ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Μουαμέρ Κετέντζογλου

Μαρ 10, 2008 | Διάσημοι τυφλοί, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Ο Καζαντζίδης μού ξεκλείδωσε το ελληνικό τραγούδι

Της ΝΑΤΑΛΙ ΧΑΤΖΗΑΝΤΩΝΙΟΥ

Εκ γενετής τυφλός ο Τούρκος ακορντεονίστας Μουαμέρ Κετέντζογλου αναπλήρωσε την όραση με τη μουσική. Κι έτσι, διά της ακοής, γνώρισε χώρες και ανθρώπους. Το μουσικό του ταξίδι το ξεκίνησε όμως από την Ελλάδα, όταν η φωνή του Καζαντζίδη έγινε, όπως λέει, «κλειδί» για να ανοίξει την πόρτα «προς τον εκπληκτικό κόσμο του ελληνικού τραγουδιού».
Αγάπησε τα ρεμπέτικα και τον Χατζιδάκι, συνεργάστηκε με τη Γλυκερία και τη Μαριώ, έπαιξε λαϊκά με το ακορντεόν του στα κλαμπ της Κωνσταντινούπολης, δισκογράφησε ελληνικά τραγούδια και έδωσε συναυλίες με τους συνεργάτες του σχεδόν σ΄ όλη την Ελλάδα. Η Αθήνα δεν έχει ακούσει όμως ποτέ μέχρι τώρα τον 42χρονο Κετέντζογλου, αν εξαιρέσει κανείς τη συμμετοχή του σε κάποιες συναυλίες του Μίκη Θεοδωράκη.

Θα τον ακούσουμε κι αυτόν και το συγκρότημά του «Zeybek Ensemble» στις 21 Ιουλίου, στο «Σχολείον», σε μια συναυλία ενταγμένη στη θεματική ενότητα «Ηχοι του Κόσμου» του Φεστιβάλ Αθηνών. Τα τραγούδια και οι σκποί των Ζεϊμπέκηδων, με νταούλι και ζουρνά, ήταν η αφορμή του Κετέντζογλου για μια σε βάθος έρευνα για το ρυθμό και τις μελωδίες του ζεϊμπέκικου από την Κεντρική Ασία ώς τα Βαλκάνια.

Με το «Ζεϊμπέκ», το συγκρότημα που ίδρυσε το 1996, θα παίξουν ελληνικά και τουρκικά παραδοσιακά τραγούδια, μικρασιατικούς χορευτικούς σκοπούς, ζεϊμπέκικα φυσικά και σμυρναίικα. Κυρίως, όμως, «θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε την κοινή κληρονομιά Ελλήνων και Τούρκων, δίνοντας έμφαση στην ομοιότητα των κλιμάκων και των ρυθμών που κάποτε δημιούργησαν Ελληνες και Τούρκοι, συμβιώνοντας ειρηνικά στη Μικρά Ασία», εξηγεί ο Μουαμέρ Κετέντζογλου. Ας τον γυρίσουμε όμως πίσω…

– Ο ήχος των παιδικών σας χρόνων ποιος ήταν;

«Οπως ξέρετε, γεννήθηκα τυφλός. Μέναμε στο Τίρε, μια μικρή πόλη 90 χιλιόμετρα από τη Σμύρνη, σ΄ ένα σπιτάκι με κήπο. Μεγάλωσα κοντά στη φύση. Μου άρεσε να ακούω και να αγγίζω τα ζώα, τους πετεινούς, τις κότες, τα αρνιά, τα γαϊδούρια, τα μουλάρια, τα πουλιά. Θυμάμαι τη μάνα μου να λέει παραδοσιακά μαςτ ραγούδια. Θυμάμαι και το ραδιοφωνάκι με το οποίο ανακάλυψα την ελληνική μουσική και τη μουσική όλων των Βαλκανίων. Περισσότερο με εντυπωσίαζε ο θαυμαστός συνδυασμός του μπουζουκιού και του μπαγλαμά και η φωνή του Νταλάρα και της Αλεξίου. Τότε φυσικά δεν ήξερα ούτε ποιοι ήταν αυτοί ούτε πώς ήταν τα μουσικά όργανα που άκουγα».

– Η απουσία όρασης λειτούργησε υπέρ μιας ουσιαστικότερης προσέγγισης της μουσικής;

«Ετσι νομίζω. Καμιά φορά νιώθω τυχερός που είμαι ένας τυφλός μουσικός. Γιατί μπόρεσα να συγκεντρωθώ απόλυτα στη μουσική και ίσως εκεί να οφείλεται το γεγονός ότι έκανα καριέρα».

– Ακορντεόν πώς μάθατε να παίζετε;

«Οταν ήμουν 8 ετών, ο θείος μου, ένας σπουδαίος τρομπετίστας, μου έκανε δώρο ένα ακορντεόν. Προσπάθησα να μάθω να παίζω μόνος μου. Στο Δημοτικό (πήγαινα σε ειδικό σχολείο για τυφλά παιδιά, στη Σμύρνη) έμαθα να παίζω πιάνο, πλήκτρα και ντραμς. Και στο Πανεπιστήμιο πια συνειδητοποίησα ότι με το ακορντεόν μου θα μπορέσω να μάθω σιγά σιγά να παίζω ό,τι αγαπούσα περισσότερο τα παραδοσιακά τραγούδια. Τότε έπιασα το ακορντεόν και δεν το ξανα-άφησα».

