6.5. : Ο ρόλος του εκπαιδευτικού ειδικής αγωγής
Στο θεραπευτικό προσωπικό που αναλαμβάνει την υποστήριξη ενός παιδιού με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, κατατάσσεται και ο εκπαιδευτικός ειδικής αγωγής. Ο εκπαιδευτικός ως κύριος φορέας της ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ύπαρξη του υποστηρικτικού πλαισίου ειδικής αγωγής. Ο εκπαιδευτικός έχει τη δυνατότητα να έρχεται σε καθημερινή επαφή με το παιδί, αντιμετωπίζοντας και παρακολουθώντας τις σχολικές και κοινωνικές καταστάσεις (Πολυχρονοπούλου, 2003) . Ο εκπαιδευτικός ειδικής αγωγής είναι, ο αναμφισβήτητος και αναντικατάστατος φορέας και λειτουργός ειδικής αγωγής (Ζώνιου – Σιδέρη, Α.,1998).
Ο εκπαιδευτικός ειδικής αγωγής έχει το ρόλο ενός πολυδύναμου παιδαγωγού με διεπιστημονική κατάρτιση και βασική του αρμοδιότητα την προώθηση της ένταξης ( Τζουριάδου, 1995). Μία από τις βασικότερες αρμοδιότητες είναι εκείνη του υποστηρικτή. Ο εκπαιδευτικός ειδικής αγωγής οφείλει να υποστηρίζει ψυχοπαιδαγωγικά κάθε μαθητή του, καθώς επίσης και τη μετάβαση από τη μία σχολική βαθμίδα στην άλλη (Σούλης, 2006).
Το υποστηρικτικό πλαίσιο της ένταξης μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες στο σχολείο, επιτυγχάνεται από τον εκπαιδευτικό ειδικής αγωγής, που αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα της μαθησιακής ανάπτυξης του παιδιού, αφού θέτει τους στόχους του εκπαιδευτικού προγράμματος σχεδιάζει τα πλαίσια εργασίας, εφαρμόζει τα ειδικά παιδαγωγικά μέτρα και αξιολογεί την πρόοδο του παιδιού στα μαθήματα (Σούλης, 2006).
Πέρα από την κατάρτιση του εξατομικευμένου εκπαιδευτικού προγράμματος ο εκπαιδευτικός παρέχει διδασκαλία σε βασικά γνωστικά αντικείμενα και σε βασικές δεξιότητες, ενώ η συχνή αξιολόγηση έχει ως στόχο την παρακολούθηση και αναπροσαρμογή των διδακτικών στόχων του εξατομικευμένου εκπαιδευτικού προγράμματος.
Πολλές φορές ο ρόλος του μέσα στο σχολείο είναι και ρόλος συμβούλου, καθώς συμβουλεύει τους μαθητές, το εκπαιδευτικό και βοηθητικό προσωπικό και τους γονείς που εμπλέκονται στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Η επικοινωνία με την οικογένεια είναι σημαντικό μέρος της δουλειάς του. Αυτά τα τρία βασικά στοιχεία, επικοινωνία, αξιολόγηση και διδασκαλία, αποτελούν το κύριο μέρος της εργασίας του εκπαιδευτικού.
Ο σωστά εκπαιδευμένος ειδικός παιδαγωγός, οφείλει να γνωρίζει πως μπορεί να τον βοηθήσει και η ιατροπαιδαγωγική ομάδα και σε ποιες υπηρεσίες να απευθυνθεί για να του προσφέρουν χρήσιμες πληροφορίες οι άλλοι ειδικοί που εργάζονται στον ίδιο χώρο (Πολυχρονοπούλου, 2003). Μέσα στο υποστηρικτικό αυτό πλαίσιο πρέπει να διατηρήσει ένα δίκτυο επαφών με τους αρμόδιους φορείς, τις ιατροπαιδαγωγικές και διοικητικές υπηρεσίες και να συνδέσει τις διάφορες κοινωνικές και ψυχιατρικές και ψυχολογικές υπηρεσίες με στόχο την προαγωγή και εκπαίδευση του κάθε μαθητή (Σούλης, 2006).
