2.2. : Αναπτυξιακές / Νευροαναπτυξιακές διαταραχές (Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος – ΔΑΦ, Νοητική Υστέρηση, Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητα
Διαταραχές Αυτιστικού Φάσματος
Οι διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές αποτελούν μία ακόμη κατηγορία μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, οι οποίες περιλαμβάνουν ένα σύνολο καταστάσεων, όπου παρατηρούνται καθυστερήσεις και αποκλίσεις της ανάπτυξης των κοινωνικών δεξιοτήτων, της γλώσσας, της επικοινωνίας και του ρεπερτορίου της συμπεριφοράς ( Sadock, B.J. andSadock, V.A. ,2007)
Μία από αυτές τις διαταραχές είναι και το σύνδρομο του αυτισμού. Ο αυτισμός χαρακτηρίζεται από σημαντικές δυσκολίες στην κοινωνική αλληλεπίδραση , στον λόγο, από περιορισμένες και επαναλαμβανόμενες στερεότυπες συμπεριφορές και ενδιαφέροντα, καθώς επίσης και από διαταραχή της προσοχής αλλά και του συντονισμού των κινήσεων1 (Άρθρο, Ι. Νησιώτου, Φ. Βλάχος).
Στην ουσία πρόκειται για νευρο – ψυχιατρικές καταστάσεις γνωστικής φύσεως, όπου επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο το άτομο αντιλαμβάνεται τον εαυτό του και τον κόσμο, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο μαθαίνει να προσαρμόζεται στις καταστάσεις της καθημερινής ζωής.
Η αιτιολογία του αυτισμού δεν είναι ακόμα γνωστή αν και σήμερα θεωρείται ότι συμβάλλουν πολλοί, διαφορετικοί αιτιολογικοί παράγοντες, γεγονός που δυσχεραίνει τη δημιουργία αποτελεσματικών θεραπευτικών παρεμβάσεων. Θεωρείται κατεξοχήν διαταραχή της εγκεφαλικής συνδετικότητας1 ( Άρθρο, Ι. Νησιώτου, Φ. Βλάχος).
Σχετικά με τον επιπολασμό, η αυτιστική διαταραχή πιστεύεται ότι εκδηλώνεται σε 8 περίπου ανά 10.000 παιδιά, ενώ οι αναφορές για τα ποσοστά της αυτιστικής διαταραχής κυμαίνονται από 2-30 των περιπτώσεων, ανά 10.000 (Sadock,
B.J. & Sadock, V.A. , 2007) . Είναι πιο κοινή στα αγόρια 3-4 /1 σε σχέση με τα κορίτσια (Αγγελοπούλου – Σακαντάμη, 2004).
Τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα άτομα με αυτισμό εκδηλώνονται από τη βρεφική κιόλας ηλικία. Το πιο εμφανές σύμπτωμα που επισημαίνουν οι ίδιοι οι γονείς είναι η έλλειψη ή η καθυστέρηση της ανάπτυξης του λόγου, μια παλινδρόμηση στο λόγο και η έλλειψη του φυσιολογικού ενδιαφέροντος για άλλους ανθρώπους που παρατηρείται έντονα στη νηπιακή ηλικία ( Καλύβα, 2005).
Σύμφωνα με τα ταξινομικά συστήματα DSM-IV, της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (1996) και ICD-10 του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας(1997), οι Δ.Α.Δ περιλαμβάνουν μια σειρά από συγγενείς διαταραχές όπως η Αυτιστική Διαταραχή, η Διαταραχή Rett, η Παιδική Αποδιοργανωτική Διαταραχή, η Διαταραχή Asperger, και η Διάχυτη Αναπτυξιακή Διαταραχή, (Ψυχιατρική παιδιού & εφήβου, Ιαν.-Δεκ.2014, Τόμος 2).
Ο αυτισμός συνυπάρχει μαζί με διαταραχές της μάθησης, της προσοχής. Καθώς επίσης και η συννοσηρότητα αυτισμού και ΔΕΠ/Υ, η οποία έχει μελετηθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια2 ( Άρθρο, Ι. Νησιώτου, Φ. Βλάχος).
