ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Κατανόηση του χώρου μέσω λεκτικών περιγραφών: Σύγκριση τυφλών και βλεπόντων (1ο μέρος)

Αυγ 13, 2015 | ΘΕΜΑΤΑ ΤΥΦΛΟΤΗΤΑΣ, Ψυχολογία

Πανεπιστήμιο Μακεδονίας
Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής
Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών
Κατεύθυνση Ειδικής Αγωγής

Παπαδοπούλου Βασιλική

Τίτλος μεταπτυχιακής εργασίας:
Κατανόηση του χώρου μέσω λεκτικών περιγραφών:
Σύγκριση τυφλών και βλεπόντων

Επιβλέποντες:
Παπαδόπουλος Κωνσταντίνος, Αναπληρωτής Καθηγητής
Καρτασίδου Λευκοθέα, Επίκουρη Καθηγήτρια

Θεσσαλονίκη, 2011



Ευχαριστίες

Θερμές ευχαριστίες θα ήθελα να εκφράσω:

Στον πρώτο επιβλέποντα, αναπληρωτή καθηγητή, Παπαδόπουλο Κωνσταντίνο, για την καθοδήγηση και τη στήριξη που μου παρείχε σε όλα τα στάδια εκπόνησης της εργασίας.

Στη δεύτερη επιβλέπουσα, επίκουρη καθηγήτρια, Καρτασίδου Λευκοθέα, για τις πολύτιμες παρατηρήσεις της σχετικά με τη συγγραφή της εργασίας.

Στη σχολή τυφλών Θεσσαλονίκης «Ο Ήλιος», η οποία διέθεσε τον αναγκαίο χώρο για τη διεξαγωγή του ερευνητικού κομματιού της εργασίας.

Στο Χατζηδαφνή Νίκο για τη διαμεσολάβηση του στην επικοινωνία με τους συμμετέχοντες.

Σε όλα τα άτομα, τα οποία με προθυμία συμμετείχαν στην έρευνα και διέθεσαν τον χρόνο και την ενέργεια τους.

Στην οικογένεια μου και τους φίλους μου, για την ηθική στήριξη που μου πρόσφεραν κατά τη διάρκεια των μεταπτυχιακών μου σπουδών.


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΕΡΙΛΗΨΗ 5

ΕΙΣΑΓΩΓΗ 6

Κεφάλαιο 1. Κατανόηση του χώρου
1.1 Η συμβολή της όρασης στην γνωστική αναπαράσταση του χώρου
1.2 Γνωστική αναπαράσταση του χώρου στα άτομα με πρόβλημα όρασης

Κεφάλαιο 2. Χώρος και Γλώσσα
2.1 Θεωρίες για την γλωσσική αναπαράσταση του χώρου
2.2 Πλαίσια αναφοράς για τον καθορισμό των χωρικών σχέσεων.

Κεφάλαιο 3. Γνωστικοί Χάρτες
3.1 Τεχνικές συλλογής και ανάλυσης γνωστικών χαρτών
3.2 Διαστρεβλώσεις στους γνωστικούς χάρτες

Κεφάλαιο 4. Λεκτικές περιγραφές του χώρου
4.1 Είδος προοπτικής στις λεκτικές περιγραφές
4.2 Έρευνες που μελετούν τον τρόπο (οπτικό-λεκτικό) απόκτησης των χωρικών πληροφοριών ή την προοπτική που υιοθετείται στις
λεκτικές περιγραφές του χώρου
4.3 Έρευνες που μελετούν τον τρόπο απόκτησης των χωρικών πληροφοριών ή την προοπτική της λεκτικής περιγραφής που χρησιμοποιείται απουσία της όρασης
4.4 Έρευνες που εξετάζουν τη μετακίνηση στο χώρο μέσω λεκτικών περιγραφών ή οδηγιών

Κεφάλαιο 5. Έρευνα
5.1 Διερευνητικά Ερωτήματα
5.2 Μεθοδολογία
5.2.1 Συμμετέχοντες
5.2.1.1 Συμμετέχοντες με τυπική όραση
5.2.1.2 Συμμετέχοντες με πρόβλημα όρασης
5.2.2 Ερευνητικά εργαλεία
5.2.2.1 Ερωτηματολόγιο για τη συλλογή ατομικών στοιχείων
5.2.2.2 Α΄ Δοκιμασία
5.2.2.3 Β΄ Δοκιμασία
5.2.3 Διαδικασία

Κεφάλαιο 6. Αποτελέσματα
6.1 Περιγραφική στατιστική
6.1.1 Επιδόσεις ανά ομάδα (τυφλοί-βλέποντες) για την πρώτη δοκιμασία
6.1.2 Επιδόσεις ανά ομάδα (τυφλοί-βλέποντες) για τη δεύτερη δοκιμασία
6.1.3 Επιδόσεις ανά ομάδα με βάση τις φορές που άκουσαν την λεκτική περιγραφή
6.1.4 Επιδόσεις ανά φύλο στην κάθε ομάδα
6.1.5 Επιδόσεις ανά μορφωτικό επίπεδο στην κάθε ομάδα
6.1.6 Επιδόσεις των ατόμων με πρόβλημα όρασης ανά ηλικία απώλειας της όρασης
6.1.7 Επιδόσεις των ατόμων με πρόβλημα όρασης σε σχέση με την ικανότητα αυτόνομης μετακίνησης
6.2 Έλεγχος στατιστικά σημαντικών διαφορών (εφαρμογή t-test)
6.2.1 Διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων
6.2.2 Διαφορές εντός των δύο ομάδων
6.2.2.1 Διαφορές εντός της ομάδας των ατόμων με πρόβλημα όρασης.
6.2.2.2 Διαφορές εντός της ομάδας των ατόμων με τυπική όραση
6.3 Συσχετίσεις των επιδόσεων
6.3.1 Συσχετίσεις των επιδόσεων του δείγματος των ατόμων με πρόβλημα όρασης στις επιμέρους μετρήσεις του χάρτη που κατασκεύασαν.
6.3.2 Συσχετίσεις των επιδόσεων του δείγματος των ατόμων με τυπική όραση στις επιμέρους μετρήσεις του χάρτη που κατασκεύασαν.
6.3.3 Συσχετίσεις των επιδόσεων του δείγματος των ατόμων με πρόβλημα όρασης στις επιμέρους μετρήσεις με τα ατομικά τους χαρακτηριστικά
6.3.4 Συσχετίσεις των επιδόσεων του δείγματος των ατόμων με τυπική όραση στις επιμέρους μετρήσεις με τα ατομικά τους χαρακτηριστικά.

Κεφάλαιο 7. Συμπεράσματα- Συζήτηση

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η εκτέλεση καθημερινών δραστηριοτήτων προϋποθέτει τη γνωστική αναπαράσταση του χώρου στον οποίον κινούμαστε. Οι χωρικές σχέσεις των αντικειμένων που υπάρχουν στο περιβάλλον περικλείονται σε ατομικούς γνωστικούς χάρτες. Η γνώση για το χώρο μπορεί να προέρχεται είτε από μια άμεση πηγή πληροφόρησης, όπως είναι η αντίληψη ενός χώρου μέσω των αισθήσεων καθώς μετακινούμαστε στο χώρο αυτό, είτε από μια έμμεση πηγή πληροφόρησης, όπως είναι η λεκτική περιγραφή μιας περιοχής. Οι λεκτικές περιγραφές που γίνονται για ένα χώρο μπορεί να υιοθετούν, είτε την προοπτική της διαδρομής, είτε την τοπογραφική προοπτική. Στην πρώτη περίπτωση τα αντικείμενα περιγράφονται σε σχέση με τη μετακινούμενη θέση του ατόμου ακολουθώντας μια γραμμική οργάνωση. Στη δεύτερη περίπτωση, τα αντικείμενα περιγράφονται σε σχέση με τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα ακολουθώντας μια ιεραρχική οργάνωση. Έχει υποστηριχτεί ότι ο τρόπος με τον οποίο μια πληροφορία αποκτάται (μέσω της όρασης ή μέσω μιας λεκτικής περιγραφής) αλλά και η προοπτική με την οποία αυτή η πληροφορία παρουσιάζεται (διαδρομής ή τοπογραφική), μπορεί να ασκήσει επίδραση στη δομή και την ακρίβεια των νοητικών αναπαραστάσεων.

Η παρούσα εργασία έχει ως στόχο να διερευνήσει και να συγκρίνει πώς τα άτομα με ή χωρίς πρόβλημα όρασης περιγράφουν λεκτικά μια οικεία σε αυτούς περιοχή αλλά και πώς κατασκευάζουν ένα γνωστικό χάρτη μιας άγνωστης περιοχής μέσω της λεκτικής της περιγραφής. Τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας έδειξαν ότι τα άτομα με πρόβλημα όρασης προτιμούν να υιοθετούν την προοπτική της διαδρομής στις περιγραφές τους ενώ τα άτομα με τυπική όραση δεν χρησιμοποιούν μόνο ένα είδος προοπτικής. Ακόμη, τα άτομα με πρόβλημα όρασης αναφέρουν περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις καθημερινές τους ανάγκες και τα στοιχεία που δομούν ένα αστικό περιβάλλον από τα άτομα με τυπική όραση. Τέλος, τα άτομα και των δύο ομάδων βρέθηκαν το ίδιο ικανά στην κατασκευή ενός γνωστικού χάρτη μιας περιοχής που τους περιγράφηκε λεκτικά βάση της προοπτικής της διαδρομής.


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η γνώση του χώρου (spatial cognition), δηλαδή, ο τρόπος με τον οποίο εσωτερικεύεται και αναδομείται ο χώρος στη σκέψη μας (Golledge, 2004) έχει υπάρξει αντικείμενο μελέτης διαφόρων επιστημονικών πεδίων. Ειδικότερα, επιστήμες όπως η αναπτυξιακή ψυχολογία και η νευροψυχολογία προσφέρουν αρκετές έρευνες γύρω από το θέμα της κατανόησης του χώρου. Παράλληλα, επιστήμες, όπως η γεωγραφία, η αρχιτεκτονική, η επιστήμη των ηλεκτρονικών υπολογιστών και της τεχνητής νοημοσύνης προσφέρουν και αυτές με την σειρά τους επιπρόσθετες πληροφορίες για την κατανόηση των εφαρμοσμένων πλευρών της χωρικής γνώσης. Οι εφαρμογές αυτές αναφέρονται στο πώς η χωρική γνώση συντελεί στην πλοήγηση μας στον χώρο και την εκμάθηση καινούριων ή οικείων περιβαλλόντων, στο πώς αναπτύσσονται και μπορούν να μετρηθούν οι χωρικές δεξιότητες, και οι γνωστικοί χάρτες που σχηματίζουν οι άνθρωποι διαφορετικού φύλου ή διαφορετικής ηλικίας.

Σχεδόν όλες οι ανθρώπινες δραστηριότητες απαιτούν γνωστική αναπαράσταση του χώρου. Όταν μετακινούμαστε σε τρισδιάστατα περιβάλλοντα καθοδηγούμαστε από την αντίληψη αλλά και την μνήμη των χωρικών σχέσεων των αντικειμένων που υπάρχουν στο περιβάλλον (McNamara, 1986). Οι νοητικές μας εικόνες, δηλαδή οι σκέψεις που έχουμε για τα αντικείμενα του περιβάλλοντος φαίνεται να χρησιμοποιούν τους ίδιους μηχανισμούς που χρησιμοποιούμε για να κωδικοποιήσουμε και να ερμηνεύσουμε τα αντικείμενα κατά την αντίληψη τους, μοιράζοντας με αυτόν τον τρόπο τις ίδιες ιδιότητες με τα πραγματικά αντικείμενα (Denis & Kosslyn, 1999).

Οι χωρικές νοητικές εικόνες είναι αναπαραστάσεις που αποτελούν προέκταση της αντίληψης όταν έχει παύσει η αισθητηριακή διέγερση και σε απουσία του εξωτερικού ερεθισμού. Ο πιο συχνός τρόπος νοερής αντίληψης είναι ο οπτικο- χωρικός αλλά είναι δυνατό να έχει κανείς νοερές εντυπώσεις που να αντιστοιχούν σε άλλες αισθητήριες αντιλήψεις όπως οι οσφρητικές, ηχητικές, απτικές, γευστικές (Κωσταρίδου-Ευκλείδη, 1992).

