ΚΕΦΑΛΑΙΟ 3
ΓΝΩΣΤΙΚΟΙ ΧΑΡΤΕΣ
Υπάρχει η άποψη ότι οι αναπαραστάσεις που έχουμε για τον περιβάλλοντα χώρο περικλείονται σε ατομικούς γνωστικούς χάρτες. Ένας γνωστικός χάρτης, δηλαδή, είναι η έκφραση της γνώσης ενός ατόμου για τις χωρικές και περιβαλλοντικές σχέσεις ενός γεωγραφικού χώρου (Kitcin, 2001). Οι γνωστικοί αυτοί χάρτες είναι νοητικές δομές με χαρακτηριστικά παρόμοια των γεωγραφικών χαρτών. Ακόμη, οι χάρτες αυτοί διαμορφώνονται σταδιακά πρώτον, αποκτώντας στοιχεία του κόσμου, όπως τα ορόσημα τα οποία αντιπροσωπεύουν σημεία και οι διαδρομές, οι οποίες αντιπροσωπεύουν γραμμές, και δεύτερον, συμπληρώνοντας τα παραπάνω στοιχεία με τοπογραφικές πληροφορίες. Ως χάρτες, θεωρούνται ότι αποτελούν ολότητες με συνοχή οι οποίοι αναδεικνύουν τις χωρικές σχέσεις μεταξύ των στοιχείων. Ως νοητικές δομές, θεωρούνται ότι είναι διαθέσιμοι για νοητική ανίχνευση όπως είναι οι πραγματικοί χάρτες διαθέσιμοι για ανίχνευση (Tversky, 1993).
Για να εξεταστούν οι γνωστικοί χάρτες που σχηματίζουν τα άτομα σε διάφορες πειραματικές διαδικασίες ζητείται συνήθως από τα άτομα αυτά να σχεδιάσουν σε χαρτί ή χρησιμοποιώντας άλλα υλικά, τον χάρτη μιας συγκεκριμένης τοποθεσίας ή τη διαδρομή μεταξύ διαφόρων τοποθεσιών. Συγκεντρώνοντας τους χάρτες διαφορετικών ατόμων μπορούμε να καθορίσουμε το κοινό επίπεδο γνώσης και να δούμε ποια στοιχεία είναι τα πιο προεξέχοντα σε αυτούς. Με αυτόν τον τρόπο ο Lynch (1960) ανέλυσε διάφορους χάρτες και ταξινόμησε τα στοιχεία τους σε πέντε διαφορετικές κατηγορίες. Τα στοιχεία αυτά συντελούν σημαντικά στην ευκολία αναγνώρισης χαρτών των πόλεων.
Συγκεκριμένα, οι κατηγορίες στις οποίες εντάσσονται τα στοιχεία των χαρτών είναι οι εξής:
1. Τα μονοπάτια (paths). Είναι τα κανάλια στα οποία κινείται ο άνθρωπος. Σε αυτά περιλαμβάνονται οι δρόμοι, τα πεζοδρόμια.
2. Τα άκρα (edges). Είναι γραμμικά στοιχεία τα οποία δε χρησιμεύουν ως περάσματα, αλλά ως διαχωριστικές γραμμές μεταξύ διαφόρων τμημάτων του περιβάλλοντος. Αποτελούν μη βατά σημεία όπως οι τοίχοι, οι όχθες ποταμών και τα νόμιμα σύνορα.
3. Οι περιοχές (districts). Αυτές είναι μετρίου ή μεγαλύτερου μεγέθους περιοχές μιας πόλης όπου οι κάτοικοι μπορεί να υπάρχουν, και τις αναγνωρίζουν λόγω του ότι έχουν έναν ιδιαίτερο χαρακτήρα.
4. Οι κόμβοι (nodes). Είναι στρατηγικά σημεία μιας πόλης προς τα οποία ή από τα οποία μετακινούνται τα άτομα. Μπορεί να είναι διασταυρώσεις σημαντικών διαδρομών, υπόγειες διαβάσεις ή πλατείες.
