ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6ο : ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΚΑΙ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
Το κεφάλαιο αυτό αναφέρεται στο ρόλο του επαγγελματία ψυχικής υγείας κατά τη διαδικασία της αξιολόγησης και στη διεπιστημονική συνεργασία για τον από κοινού στόχο της δημιουργίας ενός υποστηρικτικού πλαισίου για την εκπαίδευση παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.
Ο ρόλος και το έργο του σχολείου και του εκπαιδευτικού μπορεί να γίνουν πιο αποδοτικά και να αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία αν είναι αποτέλεσμα κοινής προσπάθειας και συνεργασίας με άλλους ειδικούς, όπως τους επαγγελματίες υγείας.
Η ενότητα του κεφαλαίου αυτού θα προσπαθήσει να αναδείξει για ποιο λόγο είναι πολύ σημαντικό να συνεργάζονται οι διάφορες ειδικότητες που ασχολούνται με την εκπαίδευση παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες.
Η δημιουργία ενός θεραπευτικού πλαισίου μέσα από τη διεπιστημονική συνεργασία βοηθά τόσο το παιδί, όσο και τους ίδιους τους ειδικούς και την οικογένειά του, με αποτέλεσμα να προκύπτουν αρκετά πλεονεκτήματα από τη συνεργασία αυτή, χωρίς να λείπουν βέβαια μερικές φορές και ορισμένες δυσκολίες.
Η διεπιστημονική συνεργασία, ξεκινάει μέσα από το αρχικό στάδιο, όπου είναι η διαδικασία αξιολόγησης του παιδιού και μέχρι τη διαδικασία της παρέμβασης, μέχρι τη σχολική εκπαίδευση και την επαγγελματική αποκατάσταση.
Με τον Ν. 1143/1981, ψυχολόγοι, φυσικοθεραπευτές, νοσοκόμοι, εργοθεραπευτές, λογοθεραπευτές και άλλοι ειδικοί επιστήμονες έκαναν την εμφάνισή τους στα σχολεία ειδικής αγωγής της χώρας μας. Η διεