Ιστορία και μέθοδοι εκπαίδευσης
Μετάφραση Τουτούλης Ηλίας
Φιλολογική επιμέλεια Ρίτσα Νεντή
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Η έννοια της τυφλότητας
Οι όροι «ανάπηρος όρασης» και «αναπηρία της όρασης» προσφέρονται στις πιο διαφορετικές ερμηνείες, τόσο όσον αφορά τα όρια και την φυσική έκταση του αισθητηριακού γεγονότος, όσον αφορά επίσης το ψυχολογικό κοινωνιολογικό και σχολικό περιεχόμενο του ιδίου γεγονότος. Το πρόβλημα μπορεί να θεωρηθεί κάθε φορά και από διαφορετική σκοπιά ή από μια άποψη στενά νομική , δίδοντας χώρο στην νομική έννοια της τυφλότητας, ή σε μία σχολική άποψη, προσδιορίζοντας τον ορισμό μίας διαφοροποιημένης μεθοδολογίας, ή τέλος από μία κοινωνική άποψη, αναδεικνύοντας μια σύνθετη σειρά προβλημάτων σχετικών με την ένταξη του τυφλού στην παραγωγική ζωή της κοινωνίας, στο πολιτιστικό, οικονομικό και πολιτικό πλαίσιο αυτής.
Από τις προηγούμενες παρατηρήσεις συνεπάγεται άμεσα η δυνατότητα να δοθεί στην αναπηρία της όρασης μια διαφορετική ερμηνεία ανάλογα με τις πλευρές που απορρέουν απ΄ αυτή και σε σχέση με τους ειδικούς λόγους που ζητείται και διατυπώνεται ο ορισμός.
Θα πρέπει επί πλέον να παρατηρήσουμε ότι η έννοια της αναπηρίας της όρασης στη γενική της διατύπωση είναι στενά συνδεδεμένη με την εξέλιξη της κοινωνίας, τις οικονομικές και κοινωνικές της δομές και ιδιαίτερα στα τεχνικά δεδομένα που καθορίζουν, σε πρακτικό επίπεδο, τις ατομικές επιδόσεις για τις οποίες απαιτούνται ορισμένες αισθητηριακές συνθήκες. Σε μια κοινωνία αγροτικού τύπου, π.x. με περιορισμένους κύκλους παραγωγής και με πρωτόγονες τεχνολογικές εφαρμογές, οι απαιτήσεις αισθητηριακών αποδόσεων προσδιορίζονται από παρεμβάσεις που μπορούν να πραγματοποιηθούν ακόμη και σε συνθήκες πολύ μεγάλου περιορισμού της όρασης: έτσι που η παρουσία του αναπήρου της όρασης που διατηρεί ένα ορισμένο υπόλοιπο οπτικής λειτουργίας να περνά απαρατήρητη, έχοντας ο ίδιος ο ανάπηρος την δυνατότητα να προσφέρει με ικανοποιητική αξιοπιστία το έργο του και κατά συνέπεια να ενταχθεί στο κοινωνικό του περιβάλλον χωρίς να προκαλεί προβλήματα ένταξης και απαίτησης προσαρμογής των τεχνικών μέσων που αφορούν την παραγωγή.
Έτσι η έννοια της αναπηρίας της όρασης άρχισε σταδιακά να επεκτείνεται παράλληλα με την αύξηση των απαιτήσεων για μεγαλύτερες τεχνικές αποδόσεις και με την ανάπτυξη της βασικής εκπαίδευσης και την εξάλειψη του φαινομένου του αναλφαβητισμού. Μπορούμε να πούμε ότι η επέκταση της υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης έκανε εμφανές το πρόβλημα των αναπήρων της όρασης εισάγοντας, κοντά σ΄ εκείνους που είναι εντελώς τυφλοί, την μεγάλη ομάδα εκείνων των ατόμων τα οποία διατηρούν ένα υπόλοιπο οπτικής λειτουργίας χρήσιμο στην προσωπική τους αυτονομία, δεν είναι όμως σε θέση να αξιοποιήσουν την αισθητηριακή λειτουργία για τους σκοπούς του σχολείου και φανερώνουν με σαφήνεια το πρόβλημα των διαφοροποιημένων μεθοδολογικών
επεμβάσεων για να μπορέσουν να ακολουθήσουν επιτυχώς μια διαδικασία πολιτιστικής εκπαίδευσης, ανάπτυξη της προσωπικότητας σύμφωνα με τις κοινωνικές απαιτήσεις, και πάνω απ΄όλα ένα ειδικό προσανατολισμό στάσεων. Το πρόβλημα, κατά συνέπεια, της αξιολόγησης του φαινομένου της τυφλότητας σε κοινωνικό επίπεδο τοποθέτησε στις αρχές του αιώνα μας ως ένα πρόβλημα προσδιορισμού των ορίων εντός των οποίων θα μπορούσε να περιγραφεί ο νομικός ορισμός της τυφλότητας. Εν τούτοις, μόνο πρόσφατα φθάσαμε σε ένα τέτοιο ορισμό, όταν στο εντεταλμένο νομοθέτη για την σύνταξη ενός προστατευτικού νομοθετήματος αποκατάστασης των αναπήρων της όρασης και της ένταξης τους στην κοινωνία, ετίθετο με απόλυτη σπουδή η αναγκαιότητα να οριστεί η έννοια της τυφλότητας με σκοπό την εφαρμογή των νομοθετικών διατάξεων. Το ίδιο Ν.Δ. 31.12.1923, αριθ. 3126 που θεσμοθετούσε την επέκταση της υποχρεωτικής σχολικής εκπαίδευσης και στα τυφλά παιδιά, δεν διατυπώνει κάποιον ορισμό της τυφλότητας, περιοριζόμενο να κατοχυρώσει γενικά την επέκταση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης στους «εκπαιδεύσιμους τυφλούς» αφήνοντας ωστόσο στην διάκριση των οργάνων εφαρμογής του νόμου τον προσδιορισμό των ορίων της αναπηρίας τα οποία υπονοούνται με τον γενικό όρο «τυφλότητα».
Οι διευθυντές των ινστιτούτων για τυφλούς και τα περιφερειακά και κεντρικά όργανα σχολικού ελέγχου, καθώς επίσης οι αρμόδιες διοικητικές αρχές που έχουν αναλάβει την οικονομική υποστήριξη των ινστιτούτων εκπαίδευσης των τυφλών παιδιών, προσπάθησαν να ερμηνεύσουν μάλλον διασταλτικά την έννοια της τυφλότητας περικλείοντας σ΄ αυτήν και εκείνη της αναπηρίας της όρασης: κατ΄ αυτό τον τρόπο τα ινστιτούτα για τους τυφλούς, μετασχηματισθέντα σε εκπαιδευτικούς φορείς με διαδοχικά διατάγματα από το 1924 μέχρι το 1930, υποδέχτηκαν, μαζί και κοντά στα εντελώς τυφλά, και τα παιδιά με βαριά αναπηρία της όρασης, τα οποία εν τούτοις δεν μπορούσαν, με μία αυστηρή ερμηνεία του όρου, να χαρακτηριστούν τυφλά.
Μερικά νομοθετικά μέτρα που πάρθηκαν από το 1950 και εφ΄ εξής, και τα οποία έχοντας ως σκοπό να κατοχυρώσουν όπως έχουμε πει το ατομικό δικαίωμα επωφελούς αξιοποίησης ειδικών ευεργετημάτων, προσανατολίζονταν προς τον νομικό ορισμό της τυφλότητας επεκτείνοντας του την έννοια προς την βαριά αναπηρία της όρασης μέχρι το ένα δέκατο της υπολειπόμενης οπτικής λειτουργίας. Έτσι καθοριζόταν από το Ν.Δ. 26.9.1947, αρ.1047 που προσδιόριζε το έργο και τις αρμοδιότητες της Ένωσης Τυφλών Ιταλίας, έτσι συμπεριφερόταν ο νομοθέτης με τον Νόμο 9.8.1954, αρ.632, που θεσμοθετούσε το Εθνικό Ίδρυμα Τυφλών Πολιτών, φορέας για την διανομή των συντάξεων σε τυφλούς που έχουν ανάγκη και είναι ανίκανοι προς εργασία, τέλος έτσι θεσπιζόταν στους διάφορους νόμους για την τοποθέτηση σε θέσεις εργασίας τυφλών τηλεφωνητών και μασέρ-φυσιοθεραπευτών, μέχρι τον πιο πρόσφατο νόμο της 29 Σεπτεμβρίου 1967, αρ.946, που επεκτείνει στους τυφλούς καθηγητές το δικαίωμα διδασκαλίας μαθημάτων φιλολογικής και επιστημονικής κατεύθυνσης στα σχολεία μέσης εκπαίδευσης πρώτου βαθμού. Μπορούμε κατά συνέπεια να διαπιστώσουμε σήμερα ότι στην Ιταλία θεωρείται «τυφλός» ο πολίτης που έχει πληγεί από ολική τύφλωση ή από αναπηρία της όρασης μέχρι το ένα δέκατο υπόλοιπου οπτικής λειτουργίας. Φυσικά ο νομικός ορισμός της τυφλότητας περιορίζεται στο να διασφαλίσει μία αντικειμενική εφαρμογή των προστατευτικών νόμων, χωρίς ωστόσο να επιδρά στην σημασία που έχει η απαπηρία έναντι της διαδικασίας διαμόρφωσης της προσωπικότητας, της μεθοδολογίας που εφαρμόζεται στο σχολείο, της πραγματοποίησης της κοινωνικής ένταξης και της επίτευξης της ατομικής αυτονομίας. Αυτά είναι προβλήματα, που απαιτούν μια ειδική αξιολόγηση, καθορίζοντας μια επιλογή κριτηρίων για κάθε ξεχωριστό τομέα εφαρμογής της έννοιας της αναπηρίας της όρασης: τομείς που υποχρεωτικά πρέπει να εξεταστούν χωριστά, αν θέλει κανείς να αποφύγει τον κίνδυνο να προκαλέσει μια τρομερή σύγχυση ιδεών και μια ανεδαφική διερεύνηση των λύσεων, που θα πρέπει να αναζητηθούν πρώτα απ΄ όλα σε σχολικό και παιδαγωγικό επίπεδο, για το σύνθετο αυτό πρόβλημα.
Παιδαγωγική αξιολόγηση της έννοιας της τυφλότητας
Από αυτά που αναφέραμε προηγουμένως, μπορούμε να κάνουμε μερικές παρατηρήσεις σχετικά με την παιδαγωγική αξιολόγηση του φαινομένου της τυφλότητας τόσο όσον αφορά την μεθοδολογική διάθρωση, όσο και την σχολική οργάνωση και την προσχολική εκπαιδευτική επέμβαση με σκοπό την εξάλειψη ή την πρόληψη των δευτερογενών αποτελεσμάτων της αναπηρίας της όρασης
Το φαινόμενο των δευτερογενών αποτελεσμάτων της αναπηρίας της όρασης, μέχρι τώρα σχεδόν εντελώς παραθεωρημένο στην Ιταλία, είχε σε μερικές χώρες του εξωτερικού, βλέπε Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, Ομοσπονδιακή Γερμανία, Αγγλία κ.τ.λ, μια διερεύνηση πολύ προσεκτική, απ΄ αυτή αποδείχτηκε ότι ακριβώς κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής το τυφλό παιδί οργανώνει τύπους συμπεριφοράς, σωματικά σχήματα, κινητικές αντιδράσεις και ανώμαλες σωματικές στάσεις από τις οποίες πολύ δύσκολα θα μπορέσει να απελευθερωθεί κατά τις επόμενες φάσεις της ψυχικής εξέλιξης και που συχνά επανεμφανίζονται κατά την στιγμή της οριστικής διάθρωσης της ατομικής του προσωπικότητας.
