ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2
ΧΩΡΟΣ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΑ
Ο άνθρωπος έχει αναπτύξει ειδικό λεξιλόγιο για την αναπαράσταση και κατανόηση του χώρου. Με αυτόν τον τρόπο μπορεί να προσφέρει πληροφορίες για τον χώρο μέσω της ομιλίας για να μεταφέρει πληροφορίες για το περιβάλλον γύρω του αλλά και για να καθοδηγήσει την συμπεριφορά των ατόμων γύρω του.
Για να μπορέσουμε να μιλήσουμε για τον χώρο χρησιμοποιούμε διάφορες πηγές γνώσης για αυτόν. Ειδικότερα, υπάρχει η γνώση του χώρου που πηγάζει από την γλώσσα, από τις εννοιολογικές κατασκευές, από την εμπειρία του κόσμου, από την αντίληψη μας (κυρίως την οπτική αντίληψη) αλλά και από τις μη αντιληπτικές χωρικές αναπαραστάσεις (Herskovits, 1997).
Όταν μιλάμε για εννοιολογικά συστήματα αναφερόμαστε στο σύνολο των εννοιών και των αρχών με τις οποίες μπορούμε να συνδυάσουμε αυτές τις έννοιες ώστε να κατηγοριοποιήσουμε την εμπειρία μας. Αυτός ο τρόπος σκέψης μέσω εννοιών θεωρείται ότι είναι καθολικός για τους ανθρώπους όλου του κόσμου παρόλο που μπορεί οι γλώσσες που χρησιμοποιούνται να διαφέρουν (Herskovits, 1997).
Η γνώση του κόσμου συμπεριλαμβάνει την γενική γνώση για την τοποθεσία, το σχήμα, τη βαρύτητα, τον χρόνο, την κίνηση και την αιτιότητα. Ακόμη, αναφέρεται και στις ιδιότητες των υγρών, στερεών και αέριων σωμάτων και άλλων ουσιών, στα αντικείμενα με τα οποία ερχόμαστε σε επαφή (ανθρώπους, ζώα, κτίρια, φυτά, δρόμους) αλλά και στον ίδιο μας τον εαυτό, καθώς και σε μια ποικιλία συμπεριφορών. Με άλλα λόγια, αυτή η γνώση του κόσμου αφορά τον κόσμο στον οποίον αναφερόμαστε, αυτόν για τον οποίο όλοι μιλάμε. Αυτός ο κόσμος είναι αντικειμενικός, όχι με την επιστημονική έννοια του όρου αλλά με βάση τον τρόπο που όλοι οι άνθρωποι τον βιώνουν (Herskovits, 1997).
Η γνώση του χώρου συμπεριλαμβάνει αρκετές ικανότητες και ξεχωριστές αναπαραστάσεις. Σύμφωνα με την Herskovits (1997) η γλώσσα έχει πρόσβαση σε έναν τρισδιάστατο χάρτη του περιβάλλοντος, ενός χάρτη που κατασκευάζεται από τις αντιληπτικές μας αναπαραστάσεις και την γνώση που έχουμε για τον κόσμο, ο οποίος είναι σε συνέπεια με τους γνωστικούς χάρτες και τις αναπαραστάσεις που καθοδηγούν την κίνηση. Αυτός ο χάρτης εξηγεί την ικανότητα μας να συγχρονίζουμε διαφορετικές χωρικές λειτουργίες. Μια τέτοια θέαση του πραγματικού κόσμου -είτε αυτός αναπαρίσταται με σαφήνεια είτε όχι- βρίσκεται στο πίσω μέρος των εκφράσεων μας. Αν δεν συνέβαινε αυτό δεν θα υπήρχε κάποια κοινή αλήθεια ή αναφορά, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επικοινωνία. Οι αναφορές μας χρησιμοποιούν γλωσσικές κατηγορίες για τα αντικείμενα, για τις χωρικές σχέσεις και για τις δράσεις. Μια πρόταση δεν είναι μια αντιγραφή μιας σκηνής αλλά είναι μια δήλωση ότι η σκηνή ανήκει σε μια ορισμένη κατηγορία, η οποία συγκεκριμενοποιείται με τη βοήθεια του κάθε επιμέρους στοιχείου της πρότασης. Οι κατηγορίες που είναι διαθέσιμες στις γλώσσες καθορίζονται μερικώς από τον κόσμο καθώς μπορούν να οριστούν με πολλούς διαφορετικούς τρόπους όπως φαίνεται από την ποικιλία που υπάρχει μεταξύ των γλωσσών. Επομένως, αυτή η υποτιθέμενη παγκόσμια γλώσσα του φυσικού κόσμου δεν καθορίζει το ποιες έννοιες χρησιμοποιούνται για να περιγραφεί μια σκηνή (Herskovits, 1997).
