ΚΕΦΑΛΑΙΟ 4
ΛΕΚΤΙΚΕΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΟΥ
Για να μετακινηθούμε στον χώρο πολλές φορές χρειάζεται να πάρουμε οδηγίες και να μας περιγράψει κάποιος λεκτικά το πώς θα κατευθυνθούμε στον προορισμό μας. Για να επικοινωνήσουμε αυτού του είδους τις πληροφορίες απαιτούνται κάποιοι μετασχηματισμοί. Στην περίπτωση που θέλουμε κατευθύνσεις για κάποια διαδρομή, η χωρική γνώση που έχουμε για μια περιοχή ευρείας κλίμακας, η οποία είναι αποτέλεσμα αντιληπτικής αλλά και αντιληπτικο-κινητικής εμπειρίας, μετατρέπεται σε ένα σύνολο λεκτικών παραγωγών (Allen, 2000).
Αρχικά, οι συνομιλητές πρέπει να έχουν χωρική γνώση της περιοχής που θα περιγραφεί και να ενεργοποιήσουν την αναπαράσταση της. Μετά, πρέπει να επιλέξουν μια διαδρομή σε αυτή την περιοχή και να κατατμήσουν τη διαδρομή ώστε να είναι δυνατή η μετακίνηση από το ένα τμήμα στις διαδρομής σε ένα άλλο. Αυτό προϋποθέτει τη μετατροπή της διαδρομής σε λεκτικές οδηγίες που και οι δύο συνομιλητές κατανοούν. Μεταξύ του ατόμου που ψάχνει για πληροφορίες και αυτού που τις δίνει υπάρχει συνεχής αλληλεπίδραση μεταξύ των νοητικών αναπαραστάσεων και των γλωσσικών εκφράσεων που χρησιμοποιούν ώστε να διασφαλιστεί ότι γίνονται κατανοητές οι οδηγίες. Ωστόσο, οι οδηγίες για μια διαδρομή φαίνεται να ποικίλλουν σε ποιότητα και αποτελεσματικότητα (Tversky, 2000, Lovelace, Hegarty & Montello, 1999).
Σύμφωνα με τον Allen (2000) ένα επικοινωνιακό επεισόδιο στο οποίο δίνονται οδηγίες μιας διαδρομής μπορεί να διαχωριστεί σε τέσσερις φάσεις: την έναρξη, την περιγραφή στις διαδρομής, την εξασφάλιση και το κλείσιμο. Η λεκτική περιγραφή, βέβαια, είναι το κυρίαρχο στοιχείο της επικοινωνίας. Οι λεκτικές περιγραφές αποτελούνται από συγκεκριμένα στοιχεία τα οποία είναι τα εξής: περιβαλλοντολογικά χαρακτηριστικά (environmental features), δείκτες ορίων (delimiters), ρήματα κίνησης (verbs of movement) και ρήματα κατάστασης (state-of- being verbs). Η αποτελεσματικότητα των οδηγιών εξαρτάται από την οργάνωση και την διανομή αυτών των στοιχείων.
Τα περιβαλλοντολογικά χαρακτηριστικά είναι ονόματα τα οποία αναφέρονται σε αντικείμενα και σε τεχνητά ή φυσικά ή γνωρίσματα των αντικειμένων τα οποία μπορούν να παρατηρηθούν κατά την μετακίνηση. Τα χαρακτηριστικά αυτής της κατηγορίας που συναντώνται πιο συχνά στις περιγραφές διαδρομών είναι τα ορόσημα, τα μονοπάτια και τα σημεία επιλογής. Τα ορόσημα είναι τα στοιχεία εκείνα που μπορούν να λειτουργήσουν ως σημεία αναφοράς, τα μονοπάτια αποτελούν τα πιθανά ή πραγματικά κανάλια κίνησης, όπως είναι οι δρόμοι και τα πεζοδρόμια ενώ τα σημεία επιλογών είναι τα μέρη εκείνα που αφήνουν επιλογές σχετικά με το ποιο μονοπάτι να ακολουθήσει κανείς (Allen, 2000).
Οι δείκτες ορίων είναι λεκτικοί όροι οι οποίοι ορίζουν τις επικοινωνιακές δηλώσεις ή προσφέρουν διαχωριστικές πληροφορίες για τα περιβαλλοντολογικά χαρακτηριστικά. Συγκεκριμένα, οι περιγραφές των αποστάσεων δίνουν λεπτομέρειες για τα μέρη τα οποία διαχωρίζουν τα σημεία αναφοράς χρησιμοποιώντας σταθερές μονάδες (π.χ. μέτρα), συμβατικές μη σταθερές μονάδες (π.χ. οικοδομικά τετράγωνα), χρονικές μονάδες (π.χ. λεπτά) ή ακόμα και ασαφείς κρίσεις (π.χ. μακριά από εδώ). Οι περιγραφές κατευθύνσεων δίνουν λεπτομέρειες για τις χωρικές σχέσεις από την άποψη ενός αφηρημένου πλαισίου αναφοράς (π.χ. με βάση τα σημεία του ορίζοντα, ενός πλαισίου αναφοράς που βασίζεται στο περιβάλλον ή σε αντικείμενα ή ενός σωματοκεντρικού πλαισίου αναφοράς. Συνήθως οι περιγραφές αυτές συμπεριλαμβάνουν προθέσεις και επιρρήματα όπως μακριά από, μπροστά από, μεταξύ, πλάι, απέναντι κ. α. (Allen, 2000).
Τα ρήματα κίνησης μπορούν να συμπτυχθούν σημασιολογικά στην εντολή “πήγαινε” ή “στρίψε” και υποδηλώνουν κατευθύνσεις οι οποίες προδιαγράφουν την πορεία που θα ακολουθήσει ο περιηγητής. Τα ρήματα κατάστασης όπως το ρήμα “είναι” ή “θα δεις”, υποδηλώνουν περιγραφές οι οποίες δίνουν πληροφορίες για στις σχέσεις μεταξύ των περιβαλλοντολογικών χαρακτηριστικών που υπάρχουν στη διαδρομή (Allen, 2000).
Σύμφωνα με τον Allen (2000) οι προσεγγίσεις που έχουν υιοθετηθεί για να οριστούν τα ποιοτικά χαρακτηριστικά που πρέπει να έχουν οι λεκτικές περιγραφές μιας διαδρομής ώστε να διευκολύνουν την εύρεση της είναι δύο. Η μία προσέγγιση αφορά τη στρατηγική της «μείωσης στα απαραίτητα» (reduction to essentials) και η δεύτερη προσέγγιση αφορά τη στρατηγική των καλύτερων πρακτικών (best practices).
Η πρώτη προσέγγιση υιοθετήθηκε από τους Daniel και Denis (1998) και Denis (1997), οι οποίοι για να καθορίσουν το ποια στοιχεία πρέπει να έχει μια περιγραφή η οποία περιέχει μόνο τα απαραίτητα στοιχεία ακολούθησαν την εξής διαδικασία. Έδωσαν σε άτομα τα οποία ήταν εξεικοιωμένα με μια γεωγραφική περιοχή τις περιγραφές που παρήγαγαν τα υποκείμενα της έρευνάς τους για να τις κρίνουν και να αφαιρέσουν τα περιττά στοιχεία που υπήρχαν στις περιγραφές. Τα στοιχεία τα οποία συμπεριέλαβαν το 70% των κριτών συμπεριλήφθηκαν σε μια σκελετική περιγραφή (skeletal description).
Σύμφωνα με στις παραπάνω ερευνητές οι απαραίτητες πληροφορίες σε μια καλή περιγραφή μιας διαδρομής είναι ένα σύνολο των εξής βημάτων:
1) Εντόπισε τον ακροατή σε ένα σημείο αναχώρησης.
2) Ξεκίνα την κίνηση (συνήθως υπονοώντας την).
3) Επεσήμανε ένα ορόσημο.
4) Επαναπροσανατόλισε τον ακροατή.
5) Ξεκίνα την κίνηση.
6) Επανέλαβε τα βήματα 2-3-4.
Ακόμη, οι ερευνητές αναφέρουν ότι τα βήματα αυτά δεν είναι απαραίτητο να βρίσκονται σε ξεχωριστές εκφράσεις. Ακόμη, αναφέρουν ότι τα ορόσημα επιλέγονταν με βάση την εικονικότητα, την καταλληλότητα, τη διακριτικότητα και τη μονιμότητα τους. Ακόμη, τα ορόσημα εξυπηρετούσαν διαφορετικές λειτουργίες όπως το να σηματοδοτήσουν την αλλαγή δράσης στο χώρο, να εντοπίσουν άλλα ορόσημα και να επιβεβαιώσουν τη διαδρομή. Ομοίως και οι δράσεις ήταν δυο ειδών, αλλαγές στον προσανατολισμό και συνέχεια προς την ίδια κατεύθυνση. Οι προτάσεις οι οποίες θεώρησαν οι κριτές ως περιττές και αφαιρέθηκαν ήταν αυτές που έλεγαν «προχώρα ευθεία», αυτές που αναφέρονταν σε πληροφορίες δευτερεύουσας σημασίας ή αυτές που περιέγραφαν τα ορόσημα (Daniel & Denis, 1998, Denis, 1997, όπως αναφέρεται από την Tversky, 2000).
Η δεύτερη προσέγγιση που αφορά τις καλύτερες πρακτικές είναι αποτέλεσμα ερευνητικών ευρημάτων που προσφέρουν θεωρητική βάση για την εξαγωγή υποθέσεων για το ποιες είναι οι καλές πρακτικές. Η πρώτη πρακτική αναφέρεται στην χρονικο-χωρική ιεραρχία των δηλώσεων. Για παράδειγμα, σύμφωνα με την αρχή της φυσικής σειράς, η σειρά με την οποία η πληροφορία παρουσιάζεται πρέπει να είναι συνεπής με τη φυσική σειρά του περιεχόμενου της (Levelt, 1989, όπως αναφέρεται από τον Allen, 2000). Ακόμη, οι διαδοχικές περιγραφές οι οποίες αντιστοιχούν στην σειρά με την οποία τα αντικείμενα ή οι δράσεις έλαβαν χώρα γενικά διευκολύνουν την κατανόηση ή την μνήμη αυτών των αντικειμένων ή των δράσεων σε παιδιά και σε ενηλίκους (Clark, 1973, όπως αναφέρεται από τον Allen, 2000). Η υπόθεση που εξάγεται από τα παραπάνω ευρήματα είναι ότι οι περιγραφές που αναφέρουν την κίνηση και τα περιβαλλοντολογικά χαρακτηριστικά σύμφωνα με την σειρά την οποία βιώθηκαν ή αποδόθηκαν οδηγούν σε καλύτερη εύρεση στις διαδρομής (Allen, 2000).