Όλες οι διαταραχές στην παιδική ηλικία αποδεικνύονται συσσωρευτικές και διαταράσσουν σημαντικές λειτουργίες του παιδιού κατά την περίοδο της ανάπτυξής του .
Νοητική Υστέρηση
Η νοητική υστέρηση απασχολεί εδώ και αρκετές δεκαετίες τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας και είναι ένα σύμπτωμα που βρίσκεται σε πολλές διαταραχές γνωστών και άγνωστων αιτιών. Στις μέρες μας, ο όρος «νοητική καθυστέρηση» χρησιμοποιείται στην ελληνική μετάφραση των διαγνωστικών εγχειριδίων. Αν και κατά την άποψη του Ζηλίκη Ν. «ο όρος υστέρηση είναι προτιμότερος όσον αφορά την κλινική περιγραφή, καθώς χρησιμοποιώντας τον όρο, καθυστέρηση, υπονοείται ότι τα άτομα έχουν έναν πιο αργό ρυθμό ανάπτυξης σε σχέση με άλλα άτομα της ίδιας όμως χρονολογικής ηλικίας και ότι τα άτομα αυτά έχουν τη δυνατότητα να ξεπεράσουν τη νοητική τους ανεπάρκεια3 ».
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, «είναι μια κατάσταση που χαρακτηρίζεται από αναστολή ή ατελή ανάπτυξη της νόησης, η οποία χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από διαταραχή δεξιοτήτων που εκδηλώνονται κατά την περίοδο ανάπτυξης, δεξιοτήτων που συμβάλουν στο συνολικό επίπεδο νοημοσύνης, π.χ. γνωστικών, γλωσσικών, κινητικών, και κοινωνικών ικανοτήτων. Η καθυστέρηση μπορεί να εμφανιστεί με ή χωρίς κάποια άλλη ψυχική ή σωματική κατάσταση»(I.C.D-10, 2008).
Η νοητική υστέρηση χαρακτηρίζεται από :
– νοητική λειτουργία κάτω του φυσιολογικού
– ανεπάρκεια , που προέρχεται από νόσο , τραύμα ή ανωμαλία
– δυσκολία κοινωνικής προσαρμογής (Αγγελοπούλου – Σακαντάμη, 2004).
α. Ελαφρά (Ήπια) νοητική υστέρηση: Δ.Ν. 50-55 έως 70 στην οποία εντάσσεται το 85% των περιπτώσεων
β. Μέτρια νοητική υστέρηση: Δ.Ν. 35-40 έως 50-55 με 10% των περιπτώσεων
γ. Σοβαρή νοητική υστέρηση: Δ.Ν. 20-25 έως 35-40 με 3-4%
δ. Βαριά νοητική υστέρηση: Δ.Ν. κάτω από 20-25 με 1-2%
Προτείνεται επίσης, η κατηγορία της Νοητικής Υστέρησης Απροσδιόριστης Βαρύτητας.
Πίνακας 2.1 DSM-IV (Διαγνωστικό και Στατιστικό Εγχειρίδιο Ψυχικών Διαταραχών)
Τα παιδιά με ήπια νοητική υστέρηση αποτελούν την πολυπληθέστερη κατηγορία ατόμων με νοητική υστέρηση. Παρουσιάζουν μικρή αναπτυξιακή καθυστέρηση στην προσχολική ηλικία ιδιαίτερα στους τομείς της κινητικής ανάπτυξης και της ανάπτυξης του λόγου.
Τα παιδιά με μέτρια νοητική υστέρηση συνήθως εντοπίζονται κατά την προσχολική ηλικία λόγω σημαντικής καθυστέρησης σε όλους τους αναπτυξιακούς τομείς.
Τέλος, η σοβαρή νοητική υστέρηση είναι συνήθως εμφανής από τη βρεφική ηλικία λόγω της αναπτυξιακής καθυστέρησης και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών στην εμφάνιση.