5. Τα ορόσημα (landmarks). Είναι φυσικά στοιχεία εύκολα διακρινόμενα, μεγάλης κλίμακας, όπως π.χ. το υψηλότερο κτίριο μιας πόλης, ή μικρής κλίμακας, όπως ένα άγαλμα ή μια βιτρίνα ενός μαγαζιού. Τα κύρια χαρακτηριστικά τους είναι η μοναδικότητα και η σπουδαιότητά τους. Συχνά αποτελούν σημεία αναφοράς στις περιγραφές των ατόμων μιας πόλης (Lynch, 1960, όπως αναφέρεται από τον Kitcin, 2001).
Η παραπάνω ταξινόμηση είναι μια ταξινόμηση με βάση το περιεχόμενο. Άλλες ταξινομήσεις λαμβάνουν υπόψη τους τη δομή ή την ακρίβεια των γνωστικών χαρτών. Σε αυτή την περίπτωση το ενδιαφέρον στρέφεται όχι τόσο στο είδος των στοιχείων αλλά στο ποιά είναι η σχέση μεταξύ των στοιχείων αυτών αλλά και στο πώς σχετίζονται τα στοιχεία αυτά με τον πραγματικό κόσμο (Kitcin, 2001).
Ανεξαρτήτως από τον τρόπο που κατηγοριοποιούνται τα στοιχεία που συμπεριλαμβάνονται σε έναν γνωστικό χάρτη, η σπουδαιότητα τους έγκειται στο γεγονός ότι ως ολότητες, οι χάρτες αυτοί δεν είναι σταθεροί αλλά δυναμικοί και συνεχώς αλλάζουν και εξελίσσονται. Αυτό σημαίνει ότι κατά την μετακίνηση μας στον χώρο πρέπει να παίρνουμε συνεχώς αποφάσεις οι οποίες εξαρτώνται από τους γνωστικούς μας χάρτες. Οι αποφάσεις αυτές είναι τεσσάρων ειδών και είναι οι εξής:
1. η απόφαση του να μείνω ή να φύγω
2. η απόφαση του πού να πάω
3. η απόφαση του ποιά διαδρομή να πάρω (Cadwallader, 1976, όπως αναφέρεται από τον Kitcin, 1994)
4. η απόφαση του πως να πάω εκεί (Garling, 1985, όπως αναφέρεται από τον Kitcin, 1994).
Τα αποτελέσματα των ερευνών για τους γνωστικούς χάρτες μπορούν να φανούν χρήσιμα στους εκπαιδευτές κινητικότητας και στους σχεδιαστές βοηθημάτων πλοήγησης, εφαρμόζοντας τα με τέτοιον τρόπο ώστε να ενισχυθεί η ανεξαρτησία και να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής των ατόμων με πρόβλημα όρασης. Το πώς τα άτομα με πρόβλημα όρασης κατανοούν τον κόσμο μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιο σχεδιασμό του περιβάλλοντος ώστε το περιβάλλον αυτό να είναι ευκολότερο να απομνημονευθεί και να διευκολυνθεί η καλύτερη και πιο ευχάριστη χρήση του. Ακόμη, μπορεί να προσφέρει πληροφορίες για το ποιες χωρικές πληροφορίες και σε ποια μορφή πρέπει να είναι διαθέσιμες στα άτομα με πρόβλημα όρασης. Επιπλέον, μπορεί να προσφέρει οδηγίες για την περαιτέρω ενίσχυση των δεξιοτήτων προσανατολισμού δίνοντας ανατροφοδότηση σχετικά με την πρόσφατη γνώση και τις στρατηγικές σκέψης. Αυτή η ανατροφοδότηση μπορεί να φανεί χρήσιμη στους εκπαιδευτές και τους σχεδιαστές βοηθημάτων για να βρουν πιο αποτελεσματικές στρατηγικές πλοήγησης αλλά και για να μετρήσουν την επίδραση και την αποτελεσματικότητα των βοηθημάτων κινητικότητας (Jacobson & Kitcin, 1995).
3.1. Τεχνικές συλλογής και ανάλυσης γνωστικών χαρτών
Η δημιουργία ενός γνωστικού χάρτη δεν είναι δυνατόν να παρατηρηθεί άμεσα. Είναι μια υποκειμενική αναπαράσταση του περιβάλλοντος, πρόκειται για πληροφορίες που προέρχονται από το ευρύ περιβάλλον και υπάρχουν με κάποια μορφή μέσα στο ψυχολογικό χώρο του ατόμου, με αποτέλεσμα, να μη μπορούν να μετρηθούν χρησιμοποιώντας κάποια αναγνωρίσιμη μορφή μέτρησης (Jacobson, 1998).