Η δεύτερη πρακτική αναφέρεται στην μείωση στις αβεβαιότητας στα σημεία όπου αλλάζει η πορεία. Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να εγκαθιδρυθεί και να συντηρηθεί ένα κοινό έδαφος για στις συνομιλητές. Αυτό μπορεί να συμβεί αν δίνονται άμεσες και οριστικές αναφορές όταν περιγράφονται τα σημεία επιλογής. Με άλλα λόγια πρέπει να γίνεται ξεκάθαρο στον περιηγητή ποια περιβαλλοντολογικά στοιχεία θα συναντήσει στα σημεία επιλογής αλλά και το πώς πρέπει να αντιδράσει (Clark, 1992, όπως αναφέρεται από τον Allen, 2000).
Η τρίτη πρακτική αφορά την επιλογή των δεικτών ορίων. Ακολουθώντας την ίδια λογική της κοινής γνώσης μεταξύ των συνομιλητών οι περιγραφές θα πρέπει να χρησιμοποιούν δείκτες ορίων οι οποίοι είναι κατάλληλοι για το εκάστοτε περιβάλλον αλλά και για τον ομιλητή. Για παράδειγμα, τα οικοδομικά τετράγωνα είναι κατάλληλα για μια αστική περιοχή ενώ το πλαίσιο αναφοράς με βάση τα σημεία του ορίζοντα δεν είναι κατάλληλο για έναν περιηγητή που δεν είναι συνηθισμένος με ένα τέτοιου είδους πλαίσιο αναφοράς (Allen, 2000).
Συμφωνώντας με τα παραπάνω και μια άλλη έρευνα που μελέτησε τις λεκτικές περιγραφές που κάνουν τα άτομα για χώρους που έχουν απομνημονεύσει έδειξε ότι οι περιγραφές των ατόμων αυτών οργανώνονται ιεραρχικά, με τα ορόσημα που προεξέχουν, είτε λειτουργικά, είτε ως φυσική παρουσία να περιγράφονται πρώτα. Το περιβάλλον διαμορφώνεται κατά τμήματα, όπου κάθε τμήμα περιγράφει ένα σημείο αυτού του περιβάλλοντος και μετά περιγράφει τις τοποθεσίες των σχετικών ορόσημων. Τα άτομα χρησιμοποιούν, είτε την προοπτική στις διαδρομής, είτε την τοπογραφική/χαρτογραφική προοπτική ή μια μικτή περιγραφή για να συσχετίσουν τα ορόσημα με τα τμήματα ή τα τμήματα μεταξύ τους (Tversky & Taylor, 1998).
Οι Lovelace, Hegarty και Montello (1999) συγκεντρώνοντας στοιχεία από διάφορες έρευνες αναφέρουν ότι σημαντικές πτυχές των λεκτικών οδηγιών είναι οι εξής:
α) η προειδοποίηση του περιηγητή για τα επερχόμενα σημεία επιλογής
β) η αναφορά των ορόσημων στα σημεία επιλογής
γ) οι διορθωτικές δηλώσεις όταν χάνεται ένα σημείο επιλογής
δ) τα ορόσημα σε αντιδιαστολή με τα ονόματα δρόμων
ε) οι αποστάσεις μεταξύ σημείων επιλογών
στ) η καθοδήγηση του περιηγητή σχετικά με το που να πάει μετά από ένα σημείο επιλογής
ζ) η παροχή πληροφοριών, οι οποίες επιτρέπουν την επαναφορά μετά από σφάλματα
η) η παροχή πληροφοριών με γραμμική οργάνωση (χρησιμοποιώντας, για παράδειγμα, λέξεις, όπως, «μετά», επικεντρώνοντας σε μια διαδοχική παρά σε μια συνολική οπτική)
θ) η παροχή ενός ελάχιστου ποσού από περιττές πληροφορίες.
4.1. Είδος προοπτικής στις λεκτικές περιγραφές
Όπως έχει ήδη αναφερθεί η χωρική γνώση είναι από στις πρώτες μορφές γνώσης που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος καθώς την χρησιμοποιεί καθημερινά και η ζωή του οργανώνεται με βάση αυτήν την γνώση. Η έρευνα γύρω από τη χωρική γνώση αλλά και από το πώς η γλώσσα αποδίδει την γνώση αυτή μπορεί να διαχωριστεί στην έρευνα για τα ευρείας κλίμακας περιβάλλοντα, όπου το ενδιαφέρον στρέφεται στις συνέπειες αλλά και στις ειδοποιούς διαφορές που έχουν οι διαφορετικοί τύποι λεκτικών περιγραφών, και στην έρευνα για τα μικρής κλίμακας περιβάλλοντα, όπου το ενδιαφέρον στρέφεται στα αντικείμενα που μας περιβάλλουν κατά την μετακίνηση μας. Και στις δύο περιπτώσεις η νοητική αναπαράσταση που δημιουργούμε για τον χώρο απαιτεί τη σύνθεση τμημάτων του περιβάλλοντος τα οποία αποκτώνται σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Η αντίληψη που έχουμε για παράδειγμα για την γειτονιά που μένουμε ή που δουλεύουμε δημιουργείται από διαδοχικές εμπειρίες (Tversky & Taylor, 1998).
Έχει προταθεί ότι υπάρχουν δυο τρόποι με τους οποίους μπορούμε να μάθουμε ή να δούμε ένα περιβάλλον ευρείας κλίμακας. Ο πρώτος τρόπος αναφέρεται στην μετακίνηση μας μέσα σε ένα περιβάλλον κατά την οποία ακολουθούμε κάποιες διαδρομές ενώ ο δεύτερος αναφέρεται στο κοίταγμα ενός χώρου από πάνω, συνήθως από μια υψηλότερη θέση ή μέσω ενός χάρτη (Steyvers & Kooijman, 2009, Peruch, Chabanne, Nesa, Thinus-Blanc & Denis, 2006, Noordzij & Postma, 2005). Αυτές οι δύο διαφορετικές προοπτικές στον τρόπο που μπορούμε να δούμε ένα περιβάλλον αντανακλώνται και στον τρόπο που γίνεται η λεκτική περιγραφή για αυτόν το χώρο.
Ειδικότερα, η περιγραφή στην οποία χρησιμοποιείται η προοπτική της διαδρομής (route perspective), μεταφέρει τον παραλήπτη στο περιβάλλον και του δίνει πληροφορίες για τη θέση των ορόσημων και των διαφόρων αντικειμένων σε σχέση με τη συνεχώς μετακινούμενη θέση του. Συνήθως, ξεκινάει με την ονομασία του πρώτου αντικειμένου και μετά αναδύεται βήμα βήμα η διάταξη του περιβάλλοντος ακολουθώντας μια διαδοχική οργάνωση και παρουσιάζοντας κάθε νέο αντικείμενο με μια γραμμική οργάνωση. Σε αυτήν την περιγραφή οι χωρικές σχέσεις υποδηλώνονται με σχετικούς χωρικούς όρους, όπως στα δεξιά σου ή αριστερά σου, ενώ χρησιμοποιούνται ρήματα κίνησης σε β΄ πρόσωπο (Noordzij & Postma, 2005).
Η περιγραφή που χρησιμοποιεί την τοπογραφική/χαρτογραφική προοπτική (survey prospective) υιοθετεί την «οπτική που έχει το μάτι ενός πουλιού» (bird’s-eye view). Σε αυτήν, η θέση των αντικειμένων περιγράφεται με βάση τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Χρησιμοποιούνται, δηλαδή, συμβατικοί χωρικοί όροι, όπως νότια/βόρεια ή δυτικά/ανατολικά. Τα αντικείμενα αναφέρονται το καθένα ξεχωριστά με ιεραρχική οργάνωση, δηλαδή το ένα σε σχέση με το άλλο. Το περιβάλλον χωρίζεται σε διάφορες περιοχές και κάθε περιοχή περιγράφεται με τη σειρά της (Noordzij & Postma, 2005).
Η αναπαράσταση βάσει της διαδρομής που ακολουθεί το άτομο για τη μετακίνηση στο χώρο, συνεπάγεται τη συνεχή χρήση του σώματος ως σημείου αναφοράς. Αυτό του είδους η γνώση δεν έχει πλαστικότητα, με την έννοια ότι δεν επιδέχεται αναδιοργάνωση, λόγω της διαρκούς μετακίνησης του σώματος ή των αλλαγών στην προοπτική και φαίνεται να επαρκεί όταν κινείται κανείς σε οικείους χώρους (Tinti et al., 2006). Η αναπαράσταση βάση της διαδρομής απεικονίζει μία διαδοχή παρακείμενων τμημάτων και στροφών, η οποία, όμως, είναι έρμαιο αντιληπτικής διαστρέβλωσης και ενδεχόμενης μνημονικής αστάθειας (Loomis, Klatzky, Golledge, Cicinelli, Pellegrino & Fry, 1993).
Η αναπαράσταση βάση της τοπογραφικής προοπτικής είναι μία διεργασία κατά την οποία αξιοποιούνται οι πληροφορίες που προκύπτουν από την μετακίνηση στο χώρο προκειμένου να σχηματιστεί μία αναπαράσταση της διάταξης (συγκεκριμένα της κατεύθυνσης και της απόστασης) των επιμέρους χαρακτηριστικών της διαδρομής, χωρίς την περιοριστική ανάγκη για εγγύτητα και διαδοχικότητα στα χαρακτηριστικά αυτά (Loomis et al., 1993). Η γνώση που απορρέει από την υιοθέτηση μιας τέτοιας πρακτικής αφορά τις τοπογραφικές ιδιότητες του χώρου, όπως ο εντοπισμός των αντικειμένων βάσει ενός σταθερού αλλοκεντρικού συστήματος συντεταγμένων και οι ευθύγραμμες αποστάσεις. Αυτού του είδους η αναπαράσταση συνδέεται με την κωδικοποίηση της χωρική διάταξης από μία εξωτερική οπτική γωνία και περιλαμβάνει πληροφορίες που δεν έχουν αποκτηθεί από άμεση εμπειρία με το χώρο. Η τοπογραφική/χαρτογραφική αναπαράσταση φαίνεται να προσφέρει καλύτερη βάση γνώσεων για μια πιο ευέλικτη επίλυση αναδυόμενων προβλημάτων καθώς τα απρόβλεπτα εμπόδια μπορούν να αντιμετωπιστούν υπολογίζοντας μια εναλλακτική διαδρομή κάτι που δεν μπορεί να συμβεί στην περίπτωση της αναπαράστασης με βάση τη διαδρομή (Steyvers & Kooijman, 2009). Ακόμη, η αναπαράσταση αυτή υποστηρίζει την ικανότητα υπολογισμού της κατεύθυνσης σημείων που βρίσκονται εκτός οπτικού πεδίου ή την ικανότητα υπολογισμού χωρικών σχέσεων για τις οποίες δεν υπάρχει προηγούμενη εμπειρία (Tinti et al., 2006).
