«Οι επαγγελματικές δεξιότητες των ατόμων με αναπηρία» – Διπλωματική Εργασία της Σεργίνη Γεωργίας-Πανεπιστήμιο Μακεδονίας, Π.Μ.Σ. «Επιστήμες της Αγωγής: Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση»- Μέρος 2ο
- Εισαγωγή
1.1. Ορισμός και τύποι αναπηρίας
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (World Health Organization, 2001) ορίζει την αναπηρία με κριτήριο τις βλάβες και τους περιορισμούς που επηρεάζουν τη δραστηριότητα και τη συμμετοχή του ατόμου, που διαμορφώνονται μέσα από την αλληλεπίδραση της υγείας με προσωπικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους. Υπό αυτό το πρίσμα, η αναπηρία νοείται ως κοινωνική κατασκευή. Στον ορισμό αυτό διακριτή κατηγορία αποτελούν οι σοβαρές αναπηρίες, οι οποίες είναι μακροχρόνιες ή μόνιμες καταστάσεις που οδηγούν σε σημαντικό περιορισμό της λειτουργικότητας και της καθημερινής ζωής του ατόμου. Στη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών αναφορικά με τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρίες ορίζεται και η έννοια της αναπηρίας (United Nations, 2006). Ως άτομα με σοβαρές αναπηρίες θεωρούνται εκείνα που υφίστανται μακροχρόνιες σωματικές, ψυχικές, νοητικές ή αισθητηριακές βλάβες, οι οποίες σε συνάρτηση με άλλα εμπόδια, παρεμποδίζουν την πλήρη, αποτελεσματική και ισότιμη συμμετοχή τους στην κοινωνία, χωρίς διακρίσεις (Szmukler, 2017). Σοβαρή θεωρείται μια μορφή αναπηρίας, η οποία διαγιγνώσκεται στο επίπεδο του 67% και άνω και βασίζεται στη γνωμάτευση των επιτροπών διάγνωσης του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας (Lawspot, 2010).
Σύμφωνα με πρόσφατα δεδομένα της Eurostat (2024), οι αναπηρίες στην Ελλάδα συνεχίζουν να αποτελούν ένα σημαντικό κοινωνικό και υγειονομικό ζήτημα. Συγκεκριμένα, περίπου ένας στους δέκα πολίτες ηλικίας άνω των 16 ετών (9,3%) δηλώνει ότι βιώνει σοβαρούς περιορισμούς στην καθημερινή του ζωή εξαιτίας προβλημάτων υγείας. Παράλληλα, σχεδόν ένας στους τέσσερις (24,5%) αναφέρει ότι αντιμετωπίζει ορισμένους αλλά λιγότερο έντονους περιορισμούς, γεγονός που δείχνει ότι ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού επηρεάζεται από ζητήματα υγείας, έστω και σε ηπιότερη μορφή. Όσον αφορά τις διαφορές ανά φύλο, οι γυναίκες εμφανίζουν αυξημένα ποσοστά σοβαρών αναπηριών σε σχέση με τους άνδρες. Αυτό πιθανόν να συνδέεται με κοινωνικούς, βιολογικούς αλλά και οικονομικούς παράγοντες, όπως το μεγαλύτερο προσδόκιμο ζωής των γυναικών και η αυξημένη έκθεσή τους σε χρόνιες παθήσεις στην τρίτη ηλικία (Μaroto, Pettinicchio & Patterson, 2019). Η ηλικία αποτελεί επίσης καθοριστικό παράγοντα: τα υψηλότερα ποσοστά σοβαρών αναπηριών καταγράφονται σε άτομα άνω των 65 ετών. Το εν λόγω εύρημα είναι αναμενόμενο, δεδομένου ότι η γήρανση του πληθυσμού συνοδεύεται συχνά από εμφάνιση χρόνιων ασθενειών και λειτουργικών περιορισμών, τα οποία ασκούν σημαντική επίδραση στην ποιότητα της ζωής και την κοινωνική συμμετοχή των ηλικιωμένων. Συνολικά, τα δεδομένα αυτά δείχνουν ότι η αναπηρία στην Ελλάδα έχει πολυδιάστατο χαρακτήρα, επηρεάζεται από την ηλικία και το φύλο και αναδεικνύει την ανάγκη για στοχευμένες πολιτικές πρόληψης, υγειονομικής φροντίδας και κοινωνικής στήριξης, ιδίως για τις ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού.
Η διάγνωση των αναπηριών στην Ελλάδα πραγματοποιείται μέσω των Κέντρων Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ), τα οποία προβαίνουν σε αξιολόγηση της κατάστασης του ατόμου και αποδίδουν ποσοστό αναπηρίας. Ένα ποσοστό ίσο ή μεγαλύτερο του 67% θεωρείται ότι αντιστοιχεί σε σοβαρή αναπηρία, γεγονός που συνεπάγεται συγκεκριμένα δικαιώματα και παροχές. Αντιθέτως, οι ειδικές μαθησιακές δυσκολίες δεν εντάσσονται σε αυτό το καθεστώς πιστοποίησης, αλλά διερευνώνται και διαγιγνώσκονται μέσα από τα Κέντρα Εκπαιδευτικής και Συμβουλευτικής Υποστήριξης (ΚΕΔΑΣΥ), τα οποία λειτουργούν στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος και παρέχουν εξειδικευμένη αξιολόγηση και στήριξη. Η διαφοροποίηση αυτή αντανακλά τον διαχωρισμό ανάμεσα στη διάσταση της υγείας και στη διάσταση της εκπαίδευσης, με διαφορετικούς φορείς να έχουν την ευθύνη για την κάθε περίπτωση (ΦΕΚ Β’ 1506/04-05-2012).
Όπως αναφέρει το πλαίσιο της Διεθνούς Ταξινόμησης Λειτουργικότητας, Αναπηρίας και Υγείας (ICF) του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), η εκτίμηση της κατάστασης των ατόμων με αναπηρία βασίζεται σε ένα πλαίσιο που εμπερικλείει πολλαπλές διαστάσεις. Σε αυτές εντάσσεται η αξιολόγηση των βιολογικών και σωματικών παραμέτρων, όπως οι κινητικές, ακουστικές και οπτικές λειτουργίες· η αποτίμηση της λειτουργικότητας στην καθημερινή ζωή, με έμφαση στην προσωπική υγιεινή, την αυτοεξυπηρέτηση, την κοινωνική και επαγγελματική ένταξη· η αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιρροών που ενδέχεται να διευκολύνουν ή να περιορίσουν την κοινωνική συμμετοχή και την προσβασιμότητα· η μελέτη προσωπικών χαρακτηριστικών, όπως η ηλικία και το φύλο, τα οποία επηρεάζουν την προσαρμογή και την εμπειρία της αναπηρίας· καθώς και η ανάλυση της δυνατότητας πρόσβασης σε εκπαιδευτικές διαδικασίες και ευκαιρίες δια βίου μάθησης (World Health Organization, 2020).