Οι ερευνητές, ωστόσο, έχουν χρησιμοποιήσει κατά καιρούς διάφορες τεχνικές αξιολόγησης των γνωστικών χαρτών σε άτομα με προβλήματα όρασης ή με τύφλωση και σε βλέποντα άτομα. Οι τεχνικές αυτές είναι μπορούν να διαχωριστούν σε δύο μεγάλες κατηγορίες, οι οποίες είναι οι εξής:
Α. Οι τεχνικές που βασίζονται στις διαδρομές και έχουν σαν στόχο να καθορίσουν τη γνώση του ερωτώμενου σχετικά με τη σχέση δύο περιοχών και τον τρόπο μετακίνησης ανάμεσά τους. Οι δοκιμασίες που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία μπορούν να χωριστούν σε τρεις υποκατηγορίες:
• Στην πρώτη υποκατηγορία, ζητείται από τους ερωτώμενους να αναπολήσουν ή να συμπεράνουν μια διαδρομή. Αυτού του είδους οι τεχνικές έχουν χρησιμότητα διότι, μελετούν την αλληλεπίδραση του ατόμου με το χώρο ενώ άλλες τεχνικές μπορούν μόνο να συμπεραίνουν τη γνώση και τη πιθανή συμπεριφορά του ατόμου (Kitchin & Jacobson, 1997).
• Στη δεύτερη υποκατηγορία των δοκιμασιών, ζητείται από τους ερωτώμενους να εκτιμήσουν την απόσταση μεταξύ της αρχής και του τέλους μιας διαδρομής ή των σημείων που σχηματίζουν αυτή τη διαδρομή. Ο Montello (1991) ταξινόμησε τις δοκιμασίες που μετρούν την απόσταση σε πέντε υποκατηγορίες:
i. στη ψυχοσωματική αναλογική κλίμακα
ii. στη ψυχοσωματική απόσταση ή αριθμητική κλίμακα
iii. στη χαρτογράφηση
iv. στην αναπαραγωγή και
v. στην επιλογή διαδρομών (Montello, 1991, όπως αναφέρεται από τους Kitchin and Jacobson, 1997).
Οι τεχνικές αυτές απαιτούν μεγάλες νοητικές τροποποιήσεις και κλιμακώσεις.
• Στην τρίτη κατηγορία των δοκιμασιών, ζητείται από τους ερωτώμενους να εκτιμήσουν την απόσταση μεταξύ της αρχής και του τέλους μιας διαδρομής ή μεταξύ ποικίλων περιοχών κατά μήκος της διαδρομής. Πιο συγκεκριμένα, αυτή η μέθοδος απαιτεί από τους συμμετέχοντες στην έρευνα να σταθούν ή να φανταστούν πως στέκονται σε μία τοποθεσία και μετά να δείξουν προς την άλλη τοποθεσία ή να τραβήξουν μια γραμμή από το κέντρο (που αντιπροσωπεύει την αρχή της διαδρομής) προς το τελικό σημείο, αναπαριστώντας την κατεύθυνση προς ένα μέρος (Kitchin & Jacobson, 1997).
Β. Οι τεχνικές διαμόρφωσης που αποτελούνται από:
• γραφικές δοκιμασίες που μετρούν τη γνώση της διάταξης του χώρου και των αντικειμένων. Όλες οι γραφικές δοκιμασίες έχουν να κάνουν με το σχεδιασμό χαρτών. Υπάρχουν τέσσερις κυρίαρχες τεχνικές για το σχεδιασμό των χαρτών:
α. η βασική τεχνική, όπου ο ερωτώμενος σχεδιάζει ένα προσωπικό και ελεύθερο χάρτη, έχοντας πάρει ελάχιστα στοιχεία από τον ερευνητή, πάνω σε ένα ειδικό μαύρο κομμάτι χαρτί
β. η φυσική τεχνική, η οποία θέτει πιο πολλούς περιορισμούς στον ερωτώμενο από ότι η βασική. Ο ερευνητής, ενδιαφέρεται συνήθως για πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, οπότε θέτει τις οδηγίες με προσοχή και συνέπεια για να αποκτήσει τις συγκεκριμένες πληροφορίες
γ. η κατά υπόδειξη τεχνική, στην οποία δίνεται στον ερωτώμενο ένα τμήμα του χάρτη και του ζητείται να συμπληρώσει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά
δ. η τεχνική του γεωγραφικού μήκους, η οποία επιτρέπει στον ερευνητή να μελετήσει πως εξελίσσεται ο σχεδιασμός του χάρτη. Οι οδηγίες είναι οι ίδιες με τη φυσική τεχνική, αλλά, ζητείται από το άτομο που συμμετέχει στην έρευνα να αναπαραστήσει το χάρτη χρησιμοποιώντας καρμπόν ή ειδικό χαρτί όπου μπορεί να ανιχνεύει απτικά αυτό που σχηματίζει. Μετά από μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο το χαρτί γυρίζει ανάποδα και το άτομο συνεχίζει να σχεδιάζει.