Η ικανότητα αναπαράστασης αντικειμένων, κινήσεων, δράσεων και της μεταξύ τους σχέση μέσω της γλώσσας αναδύεται νωρίς στην ανάπτυξη του ανθρώπου χωρίς να είναι απαραίτητη η διδασκαλία. Επειδή οι γλωσσικές εκφράσεις που αναφέρονται στον χώρο κωδικοποιούν την εμπειρία μας σχετικά με αυτόν θα ήταν αναμενόμενο να υπάρχει ακριβής αντιπροσώπευση από την γλώσσα όλων των χωρικών αναπαραστάσεων. Ωστόσο, δε συμβαίνει απαραίτητα αυτό. Αντίθετα, η γλώσσα κωδικοποιεί επιλεκτικά μόνο συγκεκριμένες ιδιότητες του χώρου.
Έτσι, όταν αναφερόμαστε λεκτικά στον χώρο χρησιμοποιούμε εκφράσεις για αντικείμενα, κινήσεις και χωρικές σχέσεις χρησιμοποιώντας αντίστοιχα ουσιαστικά, ρήματα και προθέσεις. Χρησιμοποιώντας αυτούς τους όρους σε διάφορους συνδυασμούς μπορούμε να δημιουργήσουμε διάφορες περιγραφές οι οποίες κωδικοποιούν λεπτομερείς χωρικές σχέσεις. Επιπλέον, μπορούμε να προσθέσουμε και μετρικές πληροφορίες σε αυτές τις χωρικές περιγραφές χρησιμοποιώντας το αριθμητικό σύστημα. Για παράδειγμα μπορούμε να πούμε: «το τραπέζι είναι 1 μέτρο μακριά από την πολυθρόνα που βρίσκεται στη μέση του σαλονιού» (Landau, 2002).
Σύμφωνα με τους Jackendoff και Landau (1993) μια βασική γλωσσική έκφραση που χρησιμοποιείται για να κωδικοποιηθεί μια χωρική σχέση περιέχει τρία βασικά στοιχεία. Το ένα στοιχείο είναι το αντικείμενο το οποίο επιθυμούμε να εντοπίσουμε μέσω της έκφρασης αυτής (figure object), το άλλο στοιχείο είναι το αντικείμενο αναφοράς, δηλαδή το αντικείμενο με βάση το οποίο το πρώτο αντικείμενο εντοπίζεται (ground or reference object) και το τρίτο στοιχείο αφορά την γεωμετρική σχέση μεταξύ αυτών των δύο αντικειμένων (figure and ground). Η κατανόηση μιας αναπαράστασης του χώρου απαιτεί την εμπλοκή νοητικών στοιχείων τα οποία αντιστοιχούν σε τοποθεσίες (places) και μονοπάτια (paths). Οι τοποθεσίες αναφέρονται σε περιοχές που χαρακτηρίζονται από διάφορα ορόσημα και αντικείμενα αναφοράς. Τα αντικείμενα (συμπεριλαμβανομένου κι ο εαυτός) εντοπίζονται μετά σε αυτές τις τοποθεσίες. Τα μονοπάτια είναι οι διαδρομές που ακολουθεί κάποιος για να φτάσει από την μια τοποθεσία στην άλλη.
