Η όραση είναι η πολυτιμότερη αίσθηση του ανθρώπου. Τα μάτια προσφέρουν το φως και τα χρώματα και στέλνουν στη μνήμη μας τις εμπειρίες και τις εικόνες μιας ολόκληρης ζωής. Μας δίνουν τη δυνατότητα να παρατηρήσουμε το σύμπαν ένα εκατομμύριο έτη φωτός μακριά και να εξετάσουμε με απόλυτη λεπτομέρεια ένα λουλούδι που κρατάμε στο χέρι.
Η όραση είναι η πιο θαυμαστή από τις αισθήσεις, όμως συχνά τη θεωρούμε δεδομένη και αποτυγχάνουμε να τη προστατέψουμε ενώ σπανίως καταλαβαίνουμε απόλυτα τους μηχανισμούς λειτουργίας της.
Κερατόκωνος ονομάζεται ο κερατοειδής κωνικού σχήματος. Αποτελεί μια ασυνήθιστη κατάσταση κατά την οποία ο κερατοειδής (το διαυγές πρόσθιο τμήμα του ματιού) γίνεται πολύ λεπτό και επιμηκύνεται παθολογικά, δημιουργώντας μία προεξοχή. Το παθολογικό σχήμα που αποκτά ο κερατοειδής μπορεί να προκαλέσει σοβαρή παραμόρφωση στην όραση.
Ο χειρουργός-οφθαλμίατρος Αναστάσιος Ι. Κανελλόπουλος, αναπληρωτής καθηγητής Οφθαλμολογίας στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης (NYU), εξηγεί τι είναι ο κερατόκωνος, πως αναπτύσσεται και ποιες είναι οι υπάρχουσες θεραπείες γι΄ αυτόν.
Συμπτώματα και θεραπεία
Τα πρώτα συμπτώματα του κερατόκωνου είναι θόλωση της όρασης και παραμόρφωση των εικόνων.
Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται κατά την εφηβεία ή στην αρχή της τρίτης δεκαετίας ζωής. Η νόσος εξελίσσεται συνήθως με αργούς ρυθμούς για 10 έως 20 χρόνια και στη συνέχεια σταματά να εξελίσσεται. Αρχίζει, δηλαδή, συνήθως γύρω στα 15 και η εξέλιξή της «παγώνει» στα 35 χρόνια.
Συνήθως εμφανίζεται σαν μυωπία που αλλάζει συνεχώς με αυξανόμενο αστιγματισμό. Αυτή η αρχική αλλαγή συνήθως ευαισθητοποιεί τον οφθαλμίατρο για τη διάγνωση.
Κάθε οφθαλμός μπορεί να προσβληθεί σε διαφορετικό βαθμό. Με την εξέλιξη της νόσου η όραση μπορεί να παραμορφωθεί, καθώς ο κερατοειδής γίνεται πιο κυρτός και ουλοποιείται.
Μια ξαφνική μείωση της οπτικής οξύτητας μπορεί να παρουσιασθεί όταν ο κερατοειδής εμφανίσει διόγκωση. Η διόγκωση μπορεί να επιμείνει για εβδομάδες ή μήνες.
Εάν εμφανισθεί ξαφνική διόγκωση του κερατοειδούς (η πάθηση του ύδρωπα), ο γιατρός μπορεί να συνταγογραφήσει σταγόνες ή και προστατευτικό φακό επαφής για προσωρινή ανακούφιση. Κατά τη διάρκεια αυτής της επιπλοκής ο κερατοειδής θα πρέπει να προστατεύεται από πιθανό τραυματισμό γιατί γίνεται ιδιαίτερα ευπαθής για ρήξη.
Η βάση της θεραπείας είναι η χορήγηση φακών επαφής και στην πλειονότητά τους οι ασθενείς δηλώνουν ικανοποιημένοι με αυτούς. Χορηγούνται στην Ελλάδα από ειδικευμένους οπτικούς. Οι φακοί επαφής που χρησιμοποιούνται στον κερατόκωνο είναι αρχικά ημίσκληροι και στην συνέχεια ειδικοί ημίσκληροι για κερατόκωνο (με μικρότερη διάμετρο 7-5 χιλιοστά, έτσι ώστε να εφαρμόζουν στον «οξύ» κώνο).
