Αϊχάν Καρά Γιουσούφ*
Η εκπαίδευση των παιδιών της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη παραμένει υποβαθμισμένη και σε κάποια θέματα ξεπερασμένη, λόγω βέβαια των ιδιαιτεροτήτων της αλλά και από το γεγονός ότι η σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα επιβάλει νέες ανάγκες που στην εδώ περίπτωση η ικανοποίησή τους φαίνεται ότι δεν είχε περιληφθεί στο σχετικό σχεδιασμό του κράτους. Έτσι, τα προβλήματα που προέκυπταν δεν αντιμετωπίσθηκαν με επιτυχία γιατί κυρίως δεν αναζητήθηκαν οι αιτίες που τα προκαλούσαν. Προγράμματα που στο παρελθόν υλοποιήθηκαν, με αμφίβολα τελικά αποτελέσματα ως προς την επιτυχία τους, αντιμετώπισαν κάποια από αυτά επιφανειακά και δεν συντέλεσαν ουσιαστικά στο ξεπέρασμα των αδυναμιών της. Αποτέλεσμα των παραπάνω είναι οι μαθητές της μουσουλμανικής μειονότητας να παρουσιάζουν χαρακτηριστικά στοιχεία μαθησιακής υστέρησης, σε σχέση με το σύνολο της μαθητικής κοινότητας στη χώρα μας, και έτσι να εκτίθενται στον κίνδυνο του κοινωνικού – επαγγελματικού αποκλεισμού μετά την αποφοίτησή τους από τις βαθμίδες της υποχρεωτικής εκπαίδευσης.
Όσον αφορά την προσχολική αγωγή των μαθητών της μειονότητας της Θράκης, στα χρόνια που μεσολάβησαν δεν έγινε καμία σχετική μελέτη ή κίνηση για το ζήτημα της διγλωσσίας. Ένα μέτρο για τα νήπια της μειονότητας που θα μπορούσε να ληφθεί άμεσα και να στηρίξει τη μαθησιακή τους διαδικασία θα ήταν η ένταξη στα δημόσια νηπιαγωγεία νηπιαγωγών από τους απόφοιτους των σχετικών τμημάτων των Α.Ε.Ι. της χώρας που προέρχονται από τη μειονότητα. Έτσι τα νήπια, από το πρώτο στάδιο της εκπαιδευτικής τους διαδικασίας θα προσαρμόζονται στο φαινόμενο της διγλωσσίας θα επικοινωνούν και στις δύο γλώσσες και θα μπορούν ευκολότερα να ανταποκριθούν αργότερα, στα επόμενα στάδια της μαθητείας τους, στις εκπαιδευτικές ανάγκες των μαθημάτων στις δύο γλώσσες. Το δημόσιο δίγλωσσο νηπιαγωγείο στην περιοχή μας είναι μια ανάγκη που πρέπει να υλοποιηθεί άμεσα.
Στην επόμενη εκπαιδευτική βαθμίδα η έλλειψη συνεργασίας του τουρκόγλωσσου και του ελληνόγλωσσου προγράμματος στα μειονοτικά δημοτικά σχολεία είναι ένα από τα βασικότερα προβλήματα της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης. Πρέπει να προωθηθούν δράσεις συγχρωτισμού, βελτίωση της ελληνομάθειας και εν τέλει αντιμετώπιση της διγλωσσίας ως πλεονεκτήματος για την κοινωνία. Χρειάζονται άμεσες αλλαγές στα αναλυτικά και στα ωρολόγια προγράμματα καθώς και άμεση επικαιροποίηση των βιβλίων του ελληνόγλωσσου προγράμματος. Η αδυναμία εφαρμογής του διαθεματικού πλαισίου των βιβλίων αυτών έχει σαν αποτέλεσμα, οι μαθητές να μην διδάσκονται όπως πρέπει τα δευτερεύοντα μαθήματα.
Ένα ζήτημα για το οποίο θα πρέπει να σκεφτεί η κυβέρνηση είναι αυτό της εισαγωγής της Ειδικής Αγωγής και στην Μειονοτική Εκπαίδευση. Όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα, τον νόμο 3699/2008 και τον νόμο 4074/2012 (Σύμβαση του ΟΗΕ για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία – Εκπαίδευση), το κράτος δεσμεύεται και υποχρεώνεται, αναγνωρίζοντας το δικαίωμα στην εκπαίδευση των παιδιών με αναπηρία και με σκοπό την απόλαυση του δικαιώματος αυτού, να λαμβάνει όλα τα απαιτούμενα μέτρα που διασφαλίζουν μεταξύ άλλων την ενιαία, ποιοτική και ελεύθερη πρόσβαση των μαθητών με ειδικές ανάγκες στην εκπαίδευση και την απαιτούμενη υποστήριξή τους προκειμένου να διευκολυνθεί η ουσιαστική εκπαίδευσή τους χωρίς να υπάρχουν περιορισμοί όσον αφορά την πρόσβαση σε αυτή λόγω της όποιας αδυναμίας ή ετερότητας. Σύμφωνα με την υφιστάμενη νομοθεσία η Ειδική Αγωγή είναι οργανικά ενταγμένη στα δημόσια σχολεία και πρέπει να θεωρείται αυτονόητη η επέκταση της και στα μειονοτικά σχολεία. Παράλληλα στα Ειδικά Σχολεία της Θράκης στα οποία φοιτούν μαθητές με ειδικές ανάγκες προερχόμενοι από την μειονότητα, είναι απαραίτητο να υπάρχουν εκπαιδευτικοί της ειδικής αγωγής οι οποίοι να γνωρίζουν τη μητρική γλώσσα αυτών των μαθητών. Το ίδιο ισχύει και για τα τοπικά ΚΕΔΔΥ.