• Οι εν μέρει γραφικές δοκιμασίες και δοκιμασίες ανακατασκευής, οι οποίες περιλαμβάνουν δοκιμασίες που παρέχουν στους ερωτώμενους ένα συγκεκριμένο αριθμό συνακόλουθων πληροφοριών. Οι δοκιμασίες τοποθέτησης αποτελούν τις πιο αντιπροσωπευτικές του είδους και διαφέρουν από το σχεδιασμό των χαρτών στο ότι απαιτούν μόνο την τοποθέτηση σημείων και όχι τη δημιουργία ολόκληρου του χάρτη.
Λόγω της μειωμένης κινητικότητας που απαιτείται, οι τεχνικές αυτές χρησιμοποιούνται συχνότερα στις έρευνες με τυφλό πληθυσμό από ότι οι τεχνικές του σχεδιασμού των χαρτών.
• Οι μονό-σε-πολυδιάστατες δοκιμασίες, όπως η πολυδιάστατη κλιμάκωση και η σχεδιασμένη σύγκλιση, όπου χρησιμοποιούν τη γνώση των στοιχείων για να εξερευνήσουν τη δομή της γνώσης της διαμόρφωσης του χώρου. Αυτό, πραγματοποιείται με την κατασκευή ενός δυσδιάστατου χώρου από μονοδιάστατα στοιχεία, βασιζόμενοι στη χρήση αλγορίθμων.
• Οι δοκιμασίες αναγνώρισης, οι οποίες συλλέγουν στοιχεία διαμόρφωσης του χώρου, παρέχοντας στους ερωτώμενους μία αναπαράσταση του χώρου και ζητώντας τους να αναγνωρίσουν σωστά χαρακτηριστικά και τοποθετήσεις. Οι δοκιμασίες αυτές, έχουν μεγάλη χρησιμότητα στη μέτρηση της γνώσης της διαμόρφωσης του χώρου σε τυφλά άτομα ή άτομα με μειωμένη όραση διότι, οι τοποθετήσεις μπορούν να μετακινηθούν χρησιμοποιώντας την αφή και οι συμμετέχοντες πρέπει μόνο να αποφασίσουν πια διαμόρφωση είναι σωστή (Kitchin, 1996, Kitchin & Jacobson, 1997).
3.2. Διαστρεβλώσεις στους γνωστικούς χάρτες
Μια σημαντική λειτουργία των γνωστικών χαρτών είναι ότι βοηθούν το άτομο να τοποθετήσει τον εαυτό του στο χώρο και να περιηγηθεί σε αυτόν. Οι γνωστικοί χάρτες, προμηθεύουν τον ανθρώπινο οργανισμό με ένα μοντέλο του περιβάλλοντος.
Ένα μοντέλο πρέπει να αποτελεί μια αφαίρεση, αφήνοντας έξω, αν χρειάζεται ορισμένες πληροφορίες. Κατά συνέπεια, μέσω της αφαίρεσης και των σφαλμάτων της προσοχής, της αντίληψης και της ανάκτησης, οι γνωστικοί χάρτες μπορεί να διαφέρουν από την πραγματικότητα (Συγκολλίτου, 1997).
Το ανθρώπινο μυαλό για να σχηματίσει γνωστικούς χάρτες δεν χρησιμοποιεί μαθηματικές φόρμουλες για να μετατρέψει ένα στοιχείο ενός χάρτη του φυσικού κόσμου σε ένα σημείο στη νοητική αναπαράσταση αυτού του χάρτη. Αντιθέτως το ανθρώπινο μυαλό φαίνεται να αναδιοργανώνει πλήρως αυτές τις πληροφορίες.