Σύμφωνα με τους ίδιους, όταν ένα αντικείμενο ονομάζεται, αναπαρίστανται λεπτομερείς γεωμετρικές πληροφορίες κυρίως όσον αφορά στο σχήμα του (άξονες, όγκος, επιφάνεια και μέρη). Αντίθετα, όταν ένα αντικείμενο παίζει το ρόλο είτε του αντικειμένου προς εντοπισμό, είτε του αντικειμένου αναφοράς, σε μια έκφραση που αφορά την τοποθέτηση στο χώρο, μόνον οι αδρές γεωμετρικές ιδιότητες του αντικειμένου αναπαρίστανται, όπως για παράδειγμα οι κύριοι άξονες. Ακόμη, οι χωρικές λειτουργίες έτσι όπως εκφράζονται μέσα από τοπικές προθέσεις είναι συνήθως μη μετρικές και αναφέρονται σε σχετική απόσταση ή σε σχετική κατεύθυνση (Jackendoff & Landau, 1993).
2.1. Θεωρίες για τη γλωσσική αναπαράσταση του χώρου
Υποστηρίζεται ότι οι μηχανισμοί με τους οποίους αναπαριστούμε το χώρο μέσω της αντίληψης αλλά και οι μηχανισμοί με τους οποίους αναπαριστούμε το χώρο λεκτικά βασίζονται σε συγκεκριμένα αξιώματα της γεωμετρίας του φυσικού κόσμου. Εξάλλου, ο άνθρωπος κινείται στο χώρο με βάση αυτό που του ορίζουν οι αισθήσεις του αλλά και με βάση αυτό που του έχουν πει. Για να κινηθεί δηλαδή, κάποιος αποτελεσματικά απαιτείται η ενσωμάτωση των αντιληπτικών και των γλωσσικών πληροφοριών για την αναπαράσταση του χώρου (Bryant, 1997).
Ο χώρος μπορεί να κατανοηθεί είτε μέσω της αντίληψης είτε μέσω της γλώσσας. Όσον αφορά για το αν οι νοητικές αναπαραστάσεις του χώρου είναι ίδιες και στις δύο περιπτώσεις, υπάρχουν αρκετοί ερευνητές οι οποίοι υποστηρίζουν ότι υπάρχει ένα κοινό γνωστικό σύστημα, το οποίο αναπαριστά τις γλωσσικές και αντιληπτικές πληροφορίες σχετικά με τον χώρο (Clark, 1973, Miller & Johnson- Laird,1976, Jakendoff,1987, Jakendoff and Landau,1991, Talmy, 1983, όπως αναφέρονται από τον Bryant, 1992).
Ανάμεσα στους ερευνητές που θεωρούν ότι υπάρχει ένα κοινό αντιπροσωπευτικό σύστημα για την αντιληπτική και γλωσσική γνώση είναι οι Miller και Johnson-Laird (1976). Σύμφωνα με αυτούς, η χωρική γνώση μπορεί να αναπαρασταθεί σε προτασιακά δίκτυα δίνοντας λεπτομέρειες για τις σχέσεις μεταξύ των αντικειμένων (Miller& Johnson-Laird, 1976, όπως αναφέρεται από τον Bryant, 1992). Ακολουθώντας την ίδια λογική, οι Landau και Jackendoff (1993) υποστηρίζουν ότι αρχικά τα ερεθίσματα που λαμβάνει κανείς, είτε αυτά είναι λεκτικά, είτε είναι αντιληπτικά, αναλύονται από τα αντίστοιχα ξεχωριστά συστήματα σε διάφορα επίπεδα αναπαράστασης και μετά μεταφράζονται σε μια κοινή αναπαράσταση.
