ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ-Η ΑΞΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΤΩΝ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ – ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗΣ ΦΟΙΤΗΤΡΙΑΣ ΡΟΔΙΝΟΥ ΧΡΥΣΗΣ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Τμήμα Κοινωνικής Εργασίας – Μέρος 3ο
ΜΕΡΟΣ Α΄
Κεφάλαιο 1ο
1.1 Ο ορισμός της αναπηρίας.
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να τονιστεί το γεγονός ότι τα άτομα με αναπηρία αποτελούν ένα σημαντικό ποσοστό στην κοινωνία, ωστόσο η αποδοχή και τα δικαιώματα που έχουν διεκδικήσει και πετύχει μέχρι σήμερα, δεν ήταν δεδομένα και γενικώς αποδεκτά πάντα. Μέχρι τη δεκαετία του 1980, τα άτομα με αναπηρία δεν κατείχαν σημαντική θέση στο κοινωνικό σύνολο με τις συνέπειες που φέρει αυτό, όπως έλλειψη οικονομικών προνομίων, ιατρικής περίθαλψης, εργασιακής εξασφάλισης και κοινωνικής αποδοχής, λαμβάνοντας έτσι το στίγμα των «απροσάρμοστων»,
«ανάπηρων» και «ανώμαλων» μελών. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί είχαν ως αποτέλεσμα την υποβάθμιση της προσωπικής αξίας των ατόμων αυτών, την υποτίμηση των ικανοτήτων τους και τον υπερτονισμό της διαφορετικότητας με την αρνητική έννοια, μετατρέποντας την αναπηρία ως το μοναδικό στοιχείο το οποίο χαρακτηρίζει το άτομο με κάποιου είδους αναπηρία. Το 1978, ξεκίνησε να χρησιμοποιείται ο όρος «Άτομα με ειδικές ανάγκες», στοχεύοντας την ευαισθητοποίηση της κοινωνίας και την αποφυγή του στιγματισμού των ατόμων.(Τσιμπιδάκη,2013)
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ) (2002), η αναπηρία ορίζεται ως το αποτέλεσμα οργανικών ή περιβαλλοντικών αιτιών, τα οποία δημιουργούν ένα σύνολο εμποδίων σε σημαντικές εκφάνσεις της ζωής, όπως η αυτοεξυπηρέτηση, η απασχόληση, η εκπαίδευση, η ψυχαγωγία και η γενικότερη κοινωνική συμμετοχή1.Ωστόσο, το να αποδώσει κανείς στον όρο αυτόν έναν ακριβή ορισμό ο οποίος να περιλαμβάνει όλες τις πτυχές του είναι αρκετά δύσκολο, ίσως και ακατόρθωτο. Το γεγονός αυτό έρχεται να επαληθεύσει η ύπαρξη δύο διαφορετικών τρόπων ανάλυσης του. Η πρώτη ονομάζεται International Classification of Impairments, Disabilities and Handicaps (ICIDH) και υποστηρίζει ότι η αναπηρία είναι μια συνύπαρξη τριών ορισμών, της βλάβης που ορίζεται ως η απώλεια της λειτουργικότητας σε διάφορους τομείς στη ζωή του ατόμου, της αναπηρίας που ισούται με τον περιορισμό που αντιμετωπίζει ένα άτομο στην πραγματοποίηση οποιαδήποτε δραστηριότητας και τέλος της μειονεξίας, η οποία αναφέρεται στις συνέπειες που έχει ο περιορισμός και η αδυναμία αυτή στο άτομο. Ενώ, η δεύτερη ανάλυση, η ICIDH-2, λειτούργησε ως μία προσπάθεια βελτίωσης της απόδοσης του όρου αυτού μέσα από ένα σύνολο τριών διαστάσεων. Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη αναφέρεται στα σωματικά σημάδια, η δεύτερη στις συνέπειες που έχει στο επίπεδο της λειτουργικότητας του ατόμου και η τρίτη διάσταση επικεντρώνεται στον κοινωνικό αντίκτυπο που έχει στο άτομο (Παπαχρηστόπουλος, 2013).