Η συνεργασία των εκπαιδευτικών με τους παιδοψυχίατρους έχει οδηγήσει, την Πολυχρονοπούλου13 στη διαπίστωση ότι «όσοι διακρίνονται για τον ιατρικό – παιδαγωγικό προσανατολισμό τους, είναι σε θέση να εκτιμήσουν το έργο του εκπαιδευτικού, την αξία της εκπαιδευτικής αξιολόγησης κι αντιμετώπισης, βοηθώντας σημαντικά τον εκπαιδευτικό στον καταρτισμό του θεραπευτικού- εκπαιδευτικού προγράμματος.
Επίσης, ο ρόλος του έγκειται στο γεγονός της έγκαιρης παρέμβασης, μέσα από τη διεπιστημονική συνεργασία της ομάδας για την καλύτερη κατανόηση των αναγκών του παιδιού και την αποτελεσματικότερη ένταξή του.
Οι απαιτήσεις και οι προσδοκίες για το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει ο ειδικός παιδαγωγός στο εκπαιδευτικό σύστημα και στην ευρύτερη κοινωνία είναι πολλές και εξαιρετικά υψηλές ( Ζώνιου – Σιδέρη, Α., 1998).
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, το πολύπλευρο και το πολύμορφο έργο των εκπαιδευτικών προϋποθέτει για την επιλογή και την μόρφωση των φορέων του, υψηλές απαιτήσεις από επιστημονική και ανθρώπινη άποψη (Πολυχρονοπούλου, 2003) .
Η συνεργασία του εκπαιδευτικού με τους υπόλοιπους επαγγελματίες υγείας και οι γνώσεις ψυχολογίας, κοινωνικής επιστήμης, συμβουλευτικής και ειδικής αγωγής που καλείται να έχει ο εκπαιδευτικός, του δίνουν τη δυνατότητα για πίστη και σταθερότητα στην επιτυχία του σημαντικού του ρόλου.
Μέσα μόνο από ένα σταθερό υποστηρικτικό πλαίσιο θα καταφέρει να μετουσιώσει τις γνώσεις του για την εκπαίδευση των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες , καθώς επίσης και από τη σταθερή και συνεχόμενη συνεργασία του με τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, που θα του δώσουν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με τον ιατρικό φάκελο του παιδιού.
Απ’ αυτήν τη συνεργασία τους με τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας, οι εκπαιδευτικοί θα μπορέσουν να έρθουν πιο κοντά στις ανάγκες του παιδιού και να κατανοήσουν τη φύση του προβλήματος.
Στο πλαίσιο αυτό της συμβουλευτικής και της συνεργασίας των εκπαιδευτικών με τους παιδοψυχίατρους, οι οποίοι όπως αναφέρθηκε έχουν την πλήρη κλινική εικόνα του παιδιού, που παρουσιάζει διαταραχές συμπεριφοράς και έχουν πλήρη και σφαιρική γνώση της φυσιολογικής ψυχολογικής και συναισθηματικής ανάπτυξης του παιδιού καθ’ όλη τη διάρκεια της προσχολικής και σχολικής ηλικίας του παιδιού και μέχρι την ενηλικίωση, θα μπορέσουν οι εκπαιδευτικοί να κατανοήσει καλύτερα τις ανάγκες και τις δυσκολίες του παιδιού. Πολλές φορές ο εκπαιδευτικός έχει να αντιμετωπίσει καταστάσεις που δεν ανήκουν στο δικό του επιστημονικό πεδίο. Όταν ο εκπαιδευτικός μέσα στη τάξη έχει να αντιμετωπίσει παιδιά με άγχος, φοβίες, σχολική άρνηση, διαταραχές διαγωγής με διαταραχές στη σίτιση και την πρόληψη τροφής, καλείται να ενημερώσει τον παιδοψυχίατρο που κατέχει την κλινική γνώση και εκπαίδευση πάνω στο παιδί και τον έφηβο, προκειμένου τον βοηθήσει στο θεραπευτικό πρόγραμμα που ακολουθούν. Επίσης, σε περιπτώσεις που θεωρεί ότι υπάρχει παιδική κακοποίηση, παραμέληση και σημάδια οικογενειακής βίας, καθώς έρχεται σε καθημερινή επαφή με το παιδί, οφείλει να ενημερώσει τον παιδοψυχίατρο, για την αντιμετώπιση του
προβλήματος.
