας, όπου σήμερα υποεκπροσωπούνται. Στόχος των δράσεων είναι να επιτρέψουν σε πολύ περισσότερα άτομα με αναπηρία «να κερδίζουν τα προς το ζην» μέσα στην ανοιχτή αγορά εργασίας. (European Parliament, 2020).