Η θεωρία των Landau και Jackendoff (1993) πρεσβεύει ότι η γλώσσα που χρησιμοποιούμε για να εκφράσουμε τον χώρο αφορά τις λέξεις και τις απλές φράσεις που χρησιμοποιούμε για να κωδικοποιήσουμε τα αντικείμενα και τις τοποθεσίες. Στην αγγλική γλώσσα τα αντικείμενα αντιπροσωπεύονται από αριθμητικά ουσιαστικά και οι τοποθεσίες από τις προθέσεις και τις προθετικές φράσεις. Ακόμη, διευκρινίζουν ότι για να εκφραστούμε γλωσσικά χρησιμοποιούμε λεπτομερείς γεωμετρικές ιδιότητες των αντικειμένων όταν τα ονομάζουμε (με ουσιαστικά) και αναπαραστάσεις με τη μορφή σημείων ή γραμμών (αξονική δομή) όταν τα εντοπίζουμε. Υποθέτουν ότι το γεγονός αυτό αντανακλά μια διχοτόμηση στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος αναπαριστά την χωρική πληροφορία. Υποθέτοντας ότι η αναγνώριση και ο εντοπισμός των αντικειμένων εκτελούνται από ξεχωριστά νευρικά υποσυστήματα, αποδίδουν την αντίθεση μεταξύ των ουσιαστικών και των επιθέτων σε έναν παράλληλο διαχωρισμό του γλωσσικού συστήματος. Με άλλα λόγια, το «προθετικό σύστημα» έχει πρόσβαση στην κωδικοποίηση που παράγεται από το «που» σύστημα ενώ το «ουσιαστικό σύστημα» έχει πρόσβαση στο «τι» σύστημα. Η διαφορά τους έγκειται στο γεγονός ότι το «τι» σύστημα αντιπροσωπεύει λεπτές διακρίσεις στο σχήμα ενώ το «που» σύστημα αντιπροσωπεύει αντικείμενα μόνο ως δείκτες τοποθεσίας πρόχειρα ορισμένων σχημάτων.
Ο Bryant (1992) υποστηρίζει ένα ξεχωριστό γνωστικό μοντέλο αναπαράστασης του χώρου το οποίο ονομάζει spatial representation system (SRS). Σύμφωνα με αυτόν, το οπτικό αντιληπτικό σύστημα ανιχνεύει τα αντικείμενα και την σχετική τους κατεύθυνση και απόσταση και καθορίζει τις χωρικές σχέσεις μεταξύ των αντικειμένων και το σώμα του ατόμου που τα παρατηρεί. Το γλωσσικό σύστημα λειτουργεί κατα τη διάρκεια της κατανόησης για να αναλύσει τα λεκτικά ερεθίσματα και να βγάλει το νόημα μέσα από τις προτάσεις.
Τα αποτελέσματα αυτών των αναλύσεων παρέχουν τις απαραίτητες πληροφορίες για το χωρικό γνωστικό σύστημα αλλά δεν αποτελούν από μόνα τους χωρικά μοντέλα γιατί οι πληροφορίες αναπαρίστανται σε μορφή ανάλογη με τον τύπο των πληροφοριών. Στόχος του χωρικού γνωστικού συστήματος είναι να αναπαραστήσει ένα περιβάλλον, η δομή του οποίου είναι κάτι παραπάνω από αυτό που μπορεί άμεσα να περιγραφεί ή να γίνει αντιληπτό.
Μια θεωρία που προτείνει ότι η γλωσσική πληροφορία αναπαρίσταται σε μη προτασιακή μορφή είναι αυτή της Talmy (1983) η οποία προτείνει ότι οι γλωσσικές περιγραφές του χώρου αναπαρίστανται με όρους γνωστικών σχημάτων. Τα σχήματα είναι αφηρημένες χωρικές έννοιες ενσαρκωμένες σε ατομικές χωρικές εκφράσεις, συμπεριλαμβανομένου τις γεωμετρικές σχέσεις και την προοπτική. Αυτά τα σχήματα δεν είναι προτασιακά αλλά συντίθενται από εννοιολογικές αναπαραστάσεις βασικών στοιχείων όπως τα σημεία και τα επίπεδα (Talmy, 1983, όπως αναφέρεται από τον Bryant, 1992).