Η περίοδος της προσχολικής οικογενειακής ζωής, και ιδιαίτερα εκείνη που αρχίζει από την γέννηση μέχρι την ηλικία των τριών ετών, έχει σπουδαία σημασία για τους σκοπούς μιας επαρκούς οργάνωσης της εκπαιδευτικής διαδικασίας που ανατίθεται στο σχολείο: δεν εννοείται ωστόσο μια σχολική οργάνωση που να μην προϋποθέτει ως ουσιαστική στιγμή της μια παιδαγωγική επέμβαση που να προσανατολίζει την δραστηριότητα των οικογενειών και να οργανώνει αστραπιαία την αποκατάσταση της ομαλότητας των σχέσεων με το ανάπηρο παιδί. Κατά συνέπεια η οργάνωση μιας παιδαγωγικής επέμβασης σε προσχολικό επίπεδο, έτσι όπως ο καθορισμός μιας διαφοροποιημένης μεθοδολογίας, προβλέποντας την ειδική δομή σε σχέση με το καθορισμένο γεγονός από μια αισθητηριακή έλλειψη, θα πρέπει να είναι σαφώς προσανατολισμένα στην φύση και στα όρια αυτού του ιδίου γεγονότος. Δεν είναι δυνατόν να γίνει λόγος για παιδαγωγική επέμβαση σε σχέση με την παρουσία της τυφλότητας, χωρίς να προσδιορίσουμε ακριβώς την έκταση και την σοβαρότητα της έννοιας της τυφλότητας. Διαφορετική είναι η στάση των γονιών, της οικογένειας, της κοινωνικής ομάδας έναντι του παιδιού με υπόλοιπο οπτικής λειτουργίας – που κινείται ελεύθερα μόνο του, που προσεγγίζει αυθόρμητα και επιτυχώς με δική του πρωτοβουλία την πραγματικότητα, που μιλά και κατανοεί το λεξιλόγιο όλων, που έχει μια αναπαράσταση του περιβάλλοντος κόσμου προσιτή στο κοινωνικό περιβάλλον και για την οποία μπορεί να εκφράσει αξιόπιστα μια προσωπική άποψη – από εκείνο των γονιών, της οικογένειας και της κοινωνικής ομάδας του εντελώς τυφλού παιδιού, που σταδιακά περιορίζει την αυτονομία του έναντι του περιβάλλοντος, και που δεν καταφέρνει να οργανώσει ένα έγκυρο σωματικό σχήμα, που δεν μπορεί να κατανοήσει ουσιαστικά το λεξιλόγιο των γύρω του και που ωστόσο είναι υποχρεωμένο να αφομοιώσει τις λέξεις, να συσσωρεύσει αναμνήσεις χωρίς στις λέξεις και στις αναμνήσεις να αντιστοιχούν εμπειρίες συγκεκριμένων εικόνων.
Δύο καταστάσεις εκ διαμέτρου αντίθετες για τις οποίες στο επίπεδο μιας προσχολικής παιδαγωγικής επέμβασης, όπως επίσης έναντι μιας μεθοδολογικής σχολικής οργάνωσης, οι απαιτούμενες τεχνικές είναι εντελώς διαφορετικές. Συχνά είναι αρκετή η παρουσία μιας αμυδρής υπόλοιπης οπτικής λειτουργίας για να αντιστρέψει την στάση του περιβάλλοντος έναντι του ανάπηρου παιδιού: το υπόλοιπο της όρασης θεωρείται πάντα από τους γονείς και από τους οικείους πιο σημαντικό από αυτό που είναι στην πραγματικότητα, τείνοντας αναπόφευκτα προς την άρνηση, ακριβώς για εκείνο το αμυδρό υπόλοιπο, της ύπαρξης της αναπηρίας. Ενώ από την μια μεριά το ανάπηρο παιδί κατά την όραση στο οποίο μένει η δυνατότητα να επωφεληθεί από ένα υπόλοιπο οπτικής λειτουργίας διατρέχει τον κίνδυνο να μην γίνουν κατανοητές επαρκώς οι πραγματικές του ανάγκες, να μην βοηθηθεί κατά την διαδικασία απόκτησης και επεξεργασίας των γνώσεων, εν τούτοις μπορεί να υπολογίζει σε μια κοινωνική-περιβαλλοντική σχέση πολύ κοντά στην κανονική, κατάσταση που συχνά έστω και ασυνείδητα δεν αναγνωρίζεται στο εντελώς τυφλό παιδί ακριβώς λόγω της δυσκολίας που συναντά στο να οργανώσει μια αποτελεσματική κατανοητή σχέση με το περιβάλλον. Η υπερπροστατευτική στάση της οικογένειας και της κοινωνίας έχει πάνω στο τυφλό παιδί μια καθοριστική επιρροή, όχι μόνο έναντι της εξέλιξης της συναισθηματικής ζωής, αλλά επίσης και στην διάθρωση κινητικών – νοητικών συμπεριφορών που σε τελευταία ανάλυση μεταφράζονται σε μια ελλειπή προσωπικότητα στο επίπεδο της κοινωνικής προσαρμογής.
