7.1. : Φάρμακα και διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές (συνέχεια) – ΑΔΡΕΝΕΡΓΙΚΟΙ ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
Η κλονιδίνη είναι φάρμακο εγκεκριμένο για την θεραπεία της υπέρτασης και έχει χρησιμοποιηθεί για το υπερκινητικό σύνδρομο, το σύνδρομο Tourette, και άλλα. Χρησιμοποιείται σε άτομα με Δ.Α.Δ για υπερκινητικότητα, στερεοτυπίες και αϋπνία ώστε να μειωθεί η δόση του αντιψυχωτικού. Η κλονιδίνη δρα στους κεντρικούς α- αδρενεργικούς υποδοχείς, στο αγγειοκινητικό κέντρο, στο στέλεχος του εγκεφάλου και στον υποθάλαμο.
Μια μελέτη της κλονιδίνης έδειξε ότι ήταν αποτελεσματική για τη μείωση της καθυστέρησης έναρξης ύπνου και της νυχτερινής αφύπνισης, σε μικρότερο βαθμό στη βελτίωση της υπερδραστηριότητας ελλείψεων προσοχής, της αστάθειας της διάθεσης και της επιθετικότητας σε μια ομάδα παιδιών με Δ.Α. Δ (Xue Ming, Emily Gordon, Ning Kang, George C. Wagner, 2007).
Οι β-αναστολείς όπως η προπρανολόλη, χρησιμοποιείται στην υπέρταση, σε καρδιακές παθήσεις και σε ημικρανίες. Η προπρανολόλη (propranolol) είναι ένας μη εκλεκτικός β-αδρενεργικός ανταγωνιστής και αποκλείει τόσο τους β1, όσο και τους β2 υποδοχείς.
Στην ψυχιατρική πράξη είναι χρήσιμα φάρμακα στην θεραπεία της ακαθησίας, στα σωματικά συμπτώματα του άγχους και στην επιθετικότητα και βίαιη συμπεριφορά.
Στις Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές χρησιμοποιείται στην επιθετικότητα. Όταν έχουμε εκρήξεις θυμού και υπομανία με έντονη επιθετικότητα τότε συνδυάζουμε ένα σταθεροποιητή ή αντιψυχωσικό με μικρές δόσεις προπρανολόλης. Διάφορες μελέτες16 έχουν δείξει ότι η προπρανολόλη, έχει αποκαλύψει οφέλη στις Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές.
Η καλύτερη παρέμβαση για ανεπιθύμητες συμπεριφορές είναι η πρόληψη που επιτυγχάνεται με κατάλληλα θεραπευτικά προγράμματα. Η χρήση φαρμάκων συνιστάται μόνο όταν κάποιες συμπεριφορές δεν ελέγχονται με άλλο τρόπο. Παρατήρηση των ατόμων με αυτισμό σε όλα τα περιβάλλοντα, στην τάξη του σχολείου, στο διάλειμμα, με διαφορετικούς δασκάλους, στο σπίτι με τους γονείς , ώστε να μάθουμε πως και σε ποια περίπτωση επηρεάζει ή όχι το περιβάλλον.
Όταν αποφασισθεί η χορήγηση φαρμακευτικής αγωγής, οφείλουμε να ενημερώσουμε τους γονείς γιατί προτείνουμε το φάρμακο, τις δυνατότητες, τις πιθανές παρενέργειες του φαρμάκου και τις προσδοκίες μας ώστε να επιτύχουμε τη μέγιστη δυνατή συνεργασία και συμμόρφωση στην αγωγή.
Πρέπει να υπάρχει συνεχής παρακολούθηση των αποτελεσμάτων του φαρμάκου, χρήση ενός μόνο φαρμάκου για το συγκεκριμένο πρόβλημα συμπεριφοράς, αποφυγή χρήσης δύο φαρμάκων πριν ολοκληρωθεί η εφαρμογή του πρώτου, αρχικά χαμηλές δόσεις με προοδευτική αύξηση της δόσης, καθώς να υπάρχει και συνυπολογισμός των παρενεργειών και ευκολία χορήγησης, που θα οδηγούν σε προσωρινή σταδιακή διακοπή της φαρμακευτικής αγωγής.
Η χορήγηση των φαρμάκων, καθώς και ο έλεγχος της δράσης τους εμπίπτουν αποκλειστικά στην αρμοδιότητα του γιατρού. Η χορήγηση φαρμάκων δεν αποκλείει άλλες θεραπευτικές μεθόδους, όπως θεραπεία με σφιχταγκάλιασμα, η μουσικοθεραπεία καθώς και η χρήση των ζώων στην ψυχοθεραπεία των παιδιών αυτών (Καλύβα 2005).
