4.2.3 Ο ρόλος της υποστηρικτικής τεχνολογίας στην ανάπτυξη επαγγελματικών δεξιοτήτων (Β’ μέρος)
Το 2018 δημοσιεύθηκε μία μετα-ανάλυση μελετών από το 2004 έως το 2016 που διερευνούν την επίδραση της τεχνολογίας (π.χ. βοηθητικές συσκευές, συσκευές prompting, AR) στην απασχολησιμότητα ατόμων με νοητικές και αναπτυξιακές αναπηρίες. Η τεχνολογία αποδείχθηκε ιδιαίτερα αποτελεσματική στην ενίσχυση των επαγγελματικών δεξιοτήτων και της απασχολησιμότητας ατόμων με νοητικές και αναπτυξιακές αναπηρίες. Η χρήση της φαίνεται να διευκολύνει, να ενισχύει και να επεκτείνει τις λειτουργικές τους ικανότητες, παρέχοντας εργαλεία που υποστηρίζουν την καθημερινή τους δραστηριότητα και την ανάπτυξη δεξιοτήτων σημαντικών για την εργασία. Η επίδραση της τεχνολογίας διαφοροποιείται ανάλογα με το επίπεδο της αναπηρίας. Τα άτομα με ήπια έως μέτρια αναπηρία παρουσιάζουν σαφώς καλύτερα αποτελέσματα στη χρήση τεχνολογικών εργαλείων σε σχέση με εκείνα με σοβαρή ή βαριά αναπηρία. Αυτό πιθανότατα οφείλεται στο γεγονός ότι οι σύγχρονες γνωστικές τεχνολογίες συχνά απαιτούν δεξιότητες που τα άτομα με πιο σοβαρή αναπηρία δυσκολεύονται να αναπτύξουν, όπως πολύπλοκη αλληλεπίδραση ή συντονισμό πολλαπλών αισθήσεων. Ο ρόλος των χαρακτηριστικών καθολικού σχεδιασμού αναδεικνύεται καθοριστικός για την αποτελεσματικότητα των παρεμβάσεων. Όταν οι τεχνολογίες ενσωματώνουν αρχές καθολικού σχεδιασμού, όπως ευελιξία στη χρήση, απλότητα και ευκολία κατανόησης, καθώς και αντιληπτή πληροφόρηση, τα αποτελέσματα είναι σαφώς πιο θετικά. Τα σύγχρονα τεχνολογικά εργαλεία, όπως τα tablets και τα smartphones, φαίνεται να διευκολύνουν την πρόσβαση καθώς προσφέρουν πολλαπλούς τρόπους παρουσίασης πληροφοριών, οπτικούς, λεκτικούς και απτικούς, προσαρμοσμένους στις ανάγκες των χρηστών. Ωστόσο, διαπιστώνονται κάποιες αλλαγές σε σχέση με προηγούμενες μελέτες. Ορισμένα χαρακτηριστικά καθολικού σχεδιασμού, όπως η αντιληπτή πληροφόρηση, εμφανίζονται λιγότερο συχνά, ενώ άλλα, όπως η χαμηλή σωματική ή γνωστική προσπάθεια, απουσιάζουν πλήρως από νεότερα δείγματα. Αυτό μπορεί να ερμηνευτεί ως συνέπεια της χρήσης πιο «υψηλής τεχνολογίας» εργαλείων που απαιτούν μεγαλύτερη αλληλεπίδραση από τον χρήστη. Η μελέτη αντιμετώπισε ορισμένους περιορισμούς. Ο αριθμός των ερευνών ήταν σχετικά μικρός, και τα περιβάλλοντα εργασίας διέφεραν σημαντικά, καθώς κάποιες μελέτες διεξήχθησαν σε προσομοιωμένα περιβάλλοντα και άλλες σε πραγματικές συνθήκες, δυσκολεύοντας τη γενίκευση των αποτελεσμάτων. Επιπλέον, η αντικειμενική αξιολόγηση της ενσωμάτωσης αρχών καθολικού σχεδιασμού παραμένει δύσκολη. Συνολικά, η εφαρμοσμένη γνωστική τεχνολογία φαίνεται να έχει θετική
και ουσιαστική συμβολή στην ανάπτυξη επαγγελματικών δεξιοτήτων και στην ενίσχυση της απασχολησιμότητας των ατόμων με νοητικές και αναπτυξιακές αναπηρίες. Η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται από το επίπεδο της αναπηρίας και από το κατά πόσο η τεχνολογία ενσωματώνει αρχές καθολικού σχεδιασμού, ενώ ταυτόχρονα απαιτείται περαιτέρω έρευνα με πιο σύνθετα και προσαρμοσμένα πειραματικά σχέδια.