Η αναπηρία της όρασης εκλαμβάνεται άμεσα, μόλις γίνει γνωστή στον οικογενειακό πυρήνα, ως ένα γεγονός μεγάλου συναισθηματικού αποπροσανατολισμού και σοβαρής διαταραχής της ίδιας της οικογενειακής ισορροπίας. Το φαινόμενο της τυφλότητας όταν συνοδεύει το παιδί από τη στιγμή που αυτό κάνει την εμφάνιση του στην οικογένεια και κατά συνέπεια γίνεται σαφές ότι πρόκειται για μια εκ γενετής ανωμαλία, αντανακλάται στην ψυχή των γονιών, δίνοντας το έναυσμα για την δημιουργία ενός, περισσότερο ή λιγότερο συνειδητού, συναισθήματος ενοχής, συναισθήματος που θέτοντας σε κίνηση μια ενστικτώδη στάση άμυνας, απωθείται αναπόφευκτα από τον ένα σύζυγο στον άλλο. Καθορίζεται κατ΄ αυτό τον τρόπο η δημιουργία μιας αρνητικής συνείδησης έναντι της αναπηρίας, η οποία απορρίπτεται όχι μόνο στο κοινωνικό επίπεδο, αλλά επίσης και στο ψυχικό επίπεδο. Η απόρριψη της αναπηρίας οδηγεί στην απόρριψη του αναπήρου ως τέτοιου και στην αναζήτηση μιας ασυνήθιστης και ερεθιστικής σχέσης έναντι του παιδιού. Τις περισσότερες φορές δημιουργείται μια σχέση υπερπροστασίας που οργανώνει ένα δεσμό μητέρας – παιδιού πάνω στον τύπο της απόλυτης εξάρτησης κατά το πρώτο έτος της ζωής και η οποία ανθίσταται στην κανονική εξέλιξη της διαδικασίας της κατάκτησης της αυτονομίας του ίδιου του παιδιού. Κατ΄ αυτό τον τρόπο παριστάμεθα στο φαινόμενο της άρνησης της ανάπτυξης: Ο μικρός τυφλός ανθίσταται ενεργητικά στα ερεθίσματα του περιβάλλοντος για μια αυτόνομη ζωή όσον αφορά την κινητικότητα, αρνείται να έρθει σε επαφή με την περιβάλλουσα πραγματικότητα, προτιμώντας να την αποκτήσει δια μέσου της μητέρας και γενικά μέσα από ένα βερμπαλιστικό τρόπο που προσφέρεται από την οικογένεια. Ανθίσταται συχνά στο πέρασμα από την ρευστή διατροφή στην στερεά, αντιπροσωπεύοντας αυτή η τελευταία ένα τύπο αυτονομίας έναντι της μητέρας και του περιβάλλοντος γενικά και η οποία δεν εναρμονίζεται με την κατάσταση του έντονου άγχους που εγκαθίσταται σιγά – σιγά σ΄ αυτό. Το ίδιο συμβαίνει και με το περπάτημα, που σε μια πρώτη φάση ενισχύεται μέσα από ένα κανονικό ρυθμό νευρομυικής ωρίμανσης, προσαρμόζεται πολύ γρήγορα στο πρωτόγονο σχήμα του περπατήματος των πρώτων ημερών, επειδή απουσιάζουν τα ερεθίσματα του περιβάλλοντος, η υποκειμενική παρόρμηση για την γνώση του εξωτερικού κόσμου και, πολύ περισσότερο, εκείνη η αίσθηση της πεποίθησης που δέχεται το παιδί από την σταθερή επιδοκιμασία. Οι δευτορογενείς επιδράσεις της τυφλότητας εμπεδώνονται όχι πάντα εμφανώς και τείνουν να εκραγούν με πολύ έντονες στάσεις άρνησης της πραγματικότητας, έλλειψης εμπιστοσύνης στον εαυτό και στο περιβάλλον, ανασφάλειας και άγχους, ιδιαίτερα κατά την εφηβεία, όταν η διαδικασία της επίτευξης της αυτονομίας του εγώ αγγίζει τις πιο συνειδητές και συγκεκριμένες μορφές της. Οι τυφλοί έφηβοι και έφηβες βρίσκονται αναπόφευκτα εκτεθιμένοι στους κινδύνους μιας εξάρτησης από το περιβάλλον που δεν ευνοεί ασφαλώς την ανάδυση μιας προσωπικής πρωτοτυπίας τόσο στο επίπεδο της δημιουργικότητας, όσο και σε εκείνο της ενεργητικότητας και των κοινωνικών σχέσεων. Οι εκπαιδευτικές παρεμβάσεις είναι υποχρεωτικά προσανατολισμένες από την κατάσταση που περιγράψαμε προηγουμένως, προσδιορίζοντας μια διαφοροποιημένη μεθοδολογία και απαιτώντας μια ειδική διδακτική.
Πρόσφατες ψυχολογικές έρευνες έχουν, μεταξύ άλλων, φέρει στο φως μια ιδιαίτερη κατεύθυνση απόκτησης των πραγματικών γνώσεων του εντελώς τυφλού παιδιού. Πράγματι, η εκπαιδευτική μεθοδολογία πρέπει να λάβει υπ΄ όψη την διαφορετικότητα της οργάνωσης των γνώσεων του χώρου και την παρουσία στο τυφλό παιδί ενός απτικού χώρου με χαρακτήρα απόλυτης πρωτοτυπίας σε σύγκριση με τον οπτικό χώρο. Ο σχηματισμός των απτικών εικόνων ακολουθεί ένα δυναμισμό και βασίζεται σε αρχές που είναι εντελώς διαφορετικές από εκείνες που δίνουν αρχή στις οπτικές εικόνες: δεν είναι δυνατό να σκεφτεί κανείς ένα σχολείο για τυφλούς διαρθρωμένη από άποψη μεθοδολογική και διδακτική πάνω στα ίδια κριτήρια με εκείνο που προορίζεται για τα παιδιά που βλέπουν. Δεν είναι δυνατόν να σκεφτεί κάποιος ότι μπορεί να απαιτήσει μια μάθηση συγκεκριμένη και σε συνάφεια με την ψυχολογική πραγματικότητα των μαθητών, χωρίς να λάβει υπ΄ όψη του την φύση του αισθητηριακού κόσμου από τον οποίο προκύπτουν η αντίληψη, η γνώση και στη συνέχεια η κρίση της πραγματικότητας.
