4.4 Εκπαιδευτικές πολιτικές και πρακτικές στην Ελλάδα
Τα τελευταία 20 χρόνια, υπάρχουν ενδείξεις βελτίωσης στην Ελλάδα στον τοµέα της αναπηρίας και της ειδικής αγωγής. Αρχικά, οι αποφάσεις που ελήφθησαν δανείστηκαν από ήδη εφαρµοσµένα µοντέλα κοινωνικής πρόνοιας και εκπαίδευσης σε χώρες του εξωτερικού. Ενισχύεται το εξειδικευµένο εκπαιδευτικό και υποστηρικτικό προσωπικό, ενώ παράλληλα αυξάνεται κάθε χρόνο ο αριθµός των τµηµάτων συνεκπαίδευσης (Zoniou-Sideri et al., 2006). Ο νόµος 1143/81 ήταν ο πρώτος ολοκληρωµένος νόµος στην ιστορία της Ειδικής Αγωγής στην Ελλάδα. Ο Ν. 1566/1985 ήταν ένας από τους σηµαντικότερους νόµους της ειδικής αγωγής που για πρώτη φορά θεσµοθετούσε την εκπαίδευση στην Ελλάδα.
Ωστόσο, επικρίθηκε καθώς θεωρήθηκε ότι ήταν ουσιαστικά µια απλή σύνταξη του προηγούµενου νόµου. Τον Μάρτιο του 2000 ψηφίστηκε από το ελληνικό κοινοβούλιο άλλος νόµος (Ν. 2817/2000), στον οποίο δόθηκε έµφαση στις κοινές εκπαιδευτικές ανάγκες των µαθητών µε αναπηρία και όχι στην κλινική αιτιολογία των αναπηριών τους. Σύµφωνα µε αυτόν τον νόµο, τα ειδικά σχολεία θα πρέπει να περιορίζονται µόνο σε παιδιά µε βαριές και πολλαπλές αναπηρίες. Στην ίδια κατεύθυνση ήταν και ο επανακαθορισµός των κέντρων διαφοροποίησης, διάγνωσης και υποστήριξης µαθητών µε αναπηρία µε το νόµο 3699/2008.
Με την αναθεώρηση του νόµου για την ειδική αγωγή, σηµειώθηκε σταδιακή βελτίωση στον τρόπο αντιµετώπισης των ατόµων µε αναπηρία στην εκπαίδευση. Η ένταξη των ατόµων µε αναπηρία στο εκπαιδευτικό σύστηµα έχει αρχίσει να βελτιώνεται και η προσβασιµότητά τους σε κτίρια και άλλες εγκαταστάσεις έχει σηµειώσει κάποια πρόοδο. Το διδακτικό προσωπικό εξειδικεύτηκε περισσότερο λόγω των ειδικών τµηµάτων της Ειδικής Αγωγής Πρωτοβάθµιας Εκπαίδευσης καθώς και των µεταπτυχιακών Τµηµάτων Ειδικής Αγωγής Δευτεροβάθµιας Εκπαίδευσης και γενικότερα για όλους τους τοµείς των εκπαιδευτικών. Ενώ έχουν γίνει βελτιώσεις, η πρόοδος στο θέµα της ένταξης έχει αρχίσει να καθυστερεί. Οι διακρίσεις που υφίστανται τα άτοµα µε αναπηρία ξεκινούν από την προσχολική ηλικία τους και συνεχίζονται σε όλες τις βαθµίδες της εκπαίδευσης.
Οι µαθητές µε αναπηρία που καταφέρνουν να συµµετέχουν στο εκπαιδευτικό σύστηµα εγκατέλειψαν τις προσπάθειές τους εξαιτίας αυτής της διάκρισης. Η κακής ποιότητας εκπαίδευση είναι ένα είδος διάκρισης για άτοµα µε ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες. Πολλά σχολεία δεν διαθέτουν τον κατάλληλο εξοπλισµό, δεν παρέχουν την απαραίτητη υλικοτεχνική υποδοµή και δεν διαθέτουν ειδικά καταρτισµένο διδακτικό προσωπικό παρά τις νοµοθετικές ρυθµίσεις, και αυτό αποθαρρύνει αυτούς τους ανθρώπους και τις οικογένειές τους και τους απορρίπτει από το σχολικό σύστηµα. Η έλλειψη τεχνολογικής βοήθειας και η αποτυχία εξασφάλισης ψηφιακής προσβασιµότητας για ορισµένες κατηγορίες αναπηρίας αυξάνει την υπάρχουσα διαφοροποίηση. Ένα υψηλό ποσοστό εκπαιδευτικών πιστεύει ότι οι οικονοµικές προβλέψεις και οι υποδοµές στην Ελλάδα είναι ανεπαρκείς για την επιτυχή εφαρµογή της ένταξης στην εκπαίδευση. Η κατασκευή νέων σχολικών µονάδων, η αναµόρφωση παλαιών και η αγορά ειδικού εξοπλισµού πρόκειται να ενισχύσουν την εφαρµογή της ενταξιακής εκπαίδευσης (Koutrouba et al., 2008).