Τα άτομα με πρόβλημα όρασης βασίζονται σε απτικές, ακουστικές και κατά περίπτωση σε οσφρητικές πληροφορίες. Αυτό σημαίνει ότι η πρόσβαση που έχουν στις πληροφορίες αυτές είναι περισσότερο διαδοχική καθώς δεν μπορούν να κοιτάξουν γύρω γύρω τον χώρο και να κάνουν μια επισκόπηση με «μια ματιά». Οι πληροφορίες που παίρνουν, δηλαδή, μοιάζουν με την αναπαράσταση με βάση την προοπτική της διαδρομής (Steyvers & Kooijman, 2009). Σύμφωνα, με τους Loomis et al. (1993) η αποτελεσματική πλοήγηση στο χώρο απουσία στις όρασης είναι αποτέλεσμα πέντε διαδικασιών, οι οποίες είναι η εξής:
α) η συλλογή αισθητηριακών, δηλαδή, απτικών, ακουστικών, ιδιοδεκτικών πληροφοριών για την κίνηση του σώματος ή τα ορόσημα, β) η δημιουργία σημαδιών της διαδρομής (μπορεί να είναι μια αισθητηριακή καταγραφή ή μια πιο αφηρημένη αναπαράσταση με βάση τη διαδρομή), γ) ο σχεδιασμός μιας τοπογραφικής αναπαράστασης των θέσεων ή της διάταξης των χωρικών χαρακτηριστικών, δηλαδή, των μονοπατιών και των αντικειμένων που συναντώνται (χρησιμοποιεί πληροφορίες, όπως, η κατεύθυνση και η απόσταση), δ) ο σχεδιασμός των επιθυμητών πορειών βάσει των προηγούμενων
αναπαραστάσεων και τέλος, ε) η εκτέλεση των πορειών αυτών.
4.2. Έρευνες που μελετούν τον τρόπο (οπτικό- λεκτικό) απόκτησης των χωρικών πληροφοριών ή την προοπτική που υιοθετείται στις λεκτικές περιγραφές του χώρου
Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους οποίους μια χωρική πληροφορία μπορεί να επεξεργαστεί και να οργανωθεί για να πάρει την μορφή νοητικών αναπαραστάσεων. Οι διαφορετικοί αυτοί τύποι πληροφοριών δεν είναι απαραίτητο να οδηγούν στην κατασκευή όμοιων αναπαραστάσεων. Ο τρόπος με τον οποίον μια πληροφορία αποκτάται (μέσω της όρασης ή μέσω μιας λεκτικής περιγραφής) αλλά και η προοπτική με την οποία αυτή η πληροφορία παρουσιάζεται (διαδρομής ή τοπογραφικής) μπορεί να ασκήσει επίδραση στη δομή και στην ακρίβεια των νοητικών αναπαραστάσεων (Peruch et al., 2006). Στη συνέχεια θα περιγραφούν έρευνες οι οποίες εξετάζουν είτε μόνον τον έναν τρόπο απόκτησης πληροφοριών είτε συγκρίνουν τους διαφορετικούς τρόπους απόκτησης των χωρικών πληροφοριών και της προοπτικής που υιοθετείται.
Μια έρευνα η οποία εξετάζει την κατασκευή γνωστικών χαρτών μέσω προφορικών λεκτικών περιγραφών είναι αυτή του Foos (1980). Η έρευνα αυτή προέρχεται από τις έρευνες για τις απλές γραμμικές διατάξεις (simple linear orderings).
Σε αυτές τις έρευνες, παρουσιάζονται στα υποκείμενα προτάσεις οι οποίες δίνουν λεπτομέρειες για ζευγαρωτές σχέσεις μεταξύ γειτονικών αντικειμένων και κατόπιν ζητείται από τα υποκείμενα να κατασκευάσουν την γραμμική διάταξη των αντικειμένων. Για παράδειγμα, οι προτάσεις: ο αγρότης είναι αριστερά από τον στρατιώτη (ΒΓ), ο στρατιώτης είναι αριστερά από τον δάσκαλο (ΓΔ), και ο γιατρός είναι αριστερά από τον αγρότη (ΑΒ), θα έπρεπε να παράγουν την εξής διάταξη: γιατρός, αγρότης, στρατιώτης, δάσκαλος (ΑΒΓΔ). Η επιτυχής νοητική κατασκευή φαίνεται να είναι αποτέλεσμα της σειράς με την οποία οι σχέσεις παρουσιάζονται. Οι διατάξεις στις οποίες οι προτάσεις (μετά την πρώτη) παρουσιάζουν ένα νέο αντικείμενο μαζί με ένα αντικείμενο που έχει προηγουμένως παρουσιαστεί (match orders, ζευγαρωτές διατάξεις) παράγουν καλύτερη επίδοση από ότι οι διατάξεις στις οποίες η δεύτερη πρόταση παρουσιάζει δύο νέα αντικείμενα (nonmatch orders, μη ζευγαρωτές διατάξεις) (Foos, 1980).
Αυτή η γραμμική κατασκευή, επηρεάζεται από διάφορες διαδικασίες οι οποίες εξαρτώνται και από τον τύπο των διατάξεων. Έτσι, στις ζευγαρωτές διατάξεις δύο διαδικασίες συμβαίνουν όταν τα εισερχόμενα γεγονότα περιέχουν ένα παλιό και ένα καινούριο αντικείμενο. Στην πρώτη διαδικασία (Α1) ένα νέο αντικείμενο ενσωματώνεται στο τέλος μιας αποθηκευμένης αναπαράστασης ενώ στη δεύτερη διαδικασία (Α2) ένα νέο αντικείμενο ενσωματώνεται στην αρχή μιας αποθηκευμένης αναπαράστασης. Η πρώτη διαδικασία είναι ευκολότερη από τη δεύτερη. Για παράδειγμα η σειρά ΑΒ, ΒΓ είναι ευκολότερη από την σειρά ΒΓ, ΑΒ. Για τους περισσότερους χάρτες, ο βοράς υπηρετεί την αρχή και ο νότος το τέλος στην διάσταση βοράς-νότος, ενώ η δύση υπηρετεί την αρχή και η ανατολή το τέλος στην διάσταση δύση-ανατολή. Σύμφωνα με το παραπάνω μοντέλο, δηλαδή, η κατασκευή η οποία απορρέει από το βορά προς το νότο και από τη δύση προς την ανατολή είναι πιο εύκολη από την κατασκευή η οποία απορρέει από το νότο προς το βορά και από την ανατολή προς τη δύση (Foos, 1980).
Ο Foos διενήργησε τρία πειράματα με τα οποία εξέτασε την κατασκευή μονοδιάστατων και δυσδιάστατων γνωστικών χαρτών μέσω προτάσεων οι οποίες περιείχαν πληροφορίες για γειτονικά ζευγάρια αντικειμένων σε έναν χάρτη μιας πόλης. Οι προτάσεις ήταν της εξής μορφής: το αντικείμενο 1 είναι Χ από το αντικείμενο 2 ή το αντικείμενο 1 έχει το αντικείμενο 2 στην Χ πλευρά του, όπου το Χ αναπαριστούσε το βορά, το νότο, τη δύση ή την ανατολή. Οι χειρισμοί που έκανε στο πείραμα αφορούσαν τη σειρά με την οποία παρουσιαζόταν η πληροφορία, τον τύπο του υπό κατασκευή χάρτη, και τη σχέση μεταξύ των παρουσιαζόμενων αντικειμένων και των προηγούμενων προτάσεων.
Τα αποτελέσματα της έρευνας του έδειξαν ότι τα υποκείμενα έκαναν την καλύτερη κατασκευή όταν η διάταξη στον χάρτη ήταν ολοκληρωμένη κι όχι μερική. Μερική διάταξη υπάρχει όταν οι σχέσεις μεταξύ των αντικειμένων στο χάρτη δεν εξακριβώνονται ολικώς από τις εισερχόμενες πληροφορίες. Ακόμη, η κατασκευή ήταν καλύτερη όταν η κάθε εισερχόμενη πρόταση παρουσίαζε μια νέα πληροφορία, η οποία μπορούσε να ενσωματωθεί άμεσα, μέσω ενός ζευγαρωτού αντικειμένου, σε μια πληροφορία που είχε προηγουμένως παρουσιαστεί και όταν τα νέα αντικείμενα μπορούσαν να προστεθούν στο τέλος παρά στην αρχή μιας αποθηκευμένης πληροφορίας. Επιπλέον, τα υποκείμενα δυσκολεύτηκαν περισσότερο στην κατασκευή ενός δυσδιάστατου χάρτη από ότι στη μονοδιάστατη γραμμική διάταξη. Ακόμη, φάνηκε ότι αυξάνοντας τα αντικείμενα στο χάρτη μειώθηκε η επίδοση των υποκειμένων, ενώ δεν επηρεάστηκε η απόδοση τους από τη διάταξη των αντικειμένων (Foos, 1980).
Άλλη έρευνα που βρήκε ότι η σειρά με την οποία παρουσιάζονται οι πληροφορίες επηρεάζει τη δομή των αναπαραστάσεων είναι των Denis και Cocude (1992). Η έρευνα αυτή προέρχεται από τις μελέτες που υιοθετούν το παράδειγμα των ανιχνεύσεων των εικόνων (image scanning paradigm). Το παράδειγμα αυτό υποστηρίζει ότι όταν ζητείται από τους ανθρώπους να ανιχνεύσουν νοητικά, από την μια πλευρά ως την άλλη, μια οπτική εικόνα μιας χωρικής διαμόρφωσης, όσο πιο μεγάλη είναι η απόσταση μεταξύ δύο σημείων σε αυτή τη διαμόρφωση, τόσο πιο πολύ χρόνο τους παίρνει για να εξετάσουν αυτήν την εικόνα. Αυτή η χρονομετρική συνέπεια θεωρείται ως ένδειξη της μετρικής ποιότητας της νοητικής αναπαράστασης στην οποία εφαρμόζεται η διαδικασία ανίχνευσης και ως απόδειξη της δομικής ισομορφίας των νοητικών εικόνων και των διαμορφώσεων που αναπαριστούν.