Ωστόσο ο επικρατέστερος ορισμός τα τελευταία χρόνια είναι αυτός που έχει οριστεί με βάση τον νόμο για τα άτομα με αναπηρία στις ΗΠΑ(ADA), ο οποίος αμφισβητεί το ιατρικό μοντέλο2. Σύμφωνα με τον ορισμό αυτόν, η αναπηρία ορίζεται, είτε ως μια σωματική ή νοητική βλάβη που περιορίζει τη λειτουργικότητα του ατόμου, είτε ως η ύπαρξη μιας τέτοιας βλάβης στο παρελθόν, είτε ακόμη και ως αυτή που έχει οριστεί με βάση την κοινωνία ως βλάβη. Βέβαια, για την καλύτερη κατανόηση του όρου αυτού χρειάζεται να υπογραμμιστεί το γεγονός ότι η χρήση της λέξης
«περιορίζει», στοχεύει στη μετάδοση του μηνύματος ότι το άτομο που βρίσκεται αντιμέτωπο με μία τέτοιου είδους βλάβη αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες στην λειτουργικότητα και στην πραγματοποίηση των καθημερινών του δραστηριοτήτων σε σύγκριση με το υπόλοιπο μέρος της κοινωνίας (Olkin, 2019).
Σύμφωνα με την απόφαση του Συμβουλίου των Υπουργών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (απ. 93/136/ΕΟΚ), όπως αυτή αναφέρεται στην επίσημη Εφημερίδα Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (9/3/93): «ΑμεΑ είναι τα άτομα που έχουν είτε μόνιμες, είτε προσωρινές βλάβες, ανικανότητες, αδυναμίες, αναπηρίες ή συνδυασμό των παραπάνω, προερχόμενες από φυσική, ψυχική ή νοητική ανεπάρκεια. Πρόκειται για άτομα με σοβαρές ανεπάρκειες ή μειονεξίες, οι οποίες περιορίζουν ή αποκλείουν την εκτέλεση δραστηριότητας ή λειτουργίας, η οποία θεωρείται κανονική για έναν άνθρωπο»3. Επίσης σύμφωνα με τον ισχύοντα Νόμο 3699/2008, ο οποίος αναφέρεται στον
«Καθορισμό μαθητών με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες», περιλαμβάνονται οι μαθητές που αντιμετωπίζουν δυσκολίες για μικρό ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα στην εκπαιδευτική τους πορεία εξαιτίας αισθητηριακών, νοητικών, γνωστικών, αναπτυξιακών δυσκολιών και ψυχικών και νευροψυχικών διαταραχών. Παράλληλα, εντάσσονται και οι μαθητές με παραβατική συμπεριφορά λόγω κακοποίησης, γονικής παραμέλησης και ενδοοικογενειακής βίας, καθώς και μαθητές που διαθέτουν ταλέντα και ικανότητες ανεπτυγμένα σε μεγαλύτερο επίπεδο με βάση την ηλικιακή τους ομάδα (Τσιμπιδάκη,2013).
Ένας από τις πιο πρόσφατους νόμους, σχετικά με την ειδική εκπαίδευση είναι ο Ν 4823/2021, ο οποίος δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ Α 136 στις 03 Αυγούστου του 2021 και περιλαμβάνει 245 διατάξεις που βασίζονται στη βελτίωση του εκπαιδευτικού συστήματος. Μεταξύ αυτών είναι ο θεσμός της αξιολόγησης των εκπαιδευτικών, οι νέες δομές υποστήριξης του εκπαιδευτικού έργου , η λειτουργία του ΚΕ.Δ.Α.Σ.Υ και ο τρόπος επιλογής των στελεχών. Μία από τις πιο βασικές διατάξεις του άρθρου αυτού είναι και η ίδρυση Σχολικών Δικτύων Εκπαιδευτικής Υποστήριξης (Σ.Δ.Ε.Υ.), τα οποία στοχεύουν στην ισότιμη πρόσβαση όλων των παιδιών στην μόρφωση και την εκπαίδευση. Ταυτόχρονα ιδιαίτερη σημασία στην εκπαιδευτική διαδικασία συνιστά και η συγκρότηση της Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, η οποία αποτελείται από μία διεπιστημονική ομάδα, η οποία περιλαμβάνει τον διευθυντή της σχολικής μονάδας ως Πρόεδρος του της επιτροπής, έναν εκπαιδευτικό ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης (Ε.Α.Ε), έναν κοινωνικό λειτουργό και έναν ψυχολόγο. Η επιτροπή αυτή λειτουργεί ως μέσο ελέγχου της εκπαιδευτικής διαδικασίας αλλά και ως μέσο υποστήριξης των μαθητών.4
1https:// www.noesi.gr/ book/ study/ amea-kai-posoi-einai
2Βλ. κεφ. 1.2.
3https://www.noesi.gr/book/study/amea-kai-posoi-einai
4https://www.kodiko.gr/nomothesia/document/739038/nomos-4823-2021
