7.2. : Φάρμακα και νοητική υστέρηση
Τα άτομα με νοητική υστέρηση έχουν πολύπλοκες ανάγκες φαρμακευτικής φροντίδας λόγω του υψηλού επιπολασμού και λόγω του υψηλού κινδύνου για τις ανεπιθύμητες αντιδράσεις που παρουσιάζουν τα φάρμακα.
Η πρόληψη είναι ο καλύτερος τρόπος αντιμετώπισης της νοητικής υστέρησης, καθώς η τελευταία δεν είναι μια ασθένεια που μπορεί να θεραπευτεί με τη λήψη φαρμάκων ή με κάποιου άλλου είδους ιατρική παρέμβαση. Οι τομείς στους οποίους πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη σημασία είναι η ιατρική και η ψυχοκοινωνική πρόληψη.
Όσον αφορά την ιατρική έχει κάνει σημαντικά βήματα, με αποτέλεσμα να ανακαλυφθούν νέες ιατρικές τεχνικές, οι οποίες επιτρέπουν τη διάγνωση των χρωμοσωμικών ανωμαλιών κατά την περίοδο της κύησης.
Από ψυχοκοινωνικής πλευράς τα σημαντικότερα μέτρα πρόληψης αφορούν στην ενημέρωση του κοινού, στη συμβουλευτική και υποστήριξη των γονέων, στην έγκαιρη διάγνωση και εκπαίδευση .
Η διεπιστημονικότητα είναι απαραίτητη ώστε οι απαντήσεις στις ανάγκες των παιδιών-εφήβων με νοητική ανεπάρκεια να τείνουν προς μια επιθυμητή επάρκεια ως προς την παροχή υπηρεσιών17 .
Η εξέλιξη της νοητικής υστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τη βαρύτητά της. Ορισμένες βαριές μορφές καθυστέρησης επιδεινώνονται προοδευτικά και καταλήγουν σε πρόωρο θάνατο. Στην Αγγλία τα ποσοστά θνησιμότητας για τα άτομα νοητικής υστέρησης ήταν σημαντικά υψηλότερα από ό, τι για τα άτομα χωρίς. Το προσδόκιμο ζωής τους κατά τη γέννηση ήταν 19,7 χρόνια χαμηλότερο από ό, τι για τους ανθρώπους χωρίς νοητική υστέρηση. Νόσοι στο κυκλοφοριακό και στο αναπνευστικό , καθώς και νεοπλάσματα ήταν οι τρεις πιο κοινές αιτίες θανάτου γι’ αυτούς ( Glover G, κ.α., Ιαν. 2017 ).
Γι ’ αυτό το λόγο η διάγνωση και η εκτίμηση της νοητικής υστέρησης πρέπει πάντα να συνδέεται με τη θεραπεία. Η θεραπευτική αγωγή είναι πολλαπλή και περιλαμβάνει, εκτός από τη φαρμακευτική αγωγή και εκπαιδευτική και υποστηρικτική αγωγή.
Η φαρμακευτική αγωγή είναι χρήσιμη για την αντιμετώπιση των συνοδών προβλημάτων, όπως προβλήματα συμπεριφοράς, που συνδέονται με τις εξελικτικές μειονεξίες που εμφανίζουν συχνά τα παιδιά με νοητική υστέρηση.
Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται συχνότερα είναι τα αντιεπιληπτικά, τα μείζονα ηρεμιστικά και τα αντικαταθλιπτικά. Οι βενζοδιαζεπίνες είναι από τα συχνότερα χρησιμοποιούμενα φάρμακα, που είναι γνωστά για τη μείωση του μυϊκού τόνου καθώς και για την κατασταλτική, αγχολυτική και αντιεπιληπτική τους δράση. Νευροληπτικά και αντικαταθλιπτικά φάρμακα, όπως η φλουοξετίνη, αλοπεριδόλη, κλονιδίνη, μεθυλφαινιδάτη, χρησιμοποιούνται για την αντιμετώπιση των ανεπιθύμητων συμπεριφορών.
Η μεθυλφαινιδάτη έχει χρήσιμα, κλινικά αποτελέσματα σε ορισμένα παιδιά με διανοητική καθυστέρηση, αλλά και διαταραχή υπερκινητικότητας/έλλειψης προσοχής, καθώς τα παιδιά δείχνουν κάποιο βαθμό συμπεριφορικής και νοητικής βελτίωσης με τη θεραπεία με μεθυλφαινιδάτη ( Pearson DA κ.α . , 2004 & Aman MG κ.α . , 1993).
Η ναλτρεξόνη τόσο από μόνη της, όσο και σε συνδυασμό με κλονιδίνη, είναι και αυτή αποτελεσματική σε παιδιά με νοητική υστέρηση. Σε άτομα με σοβαρή και βαθιά νοητική υστέρηση κατάφερε να μειώσει τα χτυπήματα στο κεφάλι και να περιορίσει γενικά την αυτοτραυματική συμπεριφορά (Thompson T., Hackenberg T., Cerutti D., Baker D. T., & Axtell S. (1994).
Η δυσλειτουργία του σεροτονινεργικού συστήματος έχει εμπλακεί στην ανάπτυξη και διατήρηση αυτοτραυματισμού σε ορισμένα άτομα με νοητική καθυστέρηση. Η φλουοξετίνη, είναι ένα φάρμακο που εμποδίζει την επαναπρόσληψη της σεροτονίνης και μπορεί να μειώσει τον αυτοτραυματισμό σε αυτά τα άτομα (Ricketts R. κ.α. , 1993).
Η αλοπεριδόλη, όπως αναφέρθηκε και στις Δ.Α.Δ, είναι ένα ταχείας δράσεως νευροληπτικό και χρησιμοποιείται για να θεραπεύσει τα συμπτώματα στον αυτισμό, στο σύνδρομο Tourette, καθώς και σε άτομα με νοητική υστέρηση.
Τα άτομα με νοητική υστέρηση, κατά τη διάρκεια της ψυχιατρικής τους νοσηλείας, χρήζουν φαρμακευτικής αγωγής. Η συχνότερη θεραπεία που χορηγήθηκε σε ασθενείς με νοητική υστέρηση κατά τη διάρκεια της ψυχιατρικής νοσηλείας ήταν τα αντιψυχωσικά και οι σταθεροποιητές της διάθεσης.
Η ανάγκη ψυχοθεραπείας και συμβουλευτικής στήριξης των ατόμων με νοητική υστέρηση και των οικογενειών τους είναι μεγάλη, λόγω των συναισθηματικών διαταραχών που παρουσιάζουν τα άτομα αυτά. Η ψυχοθεραπεία των νοητικά υστερούντων μπορεί να βασίζεται στις αρχές που διέπουν τη θεραπεία ατόμων με φυσιολογική νοημοσύνη, αλλά με προσαρμογές ανάλογα με το επίπεδο των γνωστικών και γλωσσικών ικανοτήτων του ατόμου.
Η θεραπεία είναι αποτελεσματική για ένα ευρύ φάσμα προβλημάτων, ιδιαίτερα στον τομέα της αυτογνωσίας και των κοινωνικών δεξιοτήτων.
Έρευνες έχουν δείξει ότι οι ενήλικες με ελαφριά νοητική υστέρηση θέλουν να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο στη διαχείριση της υγείας τους, παρά τους περίπλοκους περιορισμούς των κοινωνικοοικονομικών τους καταστάσεων, καθώς μεγαλώνουν και οι χρήσιμες αλληλεπιδράσεις με τους οικογενειακούς γιατρούς καθιστούν δυνατή αυτή την κατάσταση (Baumbusch .J, Phinney A., Baumbusch S. , 2014 ).
Να σημειωθεί ότι νοητική υστέρηση και ψυχική ασθένεια είναι δύο έννοιες διαφορετικές. Στις περιπτώσεις νοητικής υστέρησης οι παρατηρούμενες ανωμαλίες και αποκλίσεις στη συμπεριφορά είναι συνάρτηση της χαμηλής νοημοσύνης ενώ στις περιπτώσεις ψυχικών ασθενειών είναι συνάρτηση διαταραχών του θυμικού.
Η νοητική υστέρηση είναι παρούσα στη γέννηση ή νωρίς στην ζωή του ατόμου. Αντίθετα, οι ψυχικές ασθένειες είναι πιθανό να παρουσιαστούν σε οποιαδήποτε ηλικία, ακόμα και στους ενήλικους.
Στις περιπτώσεις νοητικής υστέρησης δεν παρατηρούνται απότομες αλλαγές στις ικανότητες ή στην προσαρμογή. Αντίθετα, στις περιπτώσεις ψυχικής ασθένειας συνήθως το άτομο, ενώ εξελίσσεται ομαλά, παρουσιάζει παθολογικά συμπτώματα απότομα.
Στις περιπτώσεις νοητικής υστέρησης το βασικό χαρακτηριστικό είναι η περιορισμένη ικανότητα μάθησης, ενώ στις ψυχικές ασθένειες είναι οι διαταραγμένες διαπροσωπικές σχέσεις.
Η νοητική υστέρηση, από τη στιγμή που θα εκδηλωθεί, δεν είναι δυνατό να θεραπευτεί. Τα άτομα με νοητική υστέρηση δεν επιδέχονται πλήρη θεραπεία και εμφανίζουν τα συμπτώματα σε όλη τη ζωή τους. Αντίθετα, η ψυχική ασθένεια μπορεί να θεραπευτεί και σε πολλές περιπτώσεις επιτυχημένης θεραπείας το άτομο μπορεί να αποκατασταθεί πλήρως και να ζήσει ομαλή ζωή.