Σύμφωνα με τους Zwaan και Radvansky (1998) μέχρι τη δεκαετία του 1980 οι γνωστικοί ψυχολόγοι θεωρούσαν ότι η κατανόηση ενός κειμένου αφορά την κατασκευή και την ανάκληση από την μνήμη της νοητικής αναπαράστασης του ίδιου του κειμένου και όχι της κατάστασης που περιγράφεται στο κείμενο. Αυτή η αντίληψη άλλαξε μετά από την πρόταση ορισμένων ερευνητών για τα νοητικά μοντέλα (mental models, Johnson-Laird, 1983) ή τα καταστασιακά μοντέλα (situation models, van Dijk&Kintsch, 1983). Οι θεωρητικοί αυτοί αναφέρονται στις νοητικές αναπαραστάσεις που δημιουργούνται από καταστάσεις που περιγράφονται λεκτικά. Οι ερευνητές αυτοί υπέθεσαν ότι οι αναγνώστες κατασκευάζουν αναπαραστάσεις για τις καταστάσεις από κοινού με τις αναπαραστάσεις που βασίζονται στο κείμενο. Τα μοντέλα αυτά κωδικοποιούν τη δομή των σχέσεων της κατάστασης στην οποία αναφέρονται (Κωσταρίδου-Ευκλείδη, 1992). Αυτές οι καταστάσεις φαίνονται να έχουν τουλάχιστον πέντε διαστάσεις οι οποίες είναι ο χρόνος, ο χώρος, η αιτιότητα, η προθετικότητα και οι πρωταγωνιστές.
Όσον αφορά τη διάσταση του χώρου το ενδιαφέρον στρέφεται στο γεγονός ότι ο χώρος έχει μη γραμμική φύση, έχει τρεις διαστάσεις ενώ η γλώσσα έχει γραμμική φύση και έχει δύο διαστάσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα ενώ δυο αντικείμενα μπορεί να είναι στην πραγματικότητα κοντά στον χώρο να περιγράφονται ως απομακρυσμένα στο κείμενο. Για παράδειγμα, όταν περιγράφονται τα αντικείμενα ενός δωματίου με κυκλικό τρόπο αυτό που αναφέρεται πρώτο και αυτό που αναφέρεται τελευταίο μπορεί να είναι δίπλα το ένα στο άλλο στον χώρο. Η περιγραφή ενός μονοπατιού είναι ένας τρόπος για να πάρει γραμμική μορφή η χωρική πληροφορία (Zwaan & Radvansky, 1998).
Όταν ένα ολοκληρωμένο χωρικό νοερό μοντέλο δημιουργείται οι άνθρωποι είναι ικανοί να ανιχνεύσουν διαφορετικά μέρη του κάνοντας πιο διαθέσιμες τις πληροφορίες από αυτά τα τμήματα. Αυτό συμβαίνει ως μέρος της διαδικασίας της γλωσσικής κατανόησης των πληροφοριών που είναι κάθε φορά στο προσκήνιο. Η πληροφορία εξαφανίζεται σταδιακά από το προσκήνιο του νοερού μοντέλου καθώς το επίκεντρο της κατάστασης αλλάζει (Zwaan & Radvansky, 1998).