Οι γνωστικοί χάρτες, δηλαδή, δεν αναπαριστούν τον φυσικό χώρο όπως ένας τοπογραφικός χάρτης, ο οποίος ακολουθεί τις αρχές τις ευκλείδειας γεωμετρίας. Αντιθέτως, υπάρχουν ερευνητικά δεδομένα τα οποία υποστηρίζουν ότι οι γνωστικοί χάρτες περικλείουν όχι μόνο χωρικές πληροφορίες του φυσικού κόσμου αλλά και πληροφορίες για μη χωρικά χαρακτηριστικά. Οι πληροφορίες αυτές χρησιμοποιούνται για να κατασκευαστεί μια πολυ-επίπεδη δομή του χώρου. Αυτή η δομή συμπεριλαμβάνει ιεραρχίες, σημεία αναφοράς, γνώση των αποστάσεων και σημασιολογικές πληροφορίες για τα ορόσημα του χώρου (Hirtle & Jonides, 1985). Με άλλα λόγια, οι γνωστικοί χάρτες διαφέρουν από τους χαρτογραφικούς χάρτες, γιατί τείνουν να δίνουν έμφαση στις γεωγραφικές εκείνες πτυχές που έχουν σημασία για το άτομο προσωπικά (Συγκολλίτου, 1997).
Οι Downs και Stea (1973) κατέταξαν τα σφάλματα που κάνουν τα άτομα στους γνωστικούς χάρτες σε σφάλματα παράλειψης, παραμόρφωσης και επαύξησης. Η παράλειψη συμβαίνει όταν στους γνωστικούς χάρτες αναπαριστώνται ελλιπώς στοιχεία που υπάρχουν στο περιβάλλον, ή λείπουν τελείως. Η διαστρέβλωση συμβαίνει όταν η γεωμετρία, η κατεύθυνση και οι αποστάσεις του περιβάλλοντος αναπαριστώνται εσφαλμένα, ενώ κατά την επαύξηση τα άτομα προσθέτουν στοιχεία στο περιβάλλον που δεν υφίστανται στην πραγματικότητα.
Αρκετές είναι οι έρευνες οι οποίες εξετάζουν τους παράγοντες οι οποίοι συντελούν στην εκτίμηση των αποστάσεων. Τα υποκείμενα, δηλαδή, φαίνεται να παίρνουν αποφάσεις για τις αποστάσεις ενός γνωστικού χάρτη επηρεαζόμενα από διάφορες γνωστικές μεταβλητές. Συγκεκριμένα, οι άνθρωποι τείνουν να εκτιμούν τις αποστάσεις με αναφορά σε κάποια στοιχεία του περιβάλλοντος που ξεχωρίζουν. Όταν ζητηθεί από κάποιον να φανταστεί τον εαυτό του σε ορισμένη τοποθεσία και να εκτιμήσει την απόσταση μιας άλλης τοποθεσίας από αυτήν, τότε οι αποστάσεις από τα σημεία αναφοράς κρίνονται ως μικρότερες από ότι οι αποστάσεις από σημεία μη αναφοράς (Sadalla, Burroughs & Staplin, 1980, όπως αναφέρεται από τους Hirtle & Jonides, 1985).
Ακόμη, οι αποφάσεις των ατόμων για τις αποστάσεις επηρεάζονται από το πόσο κοντά βρίσκονται σε ένα σημείο αναφοράς (Holyoak & Mah, 1982, όπως αναφέρεται από τους Hirtle & Jonides, 1985). Επίσης, έχει βρεθεί ότι μια διαδρομή κρίνεται ότι έχει μεγαλύτερη απόσταση όταν περιέχει γνωστά σημεία ή δρόμους που αναφέρονται συχνά από τα άτομα αλλά και όταν έχει περισσότερες στροφές ή περισσότερες διασταυρώσεις (Sadalla, Staplin & Burroughs, 1979, Sadalla & Staplin, 1980b, Sadalla & Magel, 1980, όπως αναφέρονται από τους Hirtle & Jonides, 1985). Συμπληρωματικό προς τα παραπάνω είναι και το εύρημα ότι ο υπολογισμός των αποστάσεων μεταξύ δυο τοποθεσιών σε έναν χάρτη αυξάνει όσο αυξάνει ο αριθμός των διαμεσολαβητικών σημείων μεταξύ των δύο αυτών τοποθεσιών (Thorndyke, 1981).