Τα παιδιά με νοητική υστέρηση αντιμετωπίζουν συχνά εκτός από διάφορα συνοδά προβλήματα υγείας και αναπτυξιακές δυσκολίες. Περίπου το 10-40% των παιδιών αντιμετωπίζει τουλάχιστον μία επιπλέον αναπτυξιακή δυσκολία. Υπολογίζεται ότι η συχνότητα εμφάνισης συναισθηματικών προβλημάτων ή προβλημάτων συμπεριφοράς στα παιδιά με νοητική υστέρηση είναι 4-6 φορές υψηλότερη σε σχέση με το γενικό πληθυσμό.
Από ιατρική σκοπιά, σύμφωνα με τον Ζηλίκη4 δύο είναι τα ειδικότερα ζητήματα:
– το πρώτο αφορά σε ένα ποσοστό γύρω στο 30% όπου τα παιδιά αυτά εμφανίζουν επιληψία (συχνότερα όταν υπάρχει εγκεφαλική βλάβη)
– το δεύτερο αφορά ένα ποσοστό περίπου στο 40%, όπου εμφανίζουν ή θα εμφανίσουν ψυχοπαθολογικές εκδηλώσεις .
Για τη διάκριση των ψυχοπαθολογικών εκδηλώσεων που παρατηρούνται σε παιδιά με σοβαρή ΝΑ είναι η παρακάτω, (Aman, 1991):
– επιθετικότητα – αντικοινωνική συμπεριφορά
– κοινωνική απόσυρση/απομόνωση
– στερεότυπη συμπεριφορά
– υπερκινητικότητα
– λεκτική εμμονή/επανάληψη
– άγχος – φόβοι
– αυτοτραυματισμοί
Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητα
Η Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητα (ΔΕΠΥ) αποτελεί ένα επίμονο σχήμα διάσπασης της προσοχής, υπερκινητικότητας και παρορμητικής συμπεριφοράς που είναι σοβαρότερη του αναμενόμενου για παιδιά ίδιας χρονολογικής ηλικίας και ίδιου επιπέδου ανάπτυξης ( Sadock, B.J. & Sadock, V.A. ,2007).
Η διάγνωση της ΔΕΠΥ βασίζεται στο γεγονός ότι ο απρόσεχτος, υπερκινητικός και παρορμητικός τύπος είναι εκδηλώσεις της ίδιας διαταραχής. Για να πληρούνται τα κριτήρια, τα συμπτώματα θα πρέπει να είναι παρόντα πριν την ηλικία των 7 ετών ( Sadock, B.J. & Sadock, V.A. ,2007).
Τα παιδιά με ΔΕΠΥ εμφανίζονται στους ειδικούς συνήθως μεταξύ 3 και 7 χρόνων. Η αναγνώριση του προβλήματος συμπίπτει, στις περισσότερες περιπτώσεις, με την ένταξη στο σχολείο, εξαιτίας των αυξημένων απαιτήσεων για συγκέντρωση της προσοχής, οργάνωση και συμμόρφωση στους κανόνες. Επιδημιολογικά στοιχεία αναφέρουν ότι το ποσοστό των παιδιών στο δημοτικό πριν την εφηβεία κυμαίνεται από 3-7 % και η αναλογία αγοριών – κοριτσιών είναι από 2 προς 1 , μέχρι και 9 προς 1 .
Η αιτιολογία της ΔΕΠΥ περιλαμβάνει σύνθετες αλληλεπιδράσεις νευροανατομικών και νευροχημικών συστημάτων.
Οι σχολικές δυσκολίες, όπως στη μάθηση και τη συμπεριφορά , πολλές φορές συνυπάρχουν με ΔΕΠΥ. Προέρχονται από συνυπάρχουσες διαταραχές της επικοινωνίας, από τη διασπαστικότητα του παιδιού και την προσοχή ή από μαθησιακές διαταραχές , που εμποδίζουν την απόκτηση και διατήρηση της γνώσης (Sadock, B.J. & Sadock, V.A. ,2007).
