2.3. : Ψυχικές διαταραχές σύμφωνα με το CFTMEA
Οι ψυχικές διαταραχές και η ταξινόμησή τους αποτελούν ένα σημαντικό κεφάλαιο της ιατρικής επιστήμης. Γενικότερα, η αναγκαιότητα της ταξινόμησης και η χρησιμότητά της , την καθιστούν ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο ζήτημα.
Σύμφωνα με τον Ζηλίκη Ν. ( 2004) μια ταξινόμηση θεωρείται ότι θα πρέπει να εξυπηρετεί τα εξής:
– διάγνωση, με όσο γίνεται γενικής ισχύος κριτήρια
– καθαυτή ταξινόμηση: κατηγοριοποίηση, κατάταξη
– Τρόπος καταγραφής έτσι, ώστε τα δεδομένα να είναι ανακτήσιμα και στατιστικά αξιοποιήσιμα
– καταγραφή σε σχέση με ειδικά χαρακτηριστικά, όπως η ηλικία και ο τρόπος έναρξης, η συνέχεια ή ασυνέχεια με την πορεία προς την ενηλικίωση
– καταγραφή της ανταπόκρισης στη θεραπεία
– καταγραφή των περιβαλλοντικών παραγόντων και του αιτιολογικού ρόλου τους
– καταγραφή των οργανικών παραγόντων με ή χωρίς αιτιολογική συμμετοχή Φυσικά, μια ταξινόμηση πρέπει να χαρακτηρίζεται από :
– Αξιοπιστία: συμφωνία ως προς τις διαγνώσεις μεταξύ διαφορετικών «εκτιμητών» , σταθερότητα της διάγνωσης στο χρόνο, συμφωνία μεταξύ διαγνωστικών εκτιμήσεων που προκύπτουν από διαφορετικές πηγές.
– Εσωτερική συνοχή: σε σχέση με τα απαιτούμενα συμπτώματα που πρέπει να είναι παρόντα.
– Εξειδίκευση: αφορά ακριβώς τα κριτήρια ένταξης και αποκλεισμού.
– Εγκυρότητα : συμφωνία με επιδημιολογικά δεδομένα, αλλά και όσον αφορά σε συνοδά συμπτώματα, αιτιολογικούς παράγοντες και θεραπεία.
– Χρηστικότητα και χρησιμότητα: τονίζεται ότι μια ταξινόμηση πρέπει να είναι εύχρηστη για τον κλινικό, αλλά επίσης να είναι και χρήσιμη για παιδί και γονείς.
Τέλος, να επισημάνουμε τη βασική «αποστολή» κάθε ταξινόμησης5 , « όπου θα πρέπει να διευκολύνει την επικοινωνία μεταξύ των κλινικών». Ένα ταξινομικό σύστημα θα πρέπει να αποτελεί μια κοινά αποδεκτή γλώσσα, απαραίτητη συνθήκη για την επιθυμητή επικοινωνία. Για την ταξινόμηση των ψυχικών διαταραχών του αναπτυξιακού ηλικιακού φάσματος, υπάρχουν οι ταξινομήσεις ICD και DSM, οι οποίες επικράτησαν και στην ψυχιατρική παιδιού και εφήβου, αν και υπάρχουν κάποια βασικά ζητήματα ως προς την καταλληλότητα και την επάρκειά τους για τις ηλικίες αυτές.
Γι ’ αυτό το λόγο γίνεται αναφορά σε μια πρόσφατη πρόταση, αυτή της Γαλλικής Ταξινόμησης Ψυχικών Διαταραχών Παιδιού και Εφήβου (CFTMEA). Αποτελεί μια πρόταση ειδικής ταξινόμησης για τις ηλικίες του αναπτυξιακού φάσματος, όπου λαμβάνεται υπόψη η κλινική σημειολογία, καθώς επίσης και συνολική εκτίμηση των αλληλεπιδράσεων που έχει αναπτύξει το παιδί με το περιβάλλον του.
Η πιο πρόσφατη αναθεώρησή της είναι διαθέσιμη από το 2002. Δίνει περισσότερη έμφαση στον εξελικτικό χαρακτήρα των ψυχοπαθολογικών διεργασιών στην παιδική και εφηβική ηλικία, ενώ θεωρεί ότι και η ένταξη ενός παιδιού σε μια κατηγορία δεν είναι οριστική ,αλλά η μετέπειτα εξέλιξη, ίσως να οδηγήσει σε μια διαφορετική κατηγορία ταξινόμησης (Ζηλίκης & Λαζαράτου , 2005).