Οι Ehrlich και Johnson-Laird (1982) προτείνουν ότι όταν οι χωρικές περιγραφές είναι συνεχόμενες (δηλαδή, όταν κάθε επακόλουθη πρόταση περιγράφει ένα αντικείμενο το οποίο είναι χωρικά δίπλα σε ένα προηγούμενο αντικείμενο) τότε οι άνθρωποι χρειάζονται λιγότερο χρόνο και δημιουργούν πιο σωστά διαγράμματα που απεικονίζουν τις χωρικές σχέσεις. Κάθε τρέχων νοερό μοντέλο μπορεί άμεσα να ενσωματωθεί στο αφομοιωμένο χωρικό μοντέλο. Οι πιο γρήγοροι χρόνοι για τις συνεχόμενες περιγραφές αντανακλούν την ικανότητα του ατόμου να βασίζεται σε μια προυπάρχουσα αναπαράσταση για να κατανοήσει την καινούρια πληροφορία (Ehrlich & Johnson-Laird, 1982).
2.2. Πλαίσια αναφοράς για τον καθορισμό των χωρικών σχέσεων
Η κανονική θέση ενός ατόμου που αλληλεπιδρά με το περιβάλλον είναι η όρθια στάση. Ο αντιλαμβανόμενος κόσμος ενός κανονικού παρατηρητή μπορεί να περιγραφεί από μια κάθετη και δυο οριζόντιες διαστάσεις. Η κάθετη διάσταση σχετίζεται με τη βαρύτητα, έναν σημαντικό μη συμμετρικό παράγοντα του κόσμου. Στις κανονικές μετακινήσεις οι κάθετες χωρικές σχέσεις γενικά παραμένουν συνεχείς σε σχέση με τον παρατηρητή αλλά οι οριζόντιες χωρικές σχέσεις αλλάζουν συχνά. Ενώ η κάθετη διάσταση ορίζεται από το περιβάλλον, για παράδειγμα από το έδαφος και τον ουρανό, οι δυο οριζόντιες διαστάσεις εξαρτώνται από πιο αυθαίρετα σημεία αναφοράς, όπως για παράδειγμα το σώμα του παρατηρητή. Δύο χαρακτηριστικοί ανατομικοί άξονες, μπροστά/πίσω και αριστερά/δεξιά είναι φυσικοί άξονες αναφοράς για την οργάνωση του οριζόντιου χώρου. Η διάσταση μπροστά/πίσω είναι μη συμμετρική εννοιολογικά και λειτουργικά καθώς ο παρατηρητής μπορεί πιο εύκολα να δει, να προσέξει και να κινηθεί προς τα μπρος παρά προς τα πίσω. Αντίθετα η συμμετρία που υπάρχει στη διάσταση δεξιά ή αριστερά στην γλώσσα προκαλεί σύγχυση. Ο κυρίαρχος άξονας θεωρείται ο κάθετος, με τη διάσταση μπροστά/πίσω και δεξιά/αριστερά να ακολουθούν (Franklin & Tversky, 1990).
Το χωρικό σύστημα αναπαράστασης που έχει προτείνει ο Bryant (1992) χρησιμοποιεί τρία πλαίσια αναφοράς για να αναπαραστήσει την θέση των αντικειμένων. Αυτά τα πλαίσια είναι συστήματα συντεταγμένων όπου οι θέσεις των αντικειμένων ορίζονται μεταξύ τριών διαστάσεων. Το πρώτο είναι το εγωκεντρικό πλαίσιο αναφοράς (egocentric frame of reference), το οποίο ορίζεται με βάση τρεις άξονες του σώματος (κεφάλι/πόδια, μπροστά/πίσω, αριστερά/δεξιά). Το ετεροκεντρικό πλαίσιο (allocentric) συντίθεται από ορθογώνιους άξονες οι οποίοι είναι έξω από τον παρατηρητή. Μπορεί να αφορά τους άξονες ενός προεξέχοντος ορόσημου ή άξονες με βάση παγκόσμια χαρακτηριστικά, όπως για παράδειγμα τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα. Τέλος, υπάρχει το εξωτερικό πλαίσιο αναφοράς (external) του οποίου οι άξονες προβάλλονται μπροστά από το οπτικό πεδίο του σώματος. Η αναπαράσταση ενός αντικειμένου επιτυγχάνεται επιλέγοντας ένα από τα παραπάνω πλαίσια αναφοράς και καθορίζοντας την θέση του αντικειμένου ανάμεσα σε κάθε διάσταση στο σύστημα συντεταγμένων.