Η κυριότερη συνεισφορά των χωρικών νοερών εικόνων είναι η κωδικοποίηση της γνώσης που αφορά την χωροταξία του περιβάλλοντος. Ο Tolman (1948) ήταν από τους πρώτους που μίλησε για τους γνωστικούς χάρτες, οι οποίοι επιτρέπουν στον άνθρωπο και στα ζώα να βρίσκουν το δρόμο τους στο φυσικό περιβάλλον μέσα από νέους δρόμους ακόμη κι αν δεν υπήρχε προηγούμενη εμπειρία των συγκεκριμένων διαδρομών.

Οι γνωστικοί χάρτες προσφέρουν πληροφορίες για την τοποθεσία και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των αντικειμένων σε ένα περιβάλλον. Συγκεκριμένα, οι πληροφορίες αυτές οδηγούν σε μια γεωμετρία του χώρου η οποία αναφέρεται σε αποστάσεις και σε κατευθύνσεις, και μέσω του συνδυασμού αυτών των πληροφοριών εντοπίζεται η θέση των αντικειμένων στο χώρο. Ωστόσο, πολλές φορές η γεωμετρία αυτή αποκλίνει από την ευκλείδεια θεώρηση του πραγματικού κόσμου, με αποτέλεσμα οι γνωστικοί χάρτες να έχουν διαστρεβλώσεις (Downs & Stea, 1973).

Ακόμη, ο τρόπος με τον οποίο αποκτούμε γνώση για τον χώρο γύρω μας φαίνεται να ποικίλλει. Οι πληροφορίες που προσφέρονται από τις διάφορες αισθήσεις όπως η όραση, η αφή, η όσφρηση και το κιναισθητικό σύστημα συνδυάζονται για να μας δώσουν μια συνολική αναπαράσταση του εκάστοτε περιβάλλοντος. Ωστόσο, οι έρευνες που μελετούν τους γνωστικούς χάρτες παραβλέπουν το εύρος και τον αριθμό των αισθήσεων που συμβάλλουν στην απόκτηση της χωρικής γνώσης (Downs & Stea, 1973).

Ένας άλλος τρόπος διαχωρισμού του τρόπου απόκτησης χωρικών πληροφοριών είναι σε άμεσες και σε αντιπροσωπευτικές πηγές πληροφόρησης. Άμεση πηγή πληροφόρησης έχουμε όταν ένα άτομο έρχεται σε πρόσωπο-με πρόσωπο επαφή με ένα χώρο μέσω όλων των αισθήσεων του. Σε αυτή την περίπτωση, η ενημέρωση και ο έλεγχος των πληροφοριών είναι συνεχής. Αντίθετα, αντιπροσωπευτική πηγή πληροφόρησης έχουμε «μέσω των ματιών κάποιου άλλου », δηλαδή, μέσω μιας λεκτικής περιγραφής, μέσω ενός γεωγραφικού χάρτη, ή μιας φωτογραφίας. Μπορούμε να πούμε, επίσης, ότι στην πρώτη περίπτωση έχουμε ενεργητική επεξεργασία πληροφοριών ενώ στην δεύτερη περίπτωση έχουμε πιο παθητική επεξεργασία πληροφοριών (Downs & Stea, 1973).

Το γεγονός ότι οι χωρικές πληροφορίες αποκτώνται μέσω διαφόρων αισθητηριακών καναλιών αλλά και μέσω της μετακίνησης στο χώρο εξηγεί γιατί και τα άτομα χωρίς όραση έχουν ικανές χωρικές αναπαραστάσεις. Ειδικά στα άτομα που δεν είναι εκ γενετής τυφλά αλλά η τύφλωση επήλθε σε μεγαλύτερη ηλικία, η γνώση που προέρχεται από προηγούμενη οπτική εμπειρία φαίνεται να επηρεάζει την κίνηση τους σε μακρινούς χώρους. Ακόμη, στα άτομα με πρόβλημα όρασης, το στρέψιμο της προσοχής στους ήχους φαίνεται να προσφέρει ικανοποιητικές πληροφορίες για την μετακίνηση σε μακρινούς χώρους. Ωστόσο, έχει υποστηριχτεί ότι οι ήχοι από μόνοι τους δεν μπορούν να προσφέρουν ακριβείς πληροφορίες για τις σχέσεις μεταξύ των αντικειμένων (Millar, 1994).

Μετάβαση στο περιεχόμενο