Το παράδειγμα των ανιχνεύσεων των εικόνων (image scanning paradigm) έχει αξία καθώς εφαρμόζεται όχι μόνο σε αντικείμενα τα οποία έχουν γίνει προηγουμένως αντιληπτά αλλά και σε αντικείμενα των οποίων οι εικόνες έχουν δημιουργηθεί από λεκτικές περιγραφές των διαμορφώσεων. Πρόκειται, δηλαδή, για εικόνες οι οποίες δημιουργούνται ελλείψει κάποιων τρεχουσών ή πρόσφατων εισερχόμενων ερεθισμάτων που λαμβάνονται μέσω στις αντίληψης. Αυτές οι εικόνες μπορεί να μην είναι ακριβείς αν η λεκτική περιγραφή δεν είναι ολοκληρωμένη. Αν, όμως, παρέχονται σαφείς πληροφορίες, οι οποίες ορίζουν μετρικά τις σχέσεις μεταξύ των συνθετικών στοιχείων της περιγραφής οι εικόνες μπορεί να είναι ακριβείς και να έχουν μεγάλη αναφορική αξία (Denis & Kosslyn, 1999).
Έχει παρατηρηθεί ότι υπάρχουν δυο τυπικά μοτίβα απαντήσεων σε έρευνες όπου οι συμμετέχοντες μελετούσαν οπτικά έναν χάρτη. Πρώτον, είναι η επίδραση της χωρικής προπαίδευσης (spatial priming effect) και δεύτερον, η επίδραση της συμβολικής απόστασης (symbolic distance effect).
Στην πρώτη περίπτωση (spatial priming effect), όταν τα άτομα μαθαίνουν μια απλή οπτική διάταξη ενός αριθμού αντικειμένων, τα αντικείμενα τα οποία είναι χωρικά το ένα κοντά στο άλλο αναμένονται να φέρνουν στην μνήμη το ένα το άλλο (McNamara, 1986).
Συνεπακολούθως, όταν μια χωρική διάταξη μαθαίνεται μέσα από μια λεκτική περιγραφή διαφορετικά είδη προπαίδευσης (priming) συμβαίνουν ανάλογα με τη φύση της αναπαράστασης που σχηματίζεται. Αν δηλαδή τα άτομα αναπαριστούν μόνο το κείμενο (υπάρχει δηλαδή μόνο επιφανειακή αναπαράσταση) τότε θα αναμένεται να υπάρχει προπαίδευση σε σχέση με την πρόταση κι όχι σε σχέση με την χωρική εγγύτητα. Αν όμως, τα υποκείμενα διαμορφώνουν μια χωρική αναπαράσταση μέσα από μια λεκτική περιγραφή η οποία αναφέρεται σε μια οπτική εικόνα τότε τα αντικείμενα τα οποία είναι κοντά στον χώρο θα φέρνουν στην μνήμη το αντικείμενο- στόχο του έργου περισσότερο από τα αντικείμενα που είναι απομακρυσμένα, ανεξαρτήτως αν αναφέρονται στις ίδιες ή σε ξεχωριστές προτάσεις (Noordzij & Postma, 2005).
Στη δεύτερη περίπτωση (symbolic distance effect), αν οι αναπαραστάσεις που δημιουργούν τα άτομα από έναν χάρτη ή μια λεκτική περιγραφή μετατραπούν σε μια αναλογική αναπαράσταση και γίνει μια εσωτερική ψυχολογική κρίση για τις αποστάσεις, τότε μια αντίστροφη σχέση μεταξύ του χρόνου απάντησης και τις διαφορές στις αποστάσεις αναμένεται. Όσο πιο μεγάλη είναι η διαφορά της απόστασης δυο αντικειμένων τόσο πιο γρήγορα και σωστότερα αναμένεται να μετρηθεί αυτή η διαφορά σε έργα που εξετάζουν την επίδραση της συμβολικής απόστασης (Noordzij & Postma, 2005).
Με βάση τα παραπάνω, οι Denis και Zimmer (1992) διενήργησαν ένα πείραμα στο οποίο ζητούσαν από τα υποκείμενα να μάθουν μια χωρική διαμόρφωση, είτε μέσω της οπτικής αναπαράστασης ενός χάρτη, είτε μέσω της επεξεργασίας μιας λεκτικής περιγραφής του. Η διαμόρφωση περιλάμβανε έξι γεωγραφικές λεπτομέρειες οι οποίες ήταν τοποθετημένες στην περιφέρεια του χάρτη σε θέσεις στις οποίες η περιγραφή τις έκανε σαφείς χρησιμοποιώντας την ώρα ως συμβατικό σημείο τοποθεσίας (για παράδειγμα, «στις 11 η ώρα υπάρχει ένα λιμάνι». Αφού τα υποκείμενα μάθαιναν τον χάρτη ή την λεκτική περιγραφή του, έπρεπε να σχεδιάσουν την εικόνα της διαμόρφωσης και να αποφασίσουν ποια από τις δύο σχεδιασμένες αποστάσεις ήταν η πιο μεγάλη.
Τα αποτελέσματα της έρευνας τους έδειξαν ότι μετά την εκμάθηση του χάρτη, η μέση συχνότητα των σωστών απαντήσεων αυξανόταν καθώς το μέγεθος της υπό εξέτασης διαφοράς αυξανόταν. Αυτή η επίδραση ήταν εμφανής και στη συνθήκη κατά την οποία δημιουργούταν μια νοητική αναπαράσταση μέσω λεκτικών περιγραφών. Είναι σημαντικό ότι έγιναν σωστές εκτιμήσεις των αποστάσεων παρόλο που δεν υπήρχε προηγούμενη οπτική εμπειρία κατά την εκμάθηση και παρόλο που δεν έγιναν εμφανείς οι αποστάσεις κατά την περιγραφή. Ωστόσο, φαίνεται ότι οι μετρικές εκτιμήσεις ενσωματώθηκαν στην αναπαράσταση την οποία τα υποκείμενα δημιούργησαν ενώ κωδικοποιούσαν την περιγραφή. Στην ίδια έρευνα στο δεύτερο πείραμα, όπου υπήρχε μόνο η συνθήκη εκμάθησης μέσω λεκτικής περιγραφής φάνηκε ότι ο χρόνος που χρειάζονταν τα υποκείμενα για να παράγουν σωστές απαντήσεις μειωνόταν όσο η διαφορά μεταξύ των αποστάσεων που συγκρίνονταν μεγάλωνε (Denis & Zimmer, 1992).
Σε μία άλλη έρευνα χρησιμοποιήθηκε πάλι το κείμενο που περιέγραφε τον ίδιο χάρτη ενός φανταστικού κυκλικού νησιού με έξι ορόσημα τοποθετημένα στην περιφέρεια του, που χρησιμοποιήθηκε και στην έρευνα των Denis και Zimmer (1992), αλλά αυτή την φορά τα υποκείμενα της έρευνας άκουγαν την περιγραφή δύο φορές και μετά εκτελούσαν το τεστ ανίχνευσης για τρεις συνεχόμενες φορές. Τα αποτελέσματα τους υποστηρίζουν ότι η ικανότητα των νοητικών εικόνων να αναπαριστούν με ακρίβεια τα αντικείμενα στα οποία αναφέρονται είναι αποτέλεσμα σταδιακής επεξεργασίας. Ακόμη, υποστηρίζουν ότι η θέση ενός ορόσημου που αναφέρεται στην περιγραφή δεν αναπαρίσταται ως ένα ξεκάθαρο σημείο στην νοητική εικόνα αλλά σχετίζεται με μια περιοχή γύρω από αυτό το σημείο. Η εκμάθηση της περιγραφής επιτρέπει τη σταδιακή μείωση της περιοχής της αβεβαιότητας που σχετίζεται με τη θέση του ορόσημου ως τον εντοπισμό της ακριβής του θέσης (Denis, Goncalves, & Memmi, 1995).
Μία πιο πρόσφατη έρευνα η οποία εξέτασε την επίδραση της απόστασης των αντικειμένων μέσω λεκτικών περιγραφών του χώρου είναι αυτή των Noordzij και Postma (2005). Αυτοί οι ερευνητές χρησιμοποίησαν πιο σύνθετες λεκτικές περιγραφές από αυτές των Denis και Zimmer (1992). Τα κείμενα τους περιείχαν λεκτικές περιγραφές πραγματικών περιβαλλόντων, όπως ένα εμπορικό κέντρο και ένας ζωολογικός κήπος. Ακόμη, οι ερευνητές χρησιμοποίησαν δύο ειδών περιγραφές. Οι περιγραφές με την προοπτική στις διαδρομής (route perspective) τοποθετούν το υποκείμενο μέσα στη διαδρομή και του δίνουν πληροφορίες για τη θέση των αντικειμένων σε σχέση με τη δική του αλλαγή θέσης. Αντίθετα, οι περιγραφές με την τοπογραφική προοπτική (survey perspective) υιοθετούν τη θέα που έχει το «μάτι ενός πουλιού» και περιγράφουν τα αντικείμενα σε σχέση με τη θέση των ίδιων των αντικειμένων.
Τα αποτελέσματα τους έδειξαν ότι οι μεγαλύτερες διαφορές στην μετρική απόσταση ήταν πιο εύκολο να συγκριθούν από τις μικρότερες διαφορές, κάτι το οποίο είναι αναμενόμενο να παρατηρηθεί και όταν συγκρίνονται πραγματικές αποστάσεις σε έναν οπτικό χάρτη. Ακόμη, φάνηκε ότι και οι τοπογραφικές περιγραφές μπορούν να οδηγήσουν σε χωρικές αναπαραστάσεις οι οποίες έχουν μια πιο λεπτομερής τοποθέτηση των αντικειμένων σε σχέση με τις περιγραφές με την προοπτική της διαδρομής (Noordzi & Postma, 2005).