Μπορεί να παρατηρήσει κανείς ότι υπάρχει πάντα στον άνθρωπο μια προσωπική και υποκειμενική ώθηση προς την προσαρμογή, προς τον συμψηφισμό που διορθώνει τις ελλείψεις της φύσης και σε πολλές περιπτώσεις τα λάθη της παιδαγωγίας. Είναι πράγματι αλήθεια ότι ανεπαρκή σχολεία επέτρεψαν το να συγκροτηθούν ολοκληρωμένες προσωπικότητες και με μεγάλο κύρος σε κοινωνικό επίπεδο: είναι όμως άλλο τόσο αλήθεια ότι δεν επιτρέπεται να παραιτηθούμε από την αρχή της θετικότητας της σχολικής επέμβασης, βασιζόμενοι μόνο στην δυνατότητα αντίδρασης της ανθρώπινης φύσης. Η ύπαρξη μιας αυθόρμητης ώθησης προς την προσαρμογή και προς τον συμψηφισμό θα πρέπει να γίνει δεκτή από το σχολείο ως η συμβολή του παιδιού στην δική του διαδικασία εξέλιξης, ως η κατάφαση της αρχής της αυτοεκπαίδευσης που δεν εκδηλώνεται σε αντίθεση προς το σχολείο, αλλά σ΄ αυτό λειτουργείται, πραγματοποιείται, το ίδιο το σχολείο παρουσιάζεται ως ζωή και όχι ως αντίθεση στον αυθορμητισμό και στη φύση. Κατά συνέπεια το σχολείο ως ζωή επίσης και για τα παιδιά με αναπηρία της όρασης: το σχολείο ως ολοκληρωμένη και κανονική ζωή, ξεκινώντας όμως η αντικειμενική ώθηση προς τη μάθηση από διαφοροποιημένα παιδαγωγικά κίνητρα, λαμβάνοντας υπ΄ όψη την παρουσία της αναπηρίας με όλες τις συνέπειες και με όλες τις απαιτήσεις του ψυχολογικού και κοινωνικού χαρακτήρα. Υπάρχει το παιδί που πρέπει να εκπαιδευτεί, υπάρχει η αναπηρία ως διαρκές και αξεπέραστο φαινόμενο. Δυο γεγονότα παρόντα με τον ίδιο τρόπο στην συνείδηση του εκπαιδευτικού, που δεν μπορεί να αγνοήσει το ένα για να αναδείξει απόλυτα το άλλο. Θα ήταν βαρύτατο σφάλμα να δούμε το παιδί μόνο ως ανάπηρο λειτουργώντας μέσα στο πλαίσιο των συνεπειών της αναπηρίας ολόκληρη την προσωπικότητα του ίδιου του παιδιού. Έτσι όπως θα ήταν άλλο τόσο σοβαρό λάθος να δούμε το παιδί χωρίς να λάβουμε υπόψη μας την αναπηρία του, εξωθώντας το με πονετικά τεχνάσματα προς μια συμπεριφορά απόλυτα προσαρμοσμένη σε εκείνη του παιδιού που βλέπει.
Οι περιορισμοί υπάρχουν και είναι απαραίτητο το τυφλό παιδί να ξέρει να τους συνειδητοποιεί προοδευτικά, ακριβώς για να μπορέσει να οργανώσει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά ολοκλήρωσης και υπερνίκησης. Οι διαφορές όσον αφορά την προσέγγιση της πραγματικότητας είναι αναπόφευκτες, τόσο που ο κόσμος που μας περιβάλλει μπορεί να γίνει κατανοητός από το παιδί κατά τρόπο όλο και πιο συνειδητό στο βαθμό που αυτό έχει μάθει να χρησιμοποιεί τα αισθητηριακά μέσα που η φύση έχει θέσει στην διάθεση του. Το να ξέρει να αγγίζει, να ξέρει να ακούει την φύση και τις άπειρες φωνές της, να εμβαθύνει όλο και περισσότερο αυτή την επαφή την τόσο ριζικά διαφορετική από εκείνη που πραγματοποιείται μέσα από την οπτική παρατήρηση της πραγματικότητας, είναι σε τελική ανάλυση να ξέρει να αναπτύσσεται μέσα στην ίδια την προσωπικότητα του, το να αποκτά όλο και νέα μέσα για την επεξεργασία του μηνύματος του εξωτερικού κόσμου με σκοπό την συγκρότηση μιας προσωπικής άποψης γι΄ αυτόν τον ίδιο. Το σχολείο που εκπαιδεύει το μαθητή να αγγίζει και να ακούει, που επικεντρώνει την εκπαίδευση γύρω από αυτή την αντιληπτική πραγματικότητα του τυφλού παιδιού, δεν είναι αναγκαστικά υποχρεωμένο να αρνηθεί την μεγάλη επαφή με την ζωή, δημιουργώντας ένα κόσμο περιορισμένο στις αισθητηριακές μορφές επαφής με την πραγματικότητα, περισφίγγοντας τις δυνατότητες επέκτασης της σκέψης και του συναισθήματος των παιδιών που του έχουν εμπιστευθεί. Η φύση, με τις άπειρες εκδηλώσεις της, είναι πάντα η ίδια που εμφανίζεται τόσο στο σχολείο για τυφλά παιδιά όσο και στο σχολείο βλεπόντων: οι ίδιες εποχές, τα ίδια φαινόμενα οι αυτές μορφές, ο ίδιος ζωτικός ρυθμός που διαπερνά την σταθερή εκδήλωση των. Διαφέρει μόνο ο τρόπος με τον οποίο το μεγάλο μήνυμα της φύσης αναζητείται και η μορφή με την οποία γίνεται η προσέγγιση του. Έτσι μπορούμε να πούμε ότι η ζωή μέσα στο σχολείο είναι στιγμή της κοινωνίας.