Το πιο σημαντικό στοιχείο της ταξινόμησης αυτής ,που την κάνει να διαφέρει από τις άλλες ταξινομήσεις, είναι σχετικά με τη διάγνωση, ότι δεν επιβάλλει κανόνες και διαδικασίες, αλλά βασίζεται στη γνώση και την κρίση του κλινικού (Ζηλίκης & Λαζαράτου , 2005).
Στο πρώτο κεφάλαιο της Γαλλικής Ταξινόμησης , στις ψυχώσεις παιδικής και εφηβικής ηλικίας , μαζί με τον αυτισμό που αναφέρθηκε σε παραπάνω ενότητα , προστέθηκαν και το σύνδρομο Asperger, καθώς και οι Αποδιοργανωτικές διαταραχές της παιδικής ηλικίας.
Το σύνδρομο Asperger θεωρείται μία διαταραχή στο υψηλότερο λειτουργικό άκρο του αυτιστικού φάσματος. Το αυτιστικό παιδί «ζει στον κόσμο του», ενώ το παιδί με Asperger «ζει στον κόσμο μας» αλλά με τον δικό του τρόπο. Το σύνδρομο Asperger διακρίνεται από μια ομάδα συμπτωμάτων που αφορούν την χαμηλή απόδοση στην κοινωνική αλληλεπίδραση και τις επικοινωνιακές δεξιότητες καθώς και την αυξημένη στερεοτυπική συμπεριφορά σε διάφορες δραστηριότητες και ενδιαφέροντα. Παράλληλα δεν εμφανίζεται έκπτωση στον γνωστικό τομέα , ούτε και στην γλωσσική ανάπτυξη, ενώ τα παιδιά έχουν φυσιολογική νοημοσύνη έως υψηλή . Η Αποδιοργανωτική διαταραχή της παιδικής ηλικίας σχετίζεται με φυσιολογική ανάπτυξη έως τα δύο πρώτα χρόνια της ζωής, η οποία ακολουθείται από σοβαρή έκπτωση στη γλώσσα, την κοινωνική αλληλεπίδραση, τον έλεγχο των
σφιγκτήρων και των κινητικών δεξιοτήτων.
Άλλη υποκατηγορία αποτελεί η σχιζοφρένεια, η οποία χαρακτηρίζεται από θεμελιώδεις και χαρακτηριστικές παραμορφώσεις της σκέψης και της αντίληψης, αλλά και του συναισθήματος το οποίο δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα. Τα πιο σημαντικά ψυχοπαθολογικά συμπτώματα περιλαμβάνουν την ηχώ της σκέψης, απόσυρση σκέψης, εκπομπή της σκέψης και παραληρητικές ιδέες ελέγχου, ακουστικές ψευδαισθήσεις που σχολιάζουν τον ασθενή στο τρίτο πρόσωπο, διαταραχές σκέψης και αρνητικά συμπτώματα. Η σχιζοφρένεια αφορά εξίσου τα δύο φύλα, με επιπολασμό σε γενικό πληθυσμό περί το 0,7-0,9%.
Η παραληρηματική διαταραχή είναι μια ακόμα υποκατηγορία, η οποία χαρακτηρίζεται από την ανάπτυξη είτε μιας μόνης παραληρητικής ιδέας είτε μίας σειράς από σχετιζόμενες παραληρητικές ιδέες.
Στο δεύτερο κεφάλαιο της Γαλλικής Ταξινόμησης αναφέρονται οι νευρωτικές διαταραχές, οι οποίες περιλαμβάνουν: την αγχώδης νεύρωση, νεύρωση υστερία, ψυχαναγκαστική νεύρωση, φοβίες, κατάθλιψη, αναστολές. Στις νευρωτικές διαταραχές η πραγματικότητα παραμένει ανέπαφη, ενώ δεν υπάρχουν παραισθήσεις και ψευδαισθήσεις και η αντίληψη του χρόνου , του τόπου και των ανθρώπων παραμένει ακέραια.
Το τρίτο κεφάλαιο αναφέρεται στις Παθολογίες Οριακού Τύπου και
Διαταραχές Προσωπικότητας. Θα αναφερθούμε περιληπτικά στις πιο σημαντικές, όπως είναι οι :
– Παρανοειδής Διαταραχή, έντονη δυσπιστία και καχυποψία προς τους άλλους ανθρώπους.