Ο Levinson (1996) χρησιμοποιεί έναν άλλο διαχωρισμό για τα διάφορα πλαίσια αναφοράς που χρησιμοποιούμε στην γλώσσα. Συγκεκριμένα τα διαχωρίζει σε σχετικά (relative frame of reference), εγγενή (intrinsic frame of reference) και απόλυτα (absolute frame of reference) πλαίσια αναφοράς. Ένα σχετικό πλαίσιο αναφοράς βασίζεται σε ένα άτομο, δηλαδή, εντοπίζει το αντικείμενο-στόχο έχοντας αντικείμενο αναφοράς το άτομο με άξονα το μπροστά/πίσω και δεξιά/αριστερά από το άτομο. Για να καθορίσει κανείς μια τέτοια σχέση απαιτούνται τρεις όροι, το άτομο, το αντικείμενο-στόχος και το αντικείμενο αναφοράς. Σε αυτή την περίπτωση η κατανόηση της έκφρασης εξαρτάται από τη γνώση της προοπτικής του ατόμου (Levinson, 1996, όπως αναφέρεται από την Tversky, 2000).
Ένα εγγενές πλαίσιο αναφοράς βασίζεται σε ένα αντικείμενο δηλαδή, εντοπίζει το αντικείμενο-στόχο σε σχέση με ένα αντικείμενο αναφοράς με άξονα το μπροστά/πίσω και δεξιά/αριστερά από το αντικείμενο. Σε αυτή την περίπτωση η σχέση εξαρτάται από το αντικείμενο-στόχο και το αντικείμενο αναφοράς και όχι από τη γνώση της προοπτικής. Επειδή χρησιμοποιούν τους ίδιους όρους αναφοράς, τα σχετικά και τα εγγενή πλαίσια αναφοράς απαιτούν αποσαφήνιση. Για παράδειγμα αν αναφέρω «το ποδήλατο μου είναι αριστερά από το σπίτι» δεν είναι ξεκάθαρο αν εννοώ ότι είναι αριστερά από εμένα έτσι όπως κοιτάω το σπίτι ή στο αριστερά του σπιτιού. Τέλος, το απόλυτο πλαίσιο αναφοράς βασίζεται στο περιβάλλον. Η αναφορά αυτή εντοπίζει το αντικείμενο-στόχο σε σχέση με ένα αντικείμενο αναφοράς σε σχέση με τυπικούς όρους όπως, το βορά-το νότο-τη δύση και την ανατολή. Σε αυτή την περίπτωση δεν απαιτείται γνώση της προοπτικής αλλά γνώση των κατευθύνσεων των τεσσάρων σημείων του ορίζοντα (Levinson, 1996, όπως αναφέρεται από την Tversky, 2000).
Τα τρία αυτά πλαίσια αναφοράς που πρότεινε ο Levinson αποτελούν εξιδανικεύσεις. Στην πραγματικότητα υπάρχουν μικτές περιπτώσεις. Για παράδειγμα, ένα άψυχο αντικείμενο όπως μια είσοδος μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν να ήταν παρατηρητής σε μια σχετική περιγραφή και ένα άτομο μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν να ήταν ένα αντικείμενο αναφοράς σε μια απόλυτη περιγραφή (Tversky, 2000).
Η χρήση πλαισίων αναφοράς κατά τη συνομιλία για ένα χώρο επιβάλλει βαρύ γνωστικό φορτίο τόσο στους ομιλητές όσο και στους παραλήπτες. Για να κατανοήσει κανείς αλλά και για να παράγει σχετικές, εγγενείς και απόλυτες περιγραφές απαιτείται η υιοθέτηση μιας νοητής προοπτικής και ο νοητός υπολογισμός των κατευθύνσεων από αυτή την προοπτική. Κάποιες κατευθύνσεις είναι πιο εύκολες, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η περιγραφή που χρησιμοποιεί τους όρους δεξιά/αριστερά είναι πιο δύσκολη από την περιγραφή που χρησιμοποιεί τους όρους μπροστά/πίσω και πάνω/κάτω.