Το περιεχόμενο της διαδικασίας κοινωνικοποίησης του παιδιού δεν διαφέρει μόνο γιατί είναι διαφορετική η μεθοδολογική μορφή προσέγγισης της κοινωνίας και ο τονισμός των φαινομένων της. Είναι άραγε μόνο μια επιφανειακή και συγκινησιακή αξιολόγηση, εκείνη που βάζει πάντα μια βαθιά προκατάληψη έναντι των δυνατοτήτων κοινωνικής προσαρμογής των τυφλών; Μπορούμε να θεωρήσουμε αστήρικτη την γνώμη εκείνων που, όπως ο Diderot, υποστηρίζουν ότι ο τυφλός – μη έχοντας την δυνατότητα να διακρίνει στο πρόσωπο των ομοίων του τις εκδηλώσεις των συναισθημάτων, το κλάμα και το χαμόγελο, τον πόνο και την χαρά, το άγχος και την ανησυχία – δεν θα ήταν σε θέση να κατανοήσει αυτά τα ίδια τα συναισθήματα, να ζήσει αυτός ο ίδιος μέσα στην ψυχή του την συμπάθεια, την συμπάθεια και την αγάπη; Το σχολείο ως ζωή θέλει να αποδείξει τον παραλογισμό των γνωμών που είναι εμπνευσμένες από βιαστικές και επιφανειακές αξιολογήσεις της ανθρώπινης σχέσης περιορισμένης στην οπτικονοητική παράσταση του ανθρώπου. Η γνώση των άλλων, της σχέσης με τους ομοίους μας, μπορεί να ενισχυθεί περισσότερο και να αναπτυχθεί στο τυφλό παιδί, ακριβώς από την παρουσία της αναπηρίας του, με την προϋπόθεση αυτή η παρουσία να έχει πλήρως ενεργοποιηθεί και συνειδητοποιηθεί, και να μην κείτεται στο βάθος της ψυχής του, στα ενδόμυχα των σκέψεων του, στα πιο απόκρυφα της συνείδησης του ωσάν ένα αξεπέραστο τοίχος που το χωρίζει αδυσώπητα από την βαθιά επαφή με τους άλλους, αποκλείοντας του την δυνατότητα να αισθανθεί αυτό το ίδιο ένα μεταξύ των άλλων και όπως όλοι.
Η κοινωνιολογική διάσταση της τυφλότητας
Από την στιγμή που προσδιορίστηκε ότι η επαφή μεταξύ του τυφλού και του ανθρώπινου περιβάλλοντος για το οποίο προορίζεται, μέσα στο οποίο πρέπει να ζήσει και από το οποίο πρέπει να εξαγάγει τα ουσιαστικά κίνητρα για την διαμόρφωση της προσωπικότητας του, δεν μπορεί να διακοπεί ή να νοθευτεί από το φυσικό γεγονός καθ΄ εαυτό, δηλαδή από την παρουσία της τυφλότητας, εννοούμενη αυτή η τελευταία ως παράγοντας μετατροπής της ατομικής ανάπτυξης, από την στιγμή που βεβαιώθηκε ότι ο τυφλός έχει την δυνατότητα να κατανοήσει τους άλλους, να ενταχθεί δηλαδή στο κοινωνικό πλαίσιο με ένα νου σε θέση να συλλάβει τα προβλήματα και ένα συναίσθημα διατεθειμένο να αξιολογήσει τους παλμούς, επιστρέφουμε να εξετάσουμε τα προβλήματα τα οποία πάνω σε πρακτικό επίπεδο κατατάσσονται στην κατηγορία αυτή που έχει σχέση με την ένταξη του τυφλού στην κοινωνία, που εννοείται ως σύνολο πραγματοποιήσεων της ζωής και των παραγωγικών δραστηριοτήτων.
Σ΄ αυτό το σημείο θα μπορούσε να μπει ένα εύλογο ερώτημα: Τι είναι η κοινωνία στην οποία αναφερόμαστε όταν γίνεται λόγος για κοινωνική ένταξη, συμμετοχή στην κοινωνική ζωή, πραγματοποίηση ιδιαίτερων και αποτελεσματικών παραγωγικών προτύπων. Η κοινωνία, με την οποία εμείς σχετίζουμε την κοινωνιολογική προοπτική της εκπαίδευσης του αναπήρου της όρασης, ταυτίζεται αναμφίβολα με το περιβάλλον της ζωής που περιβάλλει τον τυφλό και επί πλέον με τις ιδιαίτερες προσωπικές του απαιτήσεις για επιβεβαίωση στη ζωή. Έτσι γίνεται κοινωνία η οικογένεια προέλευσης, το σχολείο, η ομάδα των συνομήλικων, το εργασιακό περιβάλλον, η ίδια η ατομική σχέση που πραγματοποιεί ο άνθρωπος για να δημιουργήσει μια δική του οικογένεια και δίνει ζωή σε μια δική του κοινωνιολογική διάσταση και σε μια δική του κοινωνία που να τον θεωρεί κέντρο προώθησης δραστηριοτήτων και όχι μόνο ως πόλο έλξης μιας δευτερεύουσας ενέργειας των άλλων, η οποία μπορεί να εννοηθεί ως φροντίδα ή ως φιλανθρωπία. Είναι φανερό ότι το κοινωνιολογικό πρόβλημα μεταβάλλεται, όσον αφορά τις προοπτικές επίλυσης του, ανάλογα με την σκοπιά που εμείς θέλουμε να το εξετάσουμε: διαφορετική είναι πράγματι η αξιολόγηση των προβλημάτων που έχουν σχέση με την ένταξη του τυφλού παιδιού στην οικογένεια, από εκείνη που μπορεί να προκύψει από την συμμετοχή του παιδιού στο σχολείο. Έτσι όπως διαφορετικές είναι οι τεχνικές ένταξης στην ομάδα των συνομηλίκων από εκείνες που έχουν ως σκοπό την ένταξη στην παραγωγική ζωή. Εν τούτοις, στη βάση αυτής της ειδικής αξιολόγησης, κατά την άποψη μας, τίθεται μια επιλογή κατεύθυνσης γενικού χαρακτήρα: η επιλογή οδηγεί αναπόφευκτα στο κατώφλι μιας διφυούς δυνατότητας σε πρακτικό επίπεδο. Μπορούμε να βεβαιώσουμε σ΄ αυτό το σημείο ότι οι οργανώσεις των τυφλών, όπως και η πιο μαχητική τυφλολογία βρίσκονται σήμερα όσο ποτέ απέναντι σ΄ ένα δίλημμα: ή να επιλέξουν το δρόμο που οδηγεί στην επιβεβαίωση της απόλυτης κοινωνικής και ψυχολογικής ισότητας του τυφλού, αφήνοντας στο άτομο την ευθύνη πραγματοποίησης της ζωής του σύμφωνα με την προσωπική του ιδιοσυγκρασία, ή να πάρουν απ΄ ευθείας τον άλλο δρόμο που οδηγεί σε μια συλλογική λύση του προβλήματος, που τείνει στην σύσταση μιας κοινωνίας των τυφλών, απομονώνοντας τον ανάπηρο από τις ανοιχτές κοινωνικές μορφές στην κανονικότητα των ανθρώπων, στρέφοντας στο επίπεδο της κοινωνικής ασφάλειας και της φιλανθρωπίας τα προβλήματα της μειονότητας, έναντι της ηγεμονικής κοινωνίας.