– Σχιζοειδής Διαταραχή, αποστασιοποίηση του ατόμου από τις κοινωνικές σχέσεις.
– Σχιζότυπη Διαταραχή, έντονη δυσκολία και ανεπάρκεια στις διαπροσωπικές σχέσεις και διάφορες ιδιορρυθμίες.
– Μεταιχμιακή Διαταραχή, αστάθεια που εκφράζεται σε διάφορες διαστάσεις της ζωής του ασθενή, όπως οι διαπροσωπικές σχέσεις, η εικόνα του εαυτού και η συναισθηματική διάθεση, καθώς και η έντονη παρορμητικότητα.
– Ψυχαναγκαστική Διαταραχή, έντονης ενασχόλησης του ατόμου με την τάξη, την τελειοθηρία και τον ψυχικό και διαπροσωπικό έλεγχο
– Ναρκισσιστική Διαταραχή, έντονη αίσθηση σπουδαιότητας και μεγαλείου του ατόμου, έντονη ανάγκη για θαυμασμό.
– Αποφευκτική Διαταραχή, έντονη κοινωνική αναστολή, τα αισθήματα ανεπάρκειας και η υπερευαισθησία στην κριτική των άλλων.
– Εξαρτημένη Διαταραχή,έντονη και υπερβολική ανάγκη του ατόμου να το φροντίζουν άλλοι, που οδηγεί σε υποτακτική και εξαρτημένη συμπεριφορά, καθώς και σε φόβο αποχωρισμού από τους άλλους.
Οι διαταραχές προσωπικότητας χαρακτηρίζονται από άκαμπτες και δυσπροσαρμοστικές απαντήσεις στο στρες ,ενώ δυσκολεύονται να αποκτήσουν εναισθησία στα δυσπροσαρμοστικά σχήματα της συμπεριφοράς τους και δύσκολα προσέρχονται για θεραπεία.
Επίσης , στο επόμενο κεφάλαιο της Γαλλικής Ταξινόμησης , περιλαμβάνονται οι Διαταραχές Προσαρμογής, όπου είναι καταστάσεις που οφείλονται σε πίεση και συναισθηματική αναταραχή, οι οποίες συνήθως έχουν σχέση με τη λειτουργία του ατόμου ως μέλους της κοινωνικής ομάδας και που εμφανίζονται σε μια περίοδο προσαρμογής του σε μία σημαντική αλλαγή στη ζωή του ή σε ένα στρεσσογόνο γεγονός ζωής.
Η νοητική ανεπάρκεια που βρίσκεται στο επόμενο κεφάλαιο, παρουσιάστηκε λεπτομερώς παραπάνω, ενώ το έκτο κεφάλαιο της Γαλλικής Ταξινόμησης αναφέρεται στις αναπτυξιακές διαταραχές και στις διαταραχές των ειδικών λειτουργιών. Οι διαταραχές λόγου και ομιλίας, οι διαταραχές των γνωστικών λειτουργιών και των σχολικών προσκτήσεων που θα δούμε παρακάτω και οι ψυχοκινητικές διαταραχές αποτελούν υποκατηγορίες του κεφαλαίου. Στις τελευταίες κύριο χαρακτηριστικό είναι η σοβαρή μειονεξία στην ανάπτυξη του συντονισμού των κινήσεων η οποία δε μπορεί να εξηγηθεί μόνο μέσα στα πλαίσια γενικής νοητικής καθυστέρησης ή κάποιας ειδικής συγγενούς ή επίκτητης νευρολογικής διαταραχής.
Το έβδομο κεφάλαιο μιλάει για τις Διαταραχές της συμπεριφοράς και της Διαγωγής, ακολουθεί το επόμενο κεφάλαιο που περιλαμβάνει τις διαταραχές με σωματική έκφραση και τέλος, βρίσκονται οι παραλλαγές του φυσιολογικού.
Η Γαλλική Ταξινόμηση Ψυχικών Διαταραχών Παιδιού και Εφήβου (CFTMEA) είναι μια ταξινόμηση ειδικά καταρτισμένη για το «αναπτυξιακό ηλικιακό φάσμα » και καταλληλότερη και επαρκέστερη στην ψυχιατρική παιδιού και εφήβου, ενώ η κλινική πράξη δεν μπορεί να συσχετιστεί πάντα με μια ταξινομική λογική, γι’ αυτό και ο ρόλος της ταξινόμησης, οφείλει να είναι ένα ταξινομικό – στατιστικό εργαλείο (Ζηλίκης & Λαζαράτου, 2005)