Η έρευνα που διεξήγαγε ο Denis (2008) επιβεβαίωσε τα παραπάνω ευρήματα αλλά παράλληλα προσέφερε επιπρόσθετες πληροφορίες καθώς διαχώρισε το δείγμα του σε άτομα με υψηλή οπτικο-χωρική ικανότητα και σε άτομα με χαμηλή οπτικο- χωρική ικανότητα με βάση τα σκορ τους σε ένα οπτικο-χωρικό τεστ (το Minnesota Paper Form Board, MPFB). Με βάση αυτόν το διαχωρισμό φάνηκε ότι όταν συγκρίνονται αποστάσεις με βάση μια αναπαράσταση η οποία προκύπτει από μια λεκτική περιγραφή, τα άτομα με υψηλή οπτικο-χωρική ικανότητα έχουν καλύτερη επίδοση και οι χρόνοι αντίδρασης τους είναι πιο μικροί από αυτούς των ατόμων με χαμηλή οπτικο-χωρική ικανότητα. Παρόμοια αποτελέσματα είχαν βρεθεί και σε παλαιότερη έρευνα των Denis και Cocude (1997), η οποία είχε ως στόχο τον εντοπισμό κάποιων υποκειμένων, τα οποία είναι πιο «άριστα» στη διαδικασία νοητικής ανίχνευσης (Denis & Cocude, 1997). Στην έρευνα του Denis (2008), διαπιστώθηκε, επίσης, ότι τα άτομα με χαμηλή οπτικο-χωρική ικανότητα πραγματικά προσπαθούν να κάνουν συγκρίσεις με βάση την νοητική αναπαράσταση αλλά έχουν πιο περιορισμένες πηγές δημιουργίας, χειρισμού και εκτέλεσης υπολογισμών σε αυτές τις εικόνες από τα άτομα με υψηλή οπτικο-χωρική ικανότητα. Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι οι μεγαλύτερες διαφορές στις επιδόσεις μεταξύ των δύο ομάδων παρατηρήθηκαν στα πιο δύσκολα στοιχεία του έργου, δηλαδή, σε αυτά που υπάρχουν λεπτές διαφορές και απαιτείται περισσότερο λεπτομερής εξέταση.
Μια ακόμη παρατήρηση των ερευνητών, η οποία είναι άξιας προσοχής αφορά το γεγονός ότι κατά τη διαδικασία ανίχνευσης τα άτομα με υψηλή και χαμηλή οπτικο- χωρική ικανότητα διαφέρουν στους απόλυτους χρόνους τους ενώ κατά τη δοκιμασία όπου απαιτείται να συγκρίνουν αποστάσεις διαφέρουν πάλι οι δύο ομάδες στους απόλυτους χρόνους τους, ωστόσο, δημιουργούν το ίδιο μοτίβο απαντήσεων. Οι λεπτές διαφορές είναι πιο δύσκολο να εντοπιστούν από τα άτομα με χαμηλή οπτικο- χωρική ικανότητα αλλά το συνολικό μοτίβο απαντήσεων είναι το ίδιο. Τα ευρήματα αυτά, υποστηρίζουν ότι τα άτομα αυτά χρησιμοποιούν τον ίδιο τύπο πηγών αναπαράστασης με τα άτομα με υψηλή οπτικο-χωρική ικανότητα αλλά η διαφορά τους έγκειται στο ποσό των διαθέσιμων πηγών υπολογισμών για να επεξεργαστούν αυτές τις αναπαραστάσεις (Denis, 2008).
Οι Peruch et al. (2006) θέλησαν να εξετάσουν τις ιδιότητες των νοητικών εικόνων που δημιουργούνται κάτω από συνθήκες μάθησης, οι οποίες είναι αποτέλεσμα συνδυασμού, είτε οπτικού ή λεκτικού τρόπου απόκτησης των πληροφοριών, είτε προοπτικής της διαδρομής ή τοπογραφικής προοπτικής. Οι συμμετέχοντες έπρεπε να απομνημονεύσουν ένα φανταστικό περιβάλλον (έναν κήπο ο οποίος περιείχε έξι αντικείμενα) υπό τις παρακάτω συνθήκες: α) βλέποντας τον χάρτη του κήπου (οπτική-τοπογραφική συνθήκη), β) βλέποντας μια μαγνητοσκοπημένη περιήγηση στο μονοπάτι γύρω από τον κήπο (συνθήκη οπτική- διαδρομή), γ) ακούγοντας μια λεκτική περιγραφή του χάρτη του κήπου (λεκτική τοπογραφική συνθήκη) και δ) ακούγοντας μια λεκτική περιγραφή της περιήγησης γύρω από τον κήπο (συνθήκη λεκτική-διαδρομή). Αργότερα τους ζητήθηκε να συγκρίνουν νοητικά τις αποστάσεις που χωρίζουν τα αντικείμενα μέσα στον κήπο.
Στο πρώτο πείραμα, όπου τα ζεύγη των υπό σύγκριση αποστάσεων είχαν κοινό σημείο εκκίνησης, φάνηκε ότι η συχνότητα των σωστών απαντήσεων ήταν υψηλότερη και οι χρόνοι αντίδρασης ήταν πιο μικροί όταν οι συμμετέχοντες μάθαιναν το περιβάλλον οπτικά παρά μέσω της λεκτικής περιγραφής. Ακόμη, οι συνθήκες στις οποίες υπήρχε η τοπογραφική προοπτική είχαν ως αποτέλεσμα υψηλότερης συχνότητας σωστές απαντήσεις και πιο μικρούς χρόνους αντίδρασης από τις συνθήκες με την προοπτική της διαδρομής. Στο δεύτερο πείραμα, όπου τα ζεύγη των αποστάσεων είχαν διαφορετικά σημεία εκκίνησης, βρέθηκαν παρόμοια αποτελέσματα μόνο που παρατηρήθηκαν μεγαλύτεροι χρόνοι αντίδρασης, γεγονός που αποδεικνύει ότι η διαδικασία της σύγκρισης ήταν πιο δύσκολη. Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας αποδεικνύουν ότι οι νοητικές χωρικές αναπαραστάσεις οι οποίες δημιουργούνται από διαφορετικές πηγές και υιοθετούν διαφορετικές προοπτικές, περιέχουν αυθεντικές μετρικές ιδιότητες με εξαίρεση το συνδυασμό της λεκτικής περιγραφής και της προοπτικής της διαδρομής κατά τη διαδικασία της εκμάθησης (Peruch et al., 2006).
4.3. Έρευνες που μελετούν τον τρόπο απόκτησης χωρικών πληροφοριών ή την προοπτική της λεκτικής περιγραφής που χρησιμοποιείται απουσία της όρασης
Υπάρχουν αρκετές έρευνες οι οποίες έχουν ως πρωταρχικό στόχο να καθορίσουν αν και σε πόσο βαθμό η όραση παίζει έναν κρίσιμο ρόλο στην κατασκευή νοητικών αναπαραστάσεων. Για να απαντήσουν σε αυτό το ερώτημα συμπεριλαμβάνουν στην έρευνα τους ομάδες ατόμων που είτε είναι εκ γενετής τυφλοί, είτε έχασαν αργότερα την όραση τους, ατόμων με μερική απώλεια όρασης και ατόμων με τυπική όραση που είτε έχουν δεμένα τα μάτια τους για τις ανάγκες των πειραματικών διαδικασιών, είτε όχι, και συγκρίνουν την επίδοση τους σε διάφορα χωρικά έργα.
Ειδικότερα, οι Noordzij, Zuidhoek και Postma (2006) θέλησαν να εξετάσουν την ικανότητα των ατόμων με απώλεια όρασης να κατασκευάσουν νοητικές αναπαραστάσεις βάσει διαφορετικών προοπτικών που υιοθετούνται σε λεκτικές περιγραφές. Δόθηκαν λεκτικές περιγραφές ενός φανταστικού ζωολογικού κήπου και ενός εμπορικού κέντρου. Το περιβάλλον είχε διαστάσεις 20X20cm και περιείχε 12 αντικείμενα, διαστάσεων 3X3cm. Οι περιγραφές ήταν δυο ειδών, μια με την προοπτική της διαδρομής (route perspective) και μία με την τοπογραφική προοπτική (survey prospective). Ζητήθηκε από τα υποκείμενα να συμμετέχουν σε δύο τύπους έργων. Στο πρώτο, το priming task, τα υποκείμενα έπρεπε να αποφασίσουν αν ένα αντικείμενο υπάρχει στην περιγραφή ή όχι. Στο δεύτερο, το distance comparison task, δυο αντικείμενα παρουσιάζονταν με ένα κενό 300 ms ανάμεσα τους και ζητείτο από τα υποκείμενα να σκεφτούν το περιβάλλον με βάση την τοπογραφική προοπτική καθώς και την απόσταση που χωρίζει τα δύο αντικείμενα. Επισημάνθηκε ότι η απόσταση αυτή θα τους χρειαζόταν ως σημείο αναφοράς για να κρίνουν μια άλλη απόσταση. Μετά από μια καθυστέρηση 2,000 ms ξαναπαρουσιάζονταν δυο αντικείμενα και τους ζητείτο να σκεφτούν την απόσταση τους. Έπειτα, έπρεπε να αποφασίσουν ποια από τις δυο αποστάσεις είναι πιο μακριά. Στο τέλος, ζητήθηκε από τα υποκείμενα να κατασκευάσουν το περιβάλλον, και να συμπεριλάβουν όσα πιο πολλά αντικείμενα μπορούν στη σωστή θέση, χωρίς να υπάρχει κάποιος χρονικός περιορισμός.
Στο πρώτο έργο της έρευνας τους παρουσιαζόντουσαν στα υποκείμενα ονόματα νέων και παλιών αντικειμένων (αυτών δηλαδή που είχαν αναφερθεί στην περιγραφή) με τις εξής σχέσεις: κοντά στο κείμενο/κοντά στον χώρο, μακριά στο κείμενο/κοντά στον χώρο, και μακριά στο κείμενο/μακριά στον χώρο. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι υπήρχε priming effect, δηλαδή, τα αντικείμενα που ήταν κοντά στον χώρο είχαν ως αποτέλεσμα γρηγορότερους χρόνους αντίδρασης από τα αντικείμενα που ήταν μακριά στον χώρο ή τα αντικείμενα που ήταν κοντά ή μακριά στο κείμενο. Τα αποτελέσματα αυτά υποδεικνύουν ότι τα αντικείμενα οργανώθηκαν χωρικά στην νοητική αναπαράσταση των υποκειμένων. Δε βρέθηκαν διαφορές στις επιδόσεις μεταξύ των ατόμων με ή χωρίς πρόβλημα όρασης.
Τα αποτελέσματα του δεύτερου έργου έδειξαν ότι όλοι οι συμμετέχοντες είχαν πιο γρήγορη και πιο ακριβής επίδοση όσο μεγάλωνε η διαφορά στις αποστάσεις των αντικειμένων. Και οι δυο ομάδες έκαναν νοητικές αναπαραστάσεις οι οποίες τους επέτρεψαν να συνάγουν αποστάσεις. Όσον αφορά το σχεδιασμό του περιβάλλοντος, ο οποίος ήταν μεγαλύτερης δυσκολίας έργο, φάνηκε ότι τα άτομα με τυπική όραση μπορούσαν να τοποθετήσουν περισσότερα αντικείμενα στη σωστή θέση βάση της χαρτογραφικής προοπτικής από ότι βάσει της προοπτικής της διαδρομής ενώ το αντίστροφο παρατηρήθηκε στα άτομα με απώλεια όρασης.