Ένας πιο απλός αν και όχι πάντα εφικτός τρόπος περιγραφής των τοποθεσιών αντικειμένων είναι «κοντά στο Χ» όπου το Χ είναι ένα γνωστό ορόσημο. Η κατανόηση της λέξης κοντά δεν απαιτεί την υιοθέτηση κάποιας προοπτικής ή τον υπολογισμό κατευθύνσεων αλλά προϋποθέτει ένα απλό περιβάλλον στο οποίο δεν είναι απαραίτητες πληροφορίες σχετικά με την κατεύθυνση για να εντοπιστεί το αντικείμενο-στόχος. Πράγματι, οι άνθρωποι χρησιμοποιούν συχνά τον όρο κοντά σε απλές περιπτώσεις όπου απαιτείται ο καθορισμός ενός από δύο παρόμοια αντικείμενα σε χωρικές διατάξεις με ή χωρίς ορόσημα αλλά και με ή χωρίς ενδείξεις για κατευθύνσεις, αγνοώντας τις υπόλοιπες πληροφορίες που είναι διαθέσιμες για τον καθορισμό των αντικειμένων (Tversky, 2000).
Σύμφωνα με τους Nardini, Burgess, Breckenridge και Atkinson (2006) υπάρχουν δύο εν δυνάμει πλαίσια αναφοράς στη χωρική μνήμη. Το πρώτο είναι η εγωκεντρική αναπαράσταση μιας τοποθεσίας, η οποία εκφράζει τη σχέση του αντικειμένου προς τον παρατηρητή και μπορεί να προέλθει από αισθητηριακά δεδομένα και να προσφέρει μια άμεση βάση για δράση. Αντίθετα, οι αλλοκεντρικές αναπαραστάσεις, οι οποίες εκφράζουν μια τοποθεσία σε σχέση με ένα εξωτερικό πλαίσιο αναφοράς (για παράδειγμα οπτικά ορόσημα) είναι πιο δύσκολο να σχηματιστούν αλλά προσφέρουν μια καλύτερη βάση για την ευέλικτη μετακίνηση στον χώρο και την αποθήκευση σύνθετων διατάξεων στην μακρόχρονη μνήμη. Τα ερευνητικά δεδομένα υποστηρίζουν ότι η ύπαρξη του ενός πλαισίου αναφοράς δεν αποκλείει την ύπαρξη του άλλου, αφού συνήθως λειτουργούν παράλληλα.
Τα κριτήρια που χρησιμοποιούνται για να καθοριστεί εάν η χωρική μνήμη είναι εγωκεντρική ή αλλοκεντρική είναι η κατεύθυνση αναφοράς και το αντικείμενο αναφοράς. Όταν η κατεύθυνση αναφοράς καθορίζεται με άξονα το σώμα του παρατηρητή τότε η μνήμη ονομάζεται εγωκεντρική. Αντίθετα όταν η κατεύθυνση αναφοράς καθορίζεται από κατεύθυνση ανεξάρτητη από τον παρατηρητή τότε ονομάζεται αλλοκεντρική. Αντίστοιχα, όταν το αντικείμενο αναφοράς είναι ο παρατηρητής ώστε να αναπαρίσταται η σχέση μεταξύ του εαυτού του και το αντικείμενο, τότε έχουμε εγωκεντρική χωρική μνήμη. Αντίθετα, όταν το αντικείμενο αναφοράς είναι ένα διαφορετικό αντικείμενο ή σύνολο αντικειμένων ώστε να αναπαρίστανται οι σχέσεις μεταξύ των αντικειμένων τότε έχουμε αλλοκεντρική χωρική μνήμη (Mou, Xiao & McNamara, 2008).