Με βάση τα ευρήματα των ερευνών τους, οι Sadalla και Staplin (1980a) υποστηρίζουν το μοντέλο αποθήκευσης πληροφοριών (Information Storage Model). Το μοντέλο αυτό προτείνει ότι οι τοποθεσίες σε ένα περιβάλλον, οι οποίες διαχωρίζονται από αποστάσεις οι οποίες περιέχουν πολυάριθμα στοιχεία γίνονται αντιληπτές ως μακρινότερες από ότι οι τοποθεσίες που διαχωρίζονται από λιγότερα στοιχεία παρόλο που οι πραγματικές τους αποστάσεις είναι ίσες. Εφόσον, δηλαδή, αποθηκεύονται περισσότερες πληροφορίες σε μια διαδρομή που περιέχει περισσότερα στοιχεία από ότι σε μια διαδρομή που περιέχει λιγότερα στοιχεία, τα υποκείμενα θα κρίνουν την πρώτη απόσταση ως μεγαλύτερη από τη δεύτερη. (Sadalla & Staplin, 1980a, όπως αναφέρεται από τους Kahl, Herman & Klein, 1984). Το μοντέλο αυτό εξετάστηκε από τους Kahl, Herman και Klein (1984) σε παιδιά διαφορετικών ηλικιακών ομάδων και τα ευρήματά τους φαίνεται να το υποστηρίζουν.
Ένας παράγοντας που οδηγεί σε συστηματικές διαστρεβλώσεις στους γνωστικούς χάρτες είναι το γεγονός ότι οι χωρικές πληροφορίες οργανώνονται με βάση τις κατηγορίες και τις ιεραρχίες. Αυτό σημαίνει ότι οι άνθρωποι τείνουν να ομαδοποιούν τις πόλεις στους χάρτες ή τα διάφορα ορόσημα στις πόλεις με βάση τις κατηγορίες που είναι υψηλότερες στην ιεραρχία. Οι χωρικές σχέσεις μεταξύ δύο τοποθεσιών αποθηκεύονται μόνο αν ανήκουν εντός της ίδιας ανώτερης βαθμίδας μονάδα, ενώ οι χωρικές σχέσεις που δεν αποθηκεύονται στην μνήμη συνάγονται από το συνδυασμό των σχέσεων μεταξύ και εντός των μονάδων της ίδιας ανώτερης βαθμίδας (Stenens & Coupe, 1978). Μερικές φορές αυτές οι κατηγορίες είναι γεωγραφικές αλλά άλλες φορές είναι εννοιολογικές κατηγορίες. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν αυτές τις κατηγορίες αντί ή παράλληλα με τις ευκλείδειες πληροφορίες ενός χάρτη ή ενός περιβάλλοντος και οι κατηγορίες αυτές διαστρεβλώνουν την μνήμη με διάφορους τρόπους (Tversky, 1992).
Η έρευνα των Hirtle και Jonides (1985) προσφέρει στοιχεία που υποστηρίζουν την επίδραση μιας υποκειμενικής ομαδοποίησης στην επίδοση σε διάφορα έργα τα οποία απαιτούσαν πληροφορίες για τις αποστάσεις σε ένα φυσικό χώρο. Περιληπτικά, τα αποτελέσματα της έρευνας τους έδειξαν ότι οι αποστάσεις μεταξύ στοιχείων που ανήκαν στην ίδια ομάδα υποεκτιμούνται ενώ οι αποστάσεις μεταξύ στοιχείων που ανήκαν σε διαφορετική ομάδα υπερεκτιμούνται.
Ένας άλλος παράγοντας που οδηγεί σε συστηματικά λάθη όσον αφορά τις αποστάσεις αφορά την προοπτική από την οποία γίνεται η κρίση για αυτές τις αποστάσεις. Ανάλογα με το που βρισκόμαστε κρίνουμε διαφορετικά τις αποστάσεις. Συγκεκριμένα, βλέπουμε πιο πολλές διαφορές όταν βρισκόμαστε πιο κοντά παρά όταν είμαστε πιο μακριά από τα σημεία για τα οποία μας έχει ζητηθεί να κρίνουμε την απόσταση που τα χωρίζει (Tversky, 1992).