Πρέπει να σημειωθεί ότι οι φακοί επαφής δεν αποτελούν θεραπεία για τον κερατόκωνο. Υπάρχει η εσφαλμένη αντίληψη ότι η χρήση ημίσκληρων φακών «επιπεδώνει» ή και «διορθώνει» τον κώνο. Στην ουσία απλώς προσφέρουν καλύτερη όραση. Εάν διακοπεί η χρήση των φακών για 1-2 μήνες ο κερατοειδής αποκτά το σχήμα και την ισχύ που θα είχε ακόμα και εάν οι φακοί δεν είχαν χρησιμοποιηθεί.
Όταν η όραση δεν είναι πλέον ικανοποιητική με γυαλιά ή φακούς, συνιστάται η χειρουργική θεραπεία συνήθως με μεταμόσχευση κερατοειδούς (κερατοπλαστική). Κατά την επέμβαση αυτή μεγάλο μέρος του κεντρικού κερατοειδούς αφαιρείται και αντικαθιστάται με ανθρώπινο κερατοειδή από άτομο που απεβίωσε πρόσφατα.
Η χειρουργική αντιμετώπιση του κερατόκωνου εφαρμόζεται σε ποσοστό μόνο 10-20% των ασθενών που έχουν κλινικό κερατόκωνο.
Άλλες επεμβάσεις, όπως η ειδική εφαρμογή θερμότητας στον κερατοειδή (θερμοκερατοπλαστική) και η προσθήκη συμπληρώματος κερατοειδικού ιστού (επικερατοφακία) μπορεί επίσης να δοκιμασθούν.
Υπάρχουν επίσης νέες θεραπευτικές μέθοδοι, όπως η τοποθέτηση ενδοστρωματικών δακτυλίων (INTACS) ή η πολλά υποσχόμενη χρήση υπεριώδους φωτός (UVA).
Μεταμοσχεύσεις κερατοειδούς (κερατοπλαστική)
Ο κερατοειδής είναι ένα από τα πρώτα όργανα του σώματος που χρησιμοποιήθηκαν για μεταμόσχευση, και τα μοσχεύματα κερατοειδούς παραμένουν μία από τις πιο συχνές και επιτυχείς επεμβάσεις μεταμόσχευσης.
Κατά την επέμβαση, τμήμα του παθολογικού κερατοειδούς αντικαθίσταται από μόσχευμα υγιούς κερατοειδούς που προέρχεται από μία τράπεζα μοσχευμάτων οφθαλμού. Εάν η επέμβαση είναι επιτυχής και ο κερατοειδής επουλώνει χωρίς προβλήματα, η όραση μπορεί να βελτιωθεί πολύ.
Όπως συμβαίνει με κάθε επέμβαση, η μεταμόσχευση κερατοειδούς απαιτεί κατάλληλη προετοιμασία. Ο χειρουργός θα πρέπει να γνωρίζει σε βάθος το ιστορικό της υγείας σας και να ελέγξει τα μάτια σας σε μία σειρά αναλυτικών εξετάσεων. Και εσείς, όμως, θα πρέπει παράλληλα να ακολουθήσετε ορισμένα βήματα προετοιμασίας.
Ο ιατρός, βασισμένος στο ιστορικό, μπορεί να ζητήσει να υποβληθείτε σε μια σειρά εξετάσεων ή να συμβουλευθείτε τους άλλους ιατρούς που σας παρακολουθούν. Ενημερώστε τον ιατρό για τα φάρμακα που τυχόν χρησιμοποιείτε, ακόμη και χωρίς συνταγή ιατρού, όπως η ασπιρίνη. Επίσης, ενημερώστε τον αν είστε αλλεργικοί σε κάποια ουσία.
Οι εξετάσεις περιλαμβάνουν έλεγχο της οράσεως και της κατάστασης του κερατοειδούς. Η αξιολόγηση της υγείας του υπόλοιπου οφθαλμού είναι σημαντική, γιατί εάν υπάρχει οποιαδήποτε παθολογία στα άλλα τμήματα του ματιού, η αντικατάσταση του κερατοειδούς δεν μπορεί να βελτιώσει την όραση.
Οι εξετάσεις που γίνονται για τον κερατόκωνο είναι η ηλεκτρονική μελέτη του κερατοειδή ORBSCAN σε συνδυασμό με την κλασική τοπογραφία και την οπτική παχυμετρία.
Την ημέρα της κερατοπλαστικής, θα σας δοθούν οι απαραίτητες οδηγίες προετοιμασίας. Η επέμβαση πραγματοποιείται στο νοσοκομείο. Μπορεί να επιστρέψετε στο σπίτι την ίδια ημέρα, ειδάλλως εάν κρίνεται απαραίτητο μπορεί να νοσηλευθείτε για μία ημέρα.
Εάν λαμβάνετε φάρμακα για άλλα προβλήματα, ο οφθαλμίατρός σας θα καθορίσει εάν και πότε πρέπει να διακόψετε την αγωγή σας. Σταγόνες με αντιβίωση χρησιμοποιούνται πριν από την επέμβαση. Δεν θα πρέπει να γευματίσετε ή να πιείτε τίποτα για 6-12 ώρες πριν από την επέμβαση.
Θα νιώσετε όσο το δυνατόν πιο άνετα για την επέμβαση. Συνήθως φοράτε μία ειδική μπλούζα για το χειρουργείο. Η τοπική αναισθησία θα σας κάνει να μην νιώθετε πόνο αλλά ταυτόχρονα να μην κοιμάστε και να αντιλαμβάνεστε τα πάντα. Πριν το χειρουργείο και εφόσον το επιθυμείτε θα σας δοθεί ένα καταπραϋντικό σκεύασμα.
Κατά την επέμβαση που συνήθως πραγματοποιείται με τοπική (μόνο στο μάτι) αναισθησία, ο χειρουργός-οφθαλμίατρος θα χρησιμοποιήσει πολύ λεπτά εργαλεία καθώς και το χειρουργικό μικροσκόπιο.
Η επέμβαση αρχίζει με την αφαίρεση τμήματος του δικού σας παθολογικού κερατοειδούς και αντικατάσταση με αντίστοιχο τμήμα ενός υγιούς και καθαρού κερατοειδή από τον δότη.
Ο καινούριος κερατοειδής ράβεται στη θέση του με λεπτά ράμματα. Τα ράμματα αυτά είναι σχεδόν αόρατα με γυμνό μάτι και δεν προκαλούν πόνο, παρόλο που μπορεί να νιώθετε φαγούρα ή ερεθισμό για μία εβδομάδα μετά από την επέμβαση.
Ο κερατοειδής επουλώνεται αργά. Η πλήρης επούλωση και η τελική διόρθωση στην όραση μπορεί να έχει διάρκεια ενός έτους ή και περισσότερο.
Το μόσχευμα έχει σαν σκοπό την αντικατάσταση του πολύ «κυρτού» κώνου. Η διαδικασία αποκατάστασης απαιτεί δύο στάδια:
Το πρώτο στάδιο είναι να γίνει δεκτός και να συντηρείται από το σώμα του δέκτη. Αυτό επιτυγχάνεται αρκετά συχνά, αν και το νεαρό της ηλικίας αποτελεί μειονέκτημα όσο πιο νέο το άτομο, τόσο ισχυρότερη είναι η άμυνα του οργανισμού και κατά συνέπεια τόσο πιθανότερη η απόρριψη. Γενικά στις κερατοπλαστικές για κερατόκωνο που γίνονται συνήθως σε άτομα ηλικίας 20-35 ετών, η πιθανότητα απόρριψης είναι 5-8%. Αντίθετα, η πιθανότητα απόρριψης σε άτομα ηλικίας άνω των 65 είναι κάτω από 5%. Το δεύτερο στάδιο αποκατάστασης είναι η καλύτερη δυνατή λειτουργία του ξένου κερατοειδούς σαν φακός. Κατά τη διάρκεια της μεταμόσχευσης καταβάλλεται προσπάθεια να αυξηθεί στο μέγιστο η ικανότητα αυτή. Η τελευταία εξέλιξη σήμερα είναι η χρήση της συσκευής HANA για την προετοιμασία του δότη ιστού και του κερατοειδούς του δέκτη, για την καλύτερη δυνατή «εφαρμογή». Η χρήση μικροχειρουργικής τεχνικής, μικροσκοπικών ραμμάτων και η χειρουργική εμπειρία αποτελούν επίσης απαραίτητα στοιχεία για την επιτυχία της επέμβασης.
Είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποκτήσει τέλειο σχήμα ο νέος σας κερατοειδής. Κατά συνέπεια, ο αστιγματισμός (κατάσταση κατά την οποία ο κερατοειδής έχει ανώμαλο σχήμα, κάνοντας τις εικόνες θολερές ή παραμορφωμένες), είναι συχνός μετά από μεταμόσχευση κερατοειδούς.
Ο αστιγματισμός μετά από τη μεταμόσχευση αποτελεί τον κανόνα και όχι την εξαίρεση. Κατά μέσον όρο οι μεταμοσχευμένοι κερατοειδείς έχουν 4-5 βαθμούς αστιγματισμού, γεγονός που καθιστά δύσκολη τη ρύθμιση της τελικής όρασης του ασθενούς.
Ο αστιγματισμός αυτός διαφέρει από τον κερατόκωνο διότι είναι ομαλός και διορθώνεται ευκολότερα με ημίσκληρους φακούς επαφής.
Υπάρχει ωστόσο δυνατότητα διόρθωσης του μετεγχειρητικού αστιγματισμού. Σε αυτές τις περιπτώσεις και εφόσον έχουν μεσολαβήσει τουλάχιστον 12 μήνες από την επέμβαση, η ανάγκη για χρήση φακών επαφής για την αποκατάσταση της οράσεως μπορεί να εξαλειφθεί με την τεχνική LASIK (χρήση λέιζερ για τη διόρθωση μυωπίας και αστιγματισμού στο μόσχευμα).
Θα πρέπει να γίνει κατανοητό πως η κερατοπλαστική δεν αποτελεί τη θεραπεία του κερατόκωνου. Χρησιμοποιείται μόνο όταν έχει εξαντληθεί η χρήση φακών επαφής σαν εναλλακτική διόρθωση της όρασης, αφού και μετά την επέμβαση μπορεί να απαιτείται χρήση φακών.
Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι ένα μόσχευμα κερατοειδούς έχει χρόνο ζωής περίπου 10 έως 15 έτη. Άρα είναι πιθανό να χρειαστούν περισσότερα από ένα μοσχεύματα κατά τη διάρκεια της ζωής του ασθενούς.
Επιπλέον, η βιωσιμότητα σε ένα επιτυχές μόσχευμα δεν βασίζεται μόνον στο κατά πόσον διορθώνει την όραση, αλλά και από την εξέταση του ενδοθηλίου μετεγχειρητικά.
Ενδοστρωματικοί δακτύλιοι (ΙΝTACS)
Μέχρι πρόσφατα, η μοναδική χειρουργική θεραπεία ήταν η μεταμόσχευση κερατοειδούς. Στις μέρες μας, υπάρχουν νέες θεραπευτικές μέθοδοι. Ανάμεσα σε αυτές βρίσκεται και η τοποθέτηση ενδοστρωματικών δακτυλίων (INTACS). Πρόκειται για μικροσκοπικά πλαστικά ενθέματα που τοποθετούνται κάτω από την επιφάνειά και στην περιφέρεια του κερατοειδούς, και αλλάζουν το σχήμα του. Με τον τρόπο αυτό αντιτίθενται στην παθολογική διόγκωση του κερατοειδούς με αποτέλεσμα τη βελτίωση της όρασης.
Οι ενδοστρωματικοί δακτύλιοι έχουν το μειονέκτημα ότι συνήθως δεν μπορούν να παραμείνουν μόνιμα στον κερατοειδή, αν και πάντοτε υπάρχει η δυνατότητα να αφαιρεθούν εάν αυτό χρειαστεί, επαναφέροντας μετά από 1 μήνα το μάτι στην αρχική του κατάσταση.
Η επέμβαση της ένθεσης των ενδοστρωματικών δακτυλίων γίνεται με τοπική αναισθησία και διαρκεί περίπου 15 λεπτά. Με την τοποθέτηση των ενδοστρωματικών δακτυλίων σταθεροποιείται ο κερατόκωνος και επιτυγχάνεται βελτίωση της φυσικής όρασης καθώς και της διορθωμένης με γυαλιά όρασης. Τα αποτελέσματα στην όραση είναι αντιληπτά σε λιγότερες από 24 ώρες μετά την επέμβαση.
Πιστεύεται ότι ο ιδανικός υποψήφιος για αυτή την επέμβαση είναι αυτός που έχει κερατόκωνο, δεν μπορεί να φορέσει γυαλιά, ούτε φακούς επαφής και ο κερατοειδής του δεν εμφανίζει σημαντική κεντρική ουλή (κάτι που συμβαίνει συχνά στον κερατόκωνο).
Με εμπειρία άνω των 10 ετών, η συγκεκριμένη μέθοδος θεωρείται «δοκιμασμένη» και αρκετά ασφαλής. Εφαρμόζεται και στην Ελλάδα σε ειδικευμένα κέντρα με μεγάλη επιτυχία.
Πρέπει όμως να θεωρηθούν σαν μία προσωρινή λύση, διότι αρκετά συχνά θα πρέπει να αφαιρεθούν μέσα σε διάστημα 1-2 χρόνων.
Θεραπεία cross-linking με υπεριώδες φως (UVACL)
Οι βιολογικές και μηχανικές ιδιότητες του κερατοειδούς καθορίζονται από την περιεκτικότητα σε ίνες κολλαγόνου και από τη σύνδεση αυτών μεταξύ τους.
Στον κερατόκωνο οι ίνες κολλαγόνου του κερατοειδούς δεν συνδέονται μεταξύ τους σταθερά και σαν αποτέλεσμα ο κερατοειδής είναι πιο ελαστικός και πιο «μαλακός».
Με την μέθοδο cross-linking, χωρίς να γίνει τομή στον κερατοειδή, το κολλαγόνο γίνεται λιγότερο ελαστικό (πιο φυσιολογικό). Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη σταθεροποίηση και σε μερικές περιπτώσεις την άμβλυνση του κώνου και άρα τη βελτίωση της όρασης.
Η θεραπεία γίνεται με χρήση ενός φαρμάκου που λέγεται ριβοφλαβίνη και έκθεση του ματιού σε υπεριώδη ακτινοβολία (UVA).
Μία μεγάλη καινοτομία με αυτή τη μέθοδο, που εν συντομία αποκαλείται UVACL, είναι το γεγονός ότι εάν μετά απομείνει αστιγματισμός ή/και μυωπία, μπορεί να γίνει φωτοδιαθλαστική κερατεκτομή (επιφανειακό laser διόρθωσης μυωπίας και αστιγματισμού).
Η φωτοδιαθλαστική κερατεκτομή εάν γίνει μόνη της μπορεί να έχει ασταθή αποτελέσματα στον κερατόκωνο, αλλά δείχνει να έχει πολύ σταθερά αποτελέσματα εάν έχει προηγηθεί UVACL. Η σημαντική αυτή εξέλιξη μπορεί να δώσει λύση και στις εκτασίες του κερατοειδή (ιατρογενής κερατόκωνος) μετά από επεμβάσεις LASIK.
Ο συνδυασμός της UVACL με την φωτοδιαθλαστική κερατεκτομή έχει μόλις λίγα χρόνια εφαρμογής. Μέχρι σήμερα, όμως, δεν έχουν παρατηρηθεί παρενέργειες στην κλινική πράξη, καθιστώντας τη μέθοδο αυτή μία από τις ασφαλέστερες συντηρητικές θεραπείες για τον κερατόκωνο.
Στην ουσία η θεραπεία γίνεται με ενστάλαξη στα μάτια του ασθενούς αναισθητικών σταγόνων και σταγόνων ριβοφλαβίνης. Στη συνέχεια, ο ασθενής κοιτάζει μία τεχνητή πηγή UVA για 30 λεπτά. Η όλη διαδικασία πραγματοποιείται εύκολα και άνετα σε επίπεδο εξωτερικού ιατρείου.
Μετά από τη θεραπεία αυτή, γίνεται διόρθωση της μυωπίας και του αστιγματισμού με πρόσθετη επιφανειακή σύγκλιση με λέϊζερ.
Πηγή: www.health.ana-mpa.gr