Μια άλλη έρευνα που είναι άξια προσοχής είναι των Steyvers και Kooijman (2009). Σε αυτήν την έρευνα δόθηκε μια λεκτική περιγραφή ενός φανταστικού ζωολογικού κήπου χρησιμοποιώντας πάλι δυο ειδών προοπτικές, την προοπτική της διαδρομής και την τοπογραφική προοπτική σε άτομα με ή χωρίς πρόβλημα όρασης. Αφού τα υποκείμενα άκουγαν τις περιγραφές απαντούσαν σε ερωτήσεις είτε τοπογραφικού τύπου είτε τύπου διαδρομής. Παράδειγμα ερώτησης που υιοθετεί την προοπτική της διαδρομής είναι η εξής ερώτηση: «Άν στέκεσαι στο μονοπάτι με την πλάτη σου γυρισμένη στο σπίτι με τα έντομα και έχοντας μπροστά σου στις πιθήκους, ποια ζώα βρίσκονται αριστερά σου;» ενώ παράδειγμα χαρτογραφικού τύπου ερώτησης είναι η εξής: «Ποια ζώα βρίσκονται ανατολικά από το σπίτι των εντόμων;»
Οι ερευνητές θέλησαν να εξετάσουν αν υπάρχει διαφορά στην ικανότητα των δυο ομάδων να σχηματίσουν έναν γνωστικό χάρτη και να μετατρέψουν τις πληροφορίες γενικού τύπου σε μια πιο αφηρημένη αναπαράσταση η οποία θα τους επιτρέψει να αλλάξουν την πληροφορία με βάση τη διαδρομή σε μια πληροφορία με βάση τη χαρτογράφηση του χώρου και το αντίστροφο. Ακόμη, θέλησαν να εξετάσουν αν αυτή η νοητική κατασκευή είναι πιο αργή και λιγότερο ακριβής στα άτομα με πρόβλημα όρασης.
Τα αποτελέσματα της έρευνας τους έδειξαν ότι τα άτομα με πρόβλημα όρασης δεν είχαν διαφορά στη συχνότητα των λαθών τους μεταξύ των δυο περιγραφών ενώ τα άτομα με τυπική όραση είχαν καλύτερη επίδοση αφού άκουσαν την περιγραφή βάση της τοπογραφικής προοπτικής. Ακόμη, υπήρχε μια φανερή βελτίωση καθώς αυξανόταν η πρόσβαση σε περισσότερες πληροφορίες. Τα άτομα με τυπική όραση βελτιώθηκαν πιο γρήγορα από ότι τα άτομα με πρόβλημα όρασης. Ο τύπος της ερώτησης φάνηκε να έχει επίδραση επίσης. Οι ερωτήσεις του «τύπου της τοπογραφικής προοπτικής» απαντήθηκαν καλύτερα από τις ερωτήσεις του «τύπου της προοπτικής της διαδρομής». Όταν δόθηκε στα υποκείμενα πληροφορία βάση της προοπτικής της διαδρομής, οι ερωτήσεις του «τύπου της προοπτικής της διαδρομής» απαντήθηκαν καλύτερα από τις ερωτήσεις του άλλου τύπου. Αντίθετα δεν παρατηρήθηκε διαφορά στις απαντήσεις στις διαφορετικού τύπου ερωτήσεις όταν δόθηκε πληροφορία τοπογραφικού τύπου (Steyvers & Kooijman, 2009).
Οι ερευνητές διαχώρισαν το δείγμα τους σε άτομα με «καλή επίδοση» και σε άτομα με «χαμηλή επίδοση» ανεξαρτήτως από το βαθμό όρασης τους. Στην ομάδα των ατόμων με την καλή επίδοση η χρήση πληροφοριών του τύπου της διαδρομής οδήγησε σε καλύτερη επίδοση στις ερωτήσεις του τύπου της διαδρομής και αντίστοιχα οι πληροφορίες τοπογραφικού τύπου οδήγησαν σε καλύτερες απαντήσεις στις ερωτήσεις τοπογραφικού τύπου. Τα άτομα αυτά απάντησαν καλύτερα σε όλους τους τύπους των ερωτήσεων αφού δέχτηκαν πληροφορίες τοπογραφικού τύπου ενώ η επίδοση τους συνέχισε να βελτιώνει μετά την τρίτη έκθεση.
Αντιθέτως, η ομάδα με την χαμηλή επίδοση απάντησε πιο σωστά σε ερωτήσεις του τύπου της διαδρομής ανεξαρτήτως του τύπου της πληροφορίας που δέχτηκε ενώ δεν υπήρχε διαφορά στην επίδοση σε σχέση με τον τύπο της πληροφορίας που δέχτηκε. Τέλος, η επίδοση τους δε βελτιώθηκε ως αποτέλεσμα έκθεσης (Steyvers & Kooijman, 2009).
Δεδομένου της παραδοχής ότι τα άτομα με πρόβλημα όρασης μπορούν να σχηματίσουν νοητικές αναπαραστάσεις μέσω άλλων αισθήσεων πέραν της όρασης αλλά με περισσότερη γνωστική προσπάθεια και περισσότερο χρόνο από τα άτομα με τυπική όραση οι Espinoza et al. (1998) θέλησαν να εξετάσουν ποιες διαφορετικές μέθοδοι είναι πιο κατάλληλες για να μειώσουν τον χρόνο και την προσπάθεια που απαιτείται από τα άτομα αυτά όταν μαθαίνουν ένα πραγματικό, άγνωστο και σύνθετο περιβάλλον.
Συγκεκριμένα, οι διαφορετικές συνθήκες εκμάθησης περιλάμβαναν είτε την άμεση εμπειρία μιας διαδρομής, είτε το συνδυασμό στις άμεσης εμπειρίας και ενός απτικού χάρτη είτε το συνδυασμό της άμεσης εμπειρίας και μιας λεκτικής περιγραφής της περιοχής. Η λεκτική περιγραφή ήταν διαδοχική: όταν ο συμμετέχοντας έφτανε σε κάποιο ορόσημο, τα χαρακτηριστικά της διαδρομής μεταξύ αυτού του ορόσημου και του επόμενου περιγράφονταν. Τα αποτελέσματα της έρευνας τους έδειξαν ότι οι συμμετέχοντες οι οποίοι χρησιμοποίησαν τον απτικό χάρτη δημιούργησαν έναν γνωστικό χάρτη όχι μόνο με την έννοια του να βρούν μια διαδρομή μέσα στην περιοχή αυτή αλλά και με την έννοια της καλύτερης αναπαράστασης με ιδιότητες χαρτογραφικού τύπου όπως φάνηκε από την επίδοση σε έργα που απαιτούσαν την εύρεση μιας πιο σύντομης διαδρομής και της εκτίμησης των αποστάσεων. Τα αποτελέσματα αυτά προτείνουν ότι οι απτικοί χάρτες είναι αποτελεσματικός τρόπος εισαγωγής των ατόμων με πρόβλημα όρασης στη χωρική δομή μιας άγνωστης περιοχής.
4.4 Έρευνες που εξετάζουν τη μετακίνηση στο χώρο μέσω λεκτικών περιγραφών ή οδηγιών
Η αποτελεσματική μετακίνηση στον χώρο εμπλέκει ένα σύνολο ικανοτήτων, όπως είναι ο εκσυγχρονισμός της θέσης και του προσανατολισμού του ατόμου κατά τη διάρκεια της πλοήγησης, ο σχηματισμός και η χρήση αναπαραστάσεων του περιβάλλοντος στον οποίο γίνεται η πλοήγηση και η οργάνωση των διαδρομών με τέτοιον τρόπο ώστε να επιλέγεται η πιο σύντομη απόσταση και η πιο ασφαλής διαδρομή στον ελάχιστο δυνατό χρόνο. Οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται για να επιτευχθεί ο εκσυγχρονισμός της θέσης και του προσανατολισμού του ατόμου κατά τη διάρκεια της πλοήγησης μπορούν να διαχωριστούν ανάλογα με τον τύπο της πληροφορίας που χρησιμοποιείται, όπως είναι η θέση, η ταχύτητα και η επιτάχυνση του ατόμου που μετακινείται (Loomis et al., 1993).
Η πλοήγηση με βάση τη θέση του ατόμου (position-based navigation) βασίζεται σε εξωτερικά σημάδια τα οποία υποδεικνύουν τη θέση και τον προσανατολισμό του ατόμου. Αυτά τα σημάδια μπορεί να είναι οπτικά ή ακουστικά ορόσημα γνωστά στον περιηγητή ή να αντλούνται από ηλεκτρονικά βοηθήματα πλοήγησης. Η πλοήγηση με βάση την ταχύτητα του ατόμου (velocity-based navigation) απαιτεί εξωτερικά σημάδια τα οποία υποδεικνύουν την τρέχουσα ταχύτητα και κατεύθυνση της κίνησης του ατόμου. Η ιδιοδεκτική αίσθηση, η οπτική και η ακουστική ροή είναι μερικά από τα σημάδια τα οποία είναι ενδεικτικά της κίνησης ενός ατόμου. Τέλος, στην πλοήγηση με βάση την επιτάχυνση του ατόμου (acceleration-based navigation), οι γραμμικές και οι περιστροφικές επιταχύνσεις του ατόμου ενσωματώνονται για να εξασφαλιστούν οι γραμμικές και οι περιστροφικές μετατοπίσεις σε σχέση με την αρχική θέση και προσανατολισμό. Αυτή η διαδικασία δεν απαιτεί εξωτερικά ερεθίσματα αλλά το αιθουσαίο σύστημα του ατόμου προσφέρει άμεσα αυτές στις πληροφορίες. Οι άνθρωποι κάνουν χρήση και των τριών τύπων των παραπάνω πληροφοριών (Loomis et al., 1993).