Η υψηλού επιπέδου κατάρτιση για όλους τους δασκάλους, άρα και για αυτούς του δίγλωσσου προγράμματος των μειονοτικών σχολείων, αποτελεί εκπαιδευτικό δικαίωμα των μαθητών και βασική υποχρέωση της Ελληνικής Πολιτείας στο πλαίσιο της ισονομίας. Με πρόσφατη τροπολογία του το Υπουργείο Παιδείας άλλαξε τον τρόπο πανεπιστημιακής εκπαίδευσης των εκπαιδευτικών του τουρκόγλωσσου προγράμματος σπουδών των μειονοτικών σχολείων, οι οποίοι πλέον θα πρέπει να είναι υποχρεωτικά απόφοιτοι Πανεπιστημιακού Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης που στη συνέχεια θα αποφοιτούν από το Διδασκαλείο Εκπαιδευτικών Μειονοτικού Προγράμματος (Δ.Ε.Μ.Π.) της Μειονοτικής Εκπαίδευσης στην Αλεξανδρούπολη. Πρόκειται για μια προσπάθεια δημιουργίας- εισαγωγής μιας «ειδικής δομής» της οποίας η επιτυχία θα κριθεί στο μέλλον από τα αποτελέσματά της.
Έτσι, από τη μία δεν επιτρέπεται να υπηρετούν στο ελληνόγλωσσο πρόγραμμα των μειονοτικών σχολείων εκπαιδευτικοί, απόφοιτοι Παιδαγωγικών Τμημάτων της ημεδαπής, που προέρχονται από τη μειονότητα, ενώ από την άλλη δεν επιτρέπεται επίσης η υπηρεσία εκπαιδευτικών στο πρόγραμμα μαθημάτων στη μητρική γλώσσα των μειονοτικών σχολείων που δεν προέρχονται από τη μειονότητα (χριστιανών). Και βέβαια αυτό συμβαίνει γιατί τέτοιοι δεν υπάρχουν αφού ποτέ δεν επιτράπηκε σε μη μέλη της μειονότητας (χριστιανούς) να φοιτήσουν και να αποφοιτήσουν από την Ειδική Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης, την Κατεύθυνση Δασκάλων Μειονοτικού Προγράμματος του Παιδαγωγικού Τμήματος του Αριστοτελείου και σύμφωνα με την τελευταία τροπολογία και πάλι αποκλείονται από τη συμμετοχή στο Δ.Ε.Μ.Π. Καταργείται έτσι κάθε συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στην εργασία, σε βάρος χριστιανών και μουσουλμάνων εκπαιδευτικών, επιμένοντας στο διαχωρισμό τους με βάση το θρήσκευμα και όχι την απαραίτητη για τη διδασκαλία κατάρτιση.
Φωτεινό σημείο υπήρξε η κατάργηση του Συντονιστικού Γραφείου της Μειονοτικής Εκπαίδευσης και της άμεσης παρέμβασης του Υπουργείου Εξωτερικών σε αυτήν και η διοικητική ενσωμάτωσή της στην Περιφερειακή Διεύθυνση Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, όπου ανήκουν όλες οι σχολικές μονάδες της περιοχής. Επιπλέον, για πρώτη φορά πριν λίγες μέρες οι μουσουλμάνοι δάσκαλοι των μειονοτικών σχολείων ψήφισαν και εκλέξανε τους εκπροσώπους τους στα υπηρεσιακά συμβούλια (ΠΥΣΠΕ, ΠΥΣΔΕ, ΑΠΥΣΠΕ, ΑΠΥΣΔΕ). Ακόμη, για πρώτη φορά θεσμοθετήθηκε η επιλογή σχολικών συμβούλων για τους δασκάλους του προγράμματος στη μητρική γλώσσα των μειονοτικών σχολείων, ώστε και αυτοί να υποβοηθούνται κατάλληλα στο έργο τους.
Το πρόβλημα είναι πολυπαραγοντικό και οι λέξεις πρέπει να είναι μετρημένες και λίγες και κυρίως να οδηγούν σε αποτέλεσμα μέσω της σωστής λύσης. Στο πρόβλημα συντελούν στερεότυπα, παγιωμένες αντιλήψεις, καχυποψίες, φόβοι που οδηγούν σε ημίμετρα και το κυριότερο η αδιαθεσία για λήψη σημαντικών πολιτικών αποφάσεων. Διότι απαιτείται ισχυρή θέληση για τη λήψη τέτοιων αποφάσεων και ακόμη περισσότερο για την εφαρμογή τους. Και μέχρι σήμερα καμία κυβέρνηση δεν έδειξε να διαθέτει την αποφασιστικότητα που απαιτείται για να προχωρήσει σε αυτές.
Ωστόσο, μια κυβέρνηση της Αριστεράς δεν είναι και δεν μπορεί να είναι σαν τις προηγούμενες. Είναι καθήκον της η βελτίωση της παρεχόμενης εκπαίδευσης και η κατοχύρωση του εκπαιδευτικού αγαθού για όλα τα παιδιά, όπως και όσο το χρειάζονται, και η αντιμετώπιση του ζητήματος της μειονοτικής εκπαίδευσης σε όλες του τις διαστάσεις.
*Ο Αϊχάν Καρά Γιουσούφ είναι βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ.
Πηγή: Εφημερίδα «Η Αυγή»