– Πώς ανακαλύψατε τα ρεμπέτικα;

«Ημουν ακόμα στο Δημοτικό, όταν μια μέρα ο δάσκαλος της μουσικής μού χάρισε ένα δισκάκι με “Το τελευταίο βράδυ μου”. Εκστασιάστηκα. Ο Καζαντζίδης ήταν το κλειδί που μου άνοιξε την πόρτα προς τον εκπληκτικό κόσμο του ελληνικού τραγουδιού. Τα επόμενα χρόνια ανακάλυψα κι άλλους ερμηνευτές και συνθέτες. Αλλά συστηματικά άρχισα να ασχολούμαι με την ελληνική μουσική στο Πανεπιστήμιο. Ακουγα δίσκους του Μίκη Θεοδωράκη, της Γλυκερίας, του Στράτου Διονυσίου. Το Ρεμπέτικο το ανακάλυψα το 1988 όταν άκουσα για πρώτη φορά το ομώνυμο έργο του Σταύρου Ξαρχάκου και τη συλλογή “Πέντε Ελληνες στον Αδη” με παλιά ρεμπέτικα. Εκτοτε άρχισα σαν πεινασμένος λύκος να μαζεύω δίσκους, να προσπαθώ να παίξω τα τραγούδια στο ακορντεόν μου και να απομνημονεύω τους στίχους με τη βοήθεια των Ελλήνων φίλων μου. Αργότερα έπαιζα ρεμπέτικα σε κάποια κλαμπ της Κωνσταντινούπολης».

– Και την υπόλοιπη ελληνική μουσιή πώς την ανακαλύψατε;

«Τα καλά λαϊκά τα έψαχνα εξαρχής. Βήμα βήμα ανακάλυψα συνθέτες σαν τον Χατζιδάκι και τον Λοΐζο και τραγουδιστές σαν την Αλεξίου, τον Νταλάρα, τη Γαλάνη, τη Γιώτα Λύδια, την Πόλυ Πάνου. Μετά ανακάλυψα και την παραδοσιακή μουσική των Βαλκανίων και βέβαια της Ελλάδας. Αρχισα να συλλέγω δημοτικά τραγούδια, προσπαθώντας να συγκεντρώσω τα αντιπροσωπευτικότερα κάθε περιοχής της Ελλάδας. Από τότε μου άρεσαν περισσότερο τα ηπειρώτικα, αν και οικειότερη μου φαίνεται η μουσική της Λέσβου, που έχει αρκετές ομοιότητες με τα μικρασιατικά τραγούδια. Αλλά μου αρέσουν και τα ποντιακά, τα κρητικά, τα θρακιώτικα. Πολλά τέτοια μάλιστα έβαζα και στο ραδιόφωνο, στις εκπομπές που έκανα μέχρι το 1993».

– Εχετε συνεργαστεί με τον Μίκη Θεοδωράκη…

«Συνεργαστήκαμε μαζί του κι εγώ κι άλλοι Τούρκοι μουσικοί το 1996 για κάποιες συναυλίες του στη Λιβαδειά και στην Αθήνα. Αισθανόμουν πάρα πολύ τυχερός να λέω τα τραγούδια του και να στέκομαι τόσο κοντά του, ώστε αν απλώσω το χέρι μου να ξέρω ότι πορώ να του αγγίξω τον ώμο».

– Εχετε ηχογραφήσει κι εσείς ελληνικά τραγούδια…

«Ο πρώτος δίσκος που ηχογράφησα το 1993 είχε τίτλο “Λατρεμένα Ακρογιάλια” και περιείχε μόνο ελληνικά τραγούδια. Το 1994 και το 1996 έφτιαξα και δύο ρεμπέτικες ανθολογίες. Και οι τρεις δίσκοι κυκλοφορούν ακόμη στην αγορά».

– Διάβασα ότι διατηρείτε τεράστιο αρχείο για τη μουσική όλων των Βαλκανίων.

«Τα τελευταία 20 χρόνια συλλέγω παραδοσιακή μουσική από κάθε γωνιά της Γης. Αναπόφευκτα η βαλκανική μουσική είναι η ειδικότητά μου και το σχετικό τμήμα του αρχείου μου το μεγαλύτερο. Αλλά όλο το αρχείο και η βιβλιοθήκη μου είναι γνωστά στην Τουρκία κι έτσι κάθε τόσο φοιτητές, δάσκαλοι, μουσικοί, σκηνοθέτες μού ζητούν να τους βοηθήσω. Και το κάνω γιατί μου αρέσει να μοιράζομαι ό,τι έχω συλλέξει».

– Την τελευταία δεκαετία ο κόσμος ανακάλυψε το έθνικ. Υπάρχει πραγματικό ενδιαφέρον ή πρόκειται για δισκογραφική συνταγή;

«Δεν πιστεύω ότι η βιομηχανία της “world music” σέβεται στην πραγματικότητα τη μοσ ική του κόσμου. Απλώς τη χρησιμοποιεί και την εκμεταλλεύεται για να βγάλει περισσότερα λεφτά».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 11 – 07 – 2007

Μετάβαση στο περιεχόμενο