Η έρευνα των Klatzky, Loomis, Golledge, Cicinelli, Doherty και Pellegrino (1990) σε άτομα με τυπική όραση που είχαν δεμένα τα μάτια τους προτείνει ότι τα έργα που εξετάζουν την ικανότητα μετακίνησης στο χώρο μπορούν να διαχωριστούν σε διάφορα επίπεδα δυσκολίας ανάλογα με το είδος της γνώσης και τις συναγωγές που απαιτούνται από τα υποκείμενα. Συγκεκριμένα η έρευνα αυτή έδειξε ότι τα άτομα ήταν ικανά να αναπαράγουν με ακρίβεια τα γραμμικά τμήματα και τις στροφές μετά από καθοδηγούμενη μετακίνηση. Ωστόσο, η επίδοση τους ήταν χειρότερη όταν έπρεπε να εκτελέσουν σύντομες διαδρομές για να πάνε πίσω στην αφετηρία ενός πολυκλαδικού μονοπατιού, ειδικά όταν ένα τμήμα του μονοπατιού διασταυρωνόταν με ένα προηγούμενο τμήμα.
Τα απλά έργα μετακίνησης ζητούν από τα υποκείμενα να παράγουν, να αναπαράγουν ή να εκτιμήσουν μια στροφή ή μια απόσταση. Αυτά θεωρούνται ότι απαιτούν ελάχιστη χρήση συμπερασματικών διαδικασιών από τα υποκείμενα. Αντίθετα, τα σύνθετα έργα μετακίνησης ζητούν από τα υποκείμενα να επανεντοπίσουν μια διαδρομή με πολλά τμήματα από την αντίθετη κατεύθυνση, να παράγουν μια σύντομη διαδρομή (short-cut) πίσω στην αφετηρία της μετακίνησης ή να δείξουν προς μια τοποθεσία από μια δεύτερη τοποθεσία όταν η διάταξη αυτών των τοποθεσιών είναι γνωστή αναφορικά με μια τρίτη τοποθεσία. Αυτά τα έργα, δηλαδή, απαιτούν από τα υποκείμενα να υπολογίσουν μια νέα τροχιά (trajectory) (Loomis et al., 1993).
Από τα παραπάνω συμπεραίνει κανείς ότι όταν η μετακίνηση απαιτεί από το άτομο να βγάλει συμπεράσματα βάσει των νοητικών αναπαραστάσεων που έχει για το χώρο ώστε να πάρει αποφάσεις για μια νέα διαδρομή που πρέπει να ακολουθήσει, η μετακίνηση αυτή καθίσταται δύσκολη. Η δήλωση αυτή επεκτείνεται και στις λεκτικές περιγραφές ενός περιβάλλοντος όπως φαίνεται από την έρευνα των Gyselinck, Picucci, Nicolas και Piolino (2006). Η έρευνα αυτή σύγκρινε την κατασκευή νοητικών αναπαραστάσεων ενός εικονικού περιβάλλοντος (virtual environment) μέσω της μετακίνησης σε αυτό ή μέσω της λεκτικής περιγραφής αυτού του περιβάλλοντος. Στη λεκτική περιγραφή υπήρχαν προτάσεις οι οποίες δήλωναν ξεκάθαρα τις σχέσεις μεταξύ των ορόσημων αλλά και προτάσεις στις οποίες τα υποκείμενα έπρεπε να συνάγουν τις σχέσεις μεταξύ των ορόσημων. Ζητήθηκε από τα υποκείμενα να επιβεβαιώσουν τις σχέσεις μεταξύ των στοιχείων του περιβάλλοντος και να σχεδιάσουν έναν χάρτη. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι τα υποκείμενα μπόρεσαν να αποκτήσουν χωρικές πληροφορίες και με τους δύο τρόπους που παρουσιάστηκε το εικονικό περιβάλλον. Ωστόσο, τα υποκείμενα είχαν καλύτερη επίδοση όταν επιβεβαίωναν τις προτάσεις στις οποίες οι σχέσεις μεταξύ των ορόσημων ήταν ξεκάθαρες και όχι όταν έπρεπε να συνάγουν αυτές τις σχέσεις.
Άξια αναφοράς είναι η έρευνα των Loomis, Lippa, Klatzky και Golledge (2002) στην οποία συμμετείχαν τυφλά άτομα και άτομα με τυπική όραση που είχαν δεμένα τα μάτια τους. Το έργο (spatial updating task) το οποίο εκτέλεσαν οι παραπάνω συμμετέχοντες απαιτούσε ενώ αυτοί μετακινούνται να εκσυγχρονίζουν τη θέσης ενός αντικειμένου-στόχου, την οποία είχαν προηγουμένως εντοπίσει ηχητικά ή λεκτικά από μια σταθερή θέση παρατήρησης. Στόχος της έρευνας ήταν να εξετάσουν αν οι χωρικές εικόνες που βασίζονται στη γλώσσα μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να καθοδηγήσουν τη δράση ενός ατόμου στο χώρο με την ίδια ακρίβεια με την οποία χρησιμοποιούνται οι εικόνες που σχηματίζονται μέσω της ακοής. Τα αποτελέσματα της έρευνας τους έδειξαν ότι η εσωτερική αναπαράσταση ενός αντικειμένου που έχει σχηματιστεί μέσω της γλώσσας μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να εκσυγχρονιστεί η θέση ενός αντικειμένου. Επίσης, φάνηκε ότι και τα δύο μέσα, η γλώσσα και ο ήχος μπορεί να χρησιμοποιηθεί το ίδιο αποτελεσματικά στην ικανότητα εύρεσης της θέσης ενός αντικειμένου από τα άτομα με πρόβλημα όρασης.
Παρόλο που τα δύο αυτά μέσα μπορεί να οδηγούν σε εξίσου αποτελεσματική καθοδήγηση στο χώρο φαίνεται ότι όταν ένα άτομο ακολουθεί μια πορεία, οι πληροφορίες που παρέχονται για τον εντοπισμό του σημείου αλλαγής κατεύθυνσης μέσω της γλώσσας (π.χ. δεξιά ή ευθεία) ή μέσω του ήχου (η αντίληψη της κατεύθυνσης του ήχου που υποδεικνύει την κατεύθυνση του αντικειμένου) αποτελούν στοιχεία με διαφορετικό γνωστικό φορτίο. Συγκεκριμένα, ο ήχος αποτελεί μικρότερο γνωστικό φορτίο από απλές γλωσσικές οδηγίες, οι οποίες απαιτούν γνωστική διαμεσολάβηση (Klatzky, Marston, Giudice, Golledge & Loomis, 2006).
Στην έρευνα των Giudice, Bakdash και Legge (2007) εξετάστηκε η χρήση λεκτικών περιγραφών οι οποίες παρείχαν γεωμετρικές περιγραφές του περιβάλλοντος και όχι πληροφορίες για διάφορα ορόσημα ενώ εφαρμόστηκε η ελεύθερη εξερεύνηση του περιβάλλοντος και όχι η πλοήγηση με βάση τη διαδρομή όπως συνήθως παρουσιάζεται σε άλλες έρευνες. Οι ερευνητές αυτοί ονόμασαν το ποσό των πληροφοριών που έπαιρνε ο πλοηγός από ένα δεδομένο σημείο ως «λεκτικό βάθος οπτικής» (verbal view-depth) και το διέκριναν σε τρία επίπεδα όπου σε κάθε επίπεδο περιγραφόταν διαφορετικό ποσό γεωγραφικής λεπτομέρειας, το οποίο κυμαινόταν από τοπικές πληροφορίες μέχρι μια συνολική περιγραφή της διαμόρφωσης του σχεδίου. Οι περιγραφές αυτές συνταιριάζονταν με την αλλαγή της θέσης του πλοηγού στο περιβάλλον. Ο στόχος ήταν να καθοριστεί το λιγότερο περίπλοκο μήνυμα το οποίο διευκόλυνε την πιο ακριβή αναπαράσταση. Υπήρχαν δύο συνθήκες μάθησης, στην μια υπήρχε οπτικό ερέθισμα και στην άλλη λεκτική περιγραφή. Οι μετρήσεις που έκαναν αφορούσαν α) το ποσοστό κάλυψης του πατώματος (floor coverage percent) για να καθοριστεί αν τα υποκείμενα έκαναν εξαντλητική εξερεύνηση, β) τους μοναδικούς στόχους που συνάντησαν (unique targets encountered), γ) τον αριθμό των συντομότερων μονοπατιών που διέσχισαν (number of shortest paths traversed), δηλαδή αυτά με τον ελάχιστο αριθμό των διαμεσολαβητικών κόμβων μεταξύ των στόχων, δ) την εντροπία (entropy), με τον όρο αυτό χαρακτηρίζουν την κατανομή των κινήσεων κατά την εξερεύνηση. Ένα υψηλό σκορ σε αυτήν την μέτρηση υποδεικνύει ότι τα υποκείμενα κατανέμουν ισότιμα την κίνηση τους από την μια πλευρά ως την άλλη σε όλο το περιβάλλον.
Τα αποτελέσματα αυτής της έρευνας έδειξαν ότι η χρήση λεκτικών περιγραφών κατά τη διάρκεια ελεύθερης εξερεύνησης οδηγεί σε ακριβή εκμάθηση του περιβάλλοντος ακόμα και όταν προσφέρονται ελάχιστες γεωμετρικές πληροφορίες. Ακόμη, δε βρέθηκαν διαφορές μεταξύ των μετρήσεων στη λεκτική και οπτική συνθήκη γεγονός που οδήγησε στο συμπέρασμα ότι η χωρική αναπαράσταση που σχηματίζεται από μια λεκτική περιγραφή είναι λειτουργικά όμοια με αυτή που αναπτύσσεται από την οπτική πληροφόρηση. Με άλλα λόγια, όπως και με την οπτική σύλληψη του περιβάλλοντος έτσι και οι λεκτικές περιγραφές, οι οποίες συγχρονίζονται με την μετακίνηση του πλοηγού, μπορούν να αποτελέσουν ένα αποτελεσματικό μέσο για να περιγραφούν περιβαλλοντικές σχέσεις αλλά και να υποστηρίξουν την μη οπτική εκμάθηση και τη συμπεριφορά εύρεσης μιας διαδρομής (wayfinding behavior) σε άγνωστα περιβάλλοντα ευρείας κλίμακας (Giudice, Bakdash & Legge, 2007).