Η ιστορία της τυφλό – κοινωνιολογίας στηρίζεται τον τελευταίο καιρό στην επιλογή μεταξύ αυτών των δύο δυνατών λύσεων και ενώ σε μερικές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ιταλία, προτιμούν να στρέψουν τις προσπάθειες του σχολείου και την κοινωνική δράση προς την πρώτη λύση που έχει ως προοπτική την επίτευξη της κοινωνικής ισότητας για τους αναπήρους της όρασης περιφρουρώντας την ικανότητα τους να επιλέξουν και δείχνοντας εμπιστοσύνη στην δυνατότητα πραγματοποίησης της προσωπικής πρωτοβουλίας, σε άλλες χώρες η προστατευτική δράση του κράτους και οι φιλανθρωπικές οργανώσεις έχουν δημιουργήσει ένα καθεστώς κοινωνικής ασφάλειας που προβλέπει έγκυρες λύσεις για όλους, γενικεύοντας τις επεμβάσεις και ευνοώντας την ανάδυση μιας κοινωνίας κλειστής στον εαυτό της και χαρακτηρισμένη από το στοιχείο της μειονότητας. Η επιλογή μεταξύ των δύο λύσεων δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με βάση μόνο μια ιδανική αξιολόγηση αρχών, αλλά θα πρέπει να λάβει υπ΄ όψη συγκεκριμένες δυνατότητες πραγματοποίησης και, με άλλα λόγια, τα πρακτικά αποτελέσματα στα οποία είναι δυνατόν να φθάσουμε. Εάν από το ένα μέρος η ιταλική λύση του κοινωνιολογικού προβλήματος των τυφλών, η λύση η τόσο αγαπητή στον Augusto Romagnoli που έδειχνε μια απόλυτη εμπιστοσύνη στις ικανότητες της αυτό – ανταπόδωσης του ίδιου του τυφλού, έχει αφ΄ αυτή μια βαθιά μαγεία και διαθέτει όλη τη δύναμη για να νοιώσει κανείς την αξία του ανθρώπου που επιβεβαιώνει το δικαίωμα του στην ύπαρξη και το χάρισμα του στον κοινωνικό τρόπο ζωής, παρά την ύπαρξη της αναπηρίας, από την άλλη μεριά υπάρχουν, με μια βαρύτητα που δεν μπορεί να υποτιμηθεί, οι ευρείες δυνατότητες συγκεκριμένων πραγματοποιήσεων στο επίπεδο της συλλογικής οργάνωσης τις οποίες επιδιώκει η προστατευτική οργάνωση που σαφώς θυσιάζει την ελευθερία της ατομικής επιλογής και την ικανοποίηση που δοκιμάζει το άτομο από το να ξέρει να δημιουργεί από μόνο του το μέλλον του οικοδομώντας το από τα μέσα βασιζόμενο στην δική του πρωτοβουλία και στην δική του διανοητική ικανότητα.
Η πρώτη λύση του κοινωνιολογικού προβλήματος των αναπήρων της όρασης θα ήταν κατανοητή και εύκολα πραγματοποιήσιμη σε μια κοινωνία ελεύθερη από προκαταλήψεις, που θα ήξερε να αξιολογήσει, πίσω από το πρόσωπο του αναπήρου, την παρουσία του ανθρώπου με όλες τις ικανότητες του προσαρμογής και της ακέραιας και ενεργής συμπεριφοράς, που θα ήξερε να αισθανθεί την αρχή της ζωής τονισμένης και όχι νεκρωμένης από την παρουσία της αναπηρίας, που να ξέρει τέλος να συλλαμβάνει τον άνθρωπο γι΄ αυτό που πραγματικά μπορεί να δώσει για εκείνο το σύνολο των αξιών του που αναβλύζουν από την εμπειρία της ζωής του. Σε μια κοινωνία που αντίθετα, κυριαρχείται από την προκατάληψη, που αρνείται να δει άλλες δυνατότητες ύπαρξης και άλλες διαφορετικές μορφές προσαρμογής από εκείνες που έχουν γενικευτεί από το κοινό αίσθημα, η πάλη για την ύπαρξη που οδηγείται μπροστά από το άτομο μόνο με τις δικές του δυνάμεις μπορεί να αποδειχθεί μάταιη προσπάθεια παρόμοια με εκείνη αυτού που νομίζει ότι θα ανοίξει δρόμο μέσα σε ένα παρθένο δάσος κόβοντας με τα χέρια την πυκνή βλάστηση που τον εμποδίζει.
Επίσης και στην Ιταλία, μολονότι η αρχική θέση εμπνέει ακόμη και σήμερα στο να επιβεβαιωθεί η αξία της ατομικότητας και της ατομικής αναζήτησης της λύσης των προβλημάτων της κοινωνικής ένταξης, κρίθηκε αναγκαίο να ληφθεί προστατευτική στάση που προσδιόρισε τους νόμους οι οποίοι αφορούν την υποχρεωτική τοποθέτηση των τυφλών εργαζομένων σε ιδιαίτερους τομείς της παραγωγής και που οδήγησαν στους νόμους που αναφέρονταν παλαιότερα στην υποχρεωτική φοίτηση των τυφλών παιδιών σε προεπιλεγμένα κολέγια για την εκπαίδευση. Εν τούτοις δεν νομίζουμε ότι η προστατευτική φροντίδα για την πραγματοποίηση μιας κοινωνικής ασφάλειας, που προστατεύει τους τυφλούς έναντι της ίδιας της αναπηρίας τους, πρέπει να παίρνει τις πιο καταστρεπτικές μορφές απομόνωσης του τυφλού ατόμου και της νέκρωσης της προσωπικότητας του. Τέτοια στάση θα αντανακλούσε αρνητικά πάνω στην ίδια την ανθρώπινη διαμόρφωση των τυφλών παιδιών και των εφήβων, η οποία θα έκανε οξύτερη, στο σχολείο που θα είχε θέσει ως σκοπό την ένταξη σε περιορισμένη κοινωνία αναπήρων, την τάση του να αποφεύγεται η πλευρά της πλήρους συμμετοχής των ίδιων των παιδιών στην ζωή όλων, περιορίζοντας σε κάποιες ειδικές και επί μέρους ικανότητες το καθήκον της εμβάθυνσης και της έρευνας.
Οι προστατευτικοί νόμοι έχουν λόγο ύπαρξης σε μια κοινωνία που κυριαρχείται από την προκατάληψη, που είναι εχθρική σε διαφορετικές μορφές ζωής από τις συνηθισμένες, ανίκανη να κατανοήσει το αληθινό μήνυμα της ζωής όταν η εκδήλωση της είναι διαταραγμένη από μια μόνιμη δυσκολία. Η πραγματική λειτουργία των προστατευτικών νόμων, ο τελικός σκοπός της προστατευτικής δράσης που εκπληρώνεται από την κοινωνία μέσα από τις μορφές της κοινωνικής ασφάλειας, θα έπρεπε να είναι κατά συνέπεια εκείνη του να καθοριστεί ένα βάθρο δοκιμής για τις πραγματικές δυνατότητες επιβεβαίωσης εκείνων των μελών της κοινωνίας που έχουν ιδιαίτερα υποστεί το χτύπημα ασυνήθιστων δοκιμασιών και για τις οποίες χρειάζονται μια κατάρτιση και μια τακτοποίηση εντελώς ιδιαίτερη.
Ενάντια στην τάση για απομόνωση των τυφλών είχε ήδη τοποθετηθεί στην εποχή του ο Augusto Romagnoli όταν συμβούλευε να μην αποδεχτούν τον τόσο αγαπητό σκοπό της Βασίλισσας Carmen Silva που πρότεινε την δημιουργία μιας «πολιτείας των τυφλών», στην οποία αυτοί θα μπορούσαν να ζήσουν ελεύθεροι και ευτυχισμένοι σε ένα περιβάλλον προπαρασκευασμένο στις ικανότητες των υπόλοιπων αισθήσεων, στην οποία δεν θα αισθάνονταν το βάρος της αναπηρίας , ούτε εκείνο, όχι λιγότερο οδυνηρό, της ανάγκης των άλλων.
Από την στιγμή που αυτή η έννοια της κατηγορίας επεκταθεί σε όλες τις δυνατές αναπηρίες ή δυσκολίες, θα έπρεπε να οδηγηθούμε κατά αναπόφευκτη συνέπεια στο δρόμο της απομόνωσης και του αποκλεισμού, στο να διαιρέσουμε με τα ψυχρά διαφράγματα της ασυνεννοησίας και του εγωισμού, την ανθρωπότητα και τον ίδιο τον κόσμο σε τόσα πολλά τελματωμένα χωρίσματα χωρίς να αφήσουμε να υπάρχει ένας δρόμος συνάντησης του ανθρώπου με τον άνθρωπο, χωρίς να επιτρέπεται στο ίδιο τον άνθρωπο να εκδηλώσει την ικανότητα του να αγαπήσει, που σε τελευταία ανάλυση παραμένει για πάντα η υψηλότερη λειτουργία της ανθρωπότητας.
Εν τούτοις, οι ίδιοι οι τυφλοί, όταν βρεθούν μπροστά σε δυσκολίες φαινομενικά αξεπέραστες, σε ορισμένες στιγμές αδυναμίας και αποθάρρυνσης, φαίνονται να αναζητούν την πολιτεία της μοναξιάς και της απομόνωσης, την κοινωνία των ομοίων που διαμορφώνεται μόνο πάνω στη βάση των κοινών δυσκολιών και που δεν νοιώθει την άπειρη αξία της διαφοροποίησης αποτελούμενη από την σκέψη και από το συναίσθημα, από την επιθυμία να είμαστε ο ίδιος ο εαυτός μας και πάνω απ΄ όλα από την ανάγκη να δώσουμε στους άλλους αυτό που έχει ωριμάσει μέσα μας στη φωτιά και στο φως μιας έντονης εμπειρίας ζωής.
Το απόφθεγμα της τυφλό – κοινωνιολογίας του σήμερα μας φαίνεται να είναι ακόμη εκείνο που ο Romagnoli μας εμπιστεύτηκε πριν εξήντα χρόνια: να κάνουμε τους τυφλούς να είναι «πρώτα άνθρωποι και μετά εργάτες».