Τα πορίσματα ερευνών με αντικείμενο την πλοήγηση στο χώρο βάσει λεκτικών περιγραφών βρίσκουν εφαρμογή σε συστήματα πλοήγησης για τα αυτοκίνητα αλλά και σε συσκευές οι οποίες αναπτύσσονται για την καθοδήγηση ατόμων με προβλήματα όρασης σε δομημένα αστικά κέντρα Η τεχνολογία που στηρίζει αυτά τα συστήματα συντίθεται από τη γεωγραφική βάση δεδομένων (Geographic Information System GIS), η οποία συνδυάζεται με ένα λογισμικό που υπολογίζει τα μονοπάτια, από ένα παγκόσμιο σύστημα καθορισμού θέσης (Global Positioning System,GPS), και έναν φορητό υπολογιστή που προσομοιάζει τον άνθρωπο βασιζόμενος στη συνθετική ομιλία. Η πιο ολοκληρωμένη συσκευή, η Personal Guidance System, η οποία σχεδιάστηκε στο University of California από την ερευνητική ομάδα Santa Barbara, σηματοδοτεί τη θέση των ορόσημων στα τυφλά άτομα με τη χρήση ακουστικών τα οποία τοποθετούνται στο κεφάλι τους με τη βοήθεια της συνθετικής ομιλίας, η οποία παρουσιάζει στοιχεία των ορόσημων και τις ονομασίες τους καθώς και μια τρισδιάστατη χωρική ακουστική επίδειξη των θέσεων των ορόσημων (Gaunet & Briffault, 2005).
Τα συστήματα αυτά είναι ελεγμένα ως προς την τεχνική τους πλευρά και υπάρχουν αρκετά στο εμπόριο. Ωστόσο, δεν έχει ελεγχθεί λεπτομερώς το κατά πόσον είναι εύχρηστα για τα άτομα με τύφλωση. Για να είναι λειτουργική μια τέτοια συσκευή πρέπει να αναγνωρίζει τους λεκτικούς καθοδηγητικούς κανόνες μιας διαδρομής ως λειτουργία της περιήγησης σε ένα αστικό περιβάλλον, λαμβάνοντας υπόψηστις γλωσσικές μορφές που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, τις λειτουργίες που πρέπει να έχουν οι οδηγίες καθώς και τις εκάστοτε συνθήκες πλοήγησης (Gaunet & Briffault, 2005).
Εφόσον οι συσκευές αυτές απευθύνονται σε άτομα με πρόβλημα όρασης είναι λογικό να σκεφτεί κανείς ότι πρέπει να προηγείται μια διερεύνηση των πληροφοριακών αναγκών από τα ίδια τα άτομα με πρόβλημα όρασης. Ένας έμμεσος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό είναι η ανάλυση των περιγραφών των ατόμων με πρόβλημα όρασης. Λίγες έρευνες ωστόσο προσφέρουν πληροφορίες για τη μορφή, το περιεχόμενο και τις λειτουργικές πληροφορίες των περιγραφών των διαδρομών των ατόμων με πρόβλημα όρασης. Ο Brambring (1982) αναφέρει ότι οι περιγραφές των ενηλίκων με πρόβλημα όρασης χωρίζουν τα στοιχεία σε αποστάσεις, κατευθύνσεις, ορόσημα και εμπόδια (Brambring, 1982, όπως αναφέρεται από τους Gaunet & Briffault, 2005).
Οι Edwards, Ungar και Blades (1998) προσφέρουν στοιχεία για στις λεκτικές περιγραφές παιδιών με πρόβλημα όρασης. Οι ερευνητές εξέτασαν τις περιγραφές που έκαναν τα παιδιά αυτά για δυο διαδρομές γύρω από το σχολείο στις σε δύο συνθήκες: είτε από την μνήμη τους είτε μετά από την εξερεύνηση ενός απτικού χάρτη. Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι οι περιγραφές όλων των συμμετεχόντων ήταν πιο φτωχές στη συνθήκη με τον χάρτη ενώ γενικά οι περιγραφές των παιδιών με πρόβλημα όρασης είχαν περισσότερες πληροφορίες και μάλιστα διέφεραν ποιοτικά από τις περιγραφές των βλεπόντων. Συγκεκριμένα, οι περιγραφές τους είχαν περισσότερες πληροφορίες διαδικαστικού τύπου σε σύγκριση με τους βλέποντες συμμετέχοντες. Η διαδικαστική γνώση (procedural knowledge) είναι η γνώση συγκεκριμένων διαδρομών από την άποψη της απόστασης και των γωνιών σε αντιδιαστολή με τη διαμορφωτική γνώση (configurational knowledge) η οποία είναι η γνώση του πως οι γνωστές διαδρομές διασταυρώνονται και σχηματίζουν ένα δίκτυο και η ικανότητα συνδυασμού των μερών γνωστών διαδρομών σε νέες διαδρομές (Edwards, Ungar & Blades, 1998).
Οι Gaunet και Briffault (2005) θέλησαν να εξετάσουν την εφαρμογή λεκτικών οδηγιών στην πράξη. Για να το κάνουν αυτό αρχικά μέσα από συνεντεύξεις ατόμων με πρόβλημα όρασης έβγαλαν κάποιους καθοδηγητικούς κανόνες. Αργότερα, έβαλαν κάποιο τυφλό άτομο να χρησιμοποιήσει αυτές τις λεκτικές οδηγίες καθοδηγώντας ένα άλλο τυφλό άτομο διασχίζοντας δρόμους του Παρισιού. Σύμφωνα με αυτούς, οι πληροφορίες που χρειάζονται τα άτομα με τύφλωση για να καθοδηγηθούν βασίζονται σε ένα σύνολο σταθερών χαρακτηριστικών. Αυτά είναι:
α) οι δρόμοι (στοιχεία για τη θέση, το όνομα, το μήκος, η κατεύθυνση της κυκλοφοριακής κίνησης),
β) τα πεζοδρόμια (εντοπισμός δεξιά ή αριστερά, πιθανό φάρδος),
γ) οι διαβάσεις πεζών (θέση, αριθμός βημάτων, προσανατολισμός και
διαμόρφωση της διάβασης) και
δ) οι διασταυρώσεις (όνομα, αριθμός των δρόμων που διασταυρώνονται, προσανατολισμός του δρόμου).
Οι λειτουργίες της καθοδήγησης περιέχουν ένα συνδυασμό προσανατολισμού και εντοπισμού. Προσφέρουν, δηλαδή, πληροφορίες για τον εντοπισμό της θέσης του στόχου, των διασταυρώσεων και των διαβάσεων πεζών καθώς και πληροφορίες που προειδοποιούν για τυχόν κινδύνους αλλά και σταδιακές πληροφορίες κατά το πέρασμα στις διάφορες διαβάσεις και διασταυρώσεις. Ακόμη, οι οδηγίες για το πότε φτάνει το τέλος της εκάστοτε διαδρομής πρέπει να προσφέρονται μεταξύ 5 ή 10 μέτρων πριν μια διασταύρωση, μετά το πέρασμα ενός δρόμου, στη μέση ενός τετραγώνου και αμέσως μετά την εισαγωγή σε ένα δρόμο, ώστε να υπάρχουν απαραίτητες πληροφορίες εντοπισμού, όπως για παράδειγμα ο εντοπισμός μιας διάβασης και η επιβεβαίωση ότι η ολοκληρωμένη δράση και η πλευρά στην οποία στέκεται το άτομο είναι σωστή.
Πιο λεπτομερειακά αναφέρουν ότι οι λεκτικές περιγραφές ακολουθούν την προοπτική της διαδρομής, αφού περιγράφονται ως μια ακολουθία αποφάσεων οι οποίες προκαλούνται από την αντίληψη των στοιχείων που αναγνωρίζουν μια συγκεκριμένη τοποθεσία. Οι καθοδηγητικοί κανόνες συμπεριλαμβάνουν μια πληθώρα πληροφοριών. Απαιτείται δηλαδή μια λεπτομερής περιγραφή των διασταυρώσεων ενώ το σημείο αναφοράς πρέπει να είναι ο ίδιος ο πεζός όταν ανακοινώνονται οι διασταυρώσεις και τα πεζοδρόμια. Ο εντοπισμός και ο προσανατολισμός εξασφαλίζονται προσφέροντας πληροφορίες για τη θέση των γύρω στοιχείων, όπως η δεξιά και η αριστερά πλευρά του δρόμου ή της διάβασης. Ακόμη, οι τυφλοί πεζοί στηρίζονται περισσότερο στη γνώση που βασίζεται σε κοντινά χαρακτηριστικά όπως οι γωνίες ή τα στοιχεία για τις διαβάσεις (Gaunet & Briffault, 2005).
Η Gaunet (2006) διενήργησε ένα ακόμη πείραμα στο οποίο εξέτασε αυτές τις λεκτικές οδηγίες. Συγκεκριμένα, εξέτασε τη χρήση λεκτικών οδηγιών σε απλές και δομημένες περιοχές σε δύο ομάδες τυφλών, αυτούς που χρησιμοποιούν λευκό μπαστούνι ως οδηγό και σε αυτούς που χρησιμοποιούν σκύλο ως οδηγό. Τα αποτελέσματα της έρευνας έδειξαν ότι αυτοί που χρησιμοποιούν σκύλο ως οδηγό επωφελήθηκαν περισσότερο από τους καθοδηγητικούς κανόνες και, όπως ήταν αναμενόμενο όσο πιο σύνθετες και αδόμητες είναι οι περιοχές τόσο πιο δύσκολη είναι η πλοήγηση σε αυτές. Η διάρκεια διάσχισης των μονοπατιών ήταν πιο μεγάλη για τα άτομα που χρησιμοποιούν μπαστούνι ως οδηγό, ενώ τα λάθη και οι δισταγμοί τους ανέδειξαν τη δυσκολία τους να βρουν τις διαβάσεις, να επανέλθουν αφού περάσουν την διάβαση και να προσανατολιστούν στο πεζοδρόμιο ή να διαχειριστούν τα εμπόδια. Ακόμη, παρατηρήθηκε ότι οι οδηγίες που αφορούσαν τις προειδοποιήσεις, τις ειδοποιήσεις για το τέλος μιας διαδρομής, το πέρασμα σκαλιών, οι πληροφορίες για τον εντοπισμό της θέσης του πεζού και της κατεύθυνσης του δεν προκάλεσαν λάθη ή δισταγμούς.
Οι τροποποιήσεις που προτείνουν αφορούν τις οδηγίες για την είσοδο σε έναν συνηθισμένο δρόμο, όπου πρέπει να αναφέρονται μόνο το όνομα του διατρέχοντα δρόμου αλλά και του επικείμενου δρόμου. Ακόμη, όταν η κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσει ο πεζός αφού περάσει μια διάβαση είναι προς τα μπροστά δεν χρειάζεται να αναφέρεται. Με άλλα λόγια, σε ορισμένες περιπτώσεις δεν χρειάζεται να υπάρχουν πολλές λέξεις στις οδηγίες γιατί είναι περιττές και δυνητικά παραπλανητικές (Gaunet, 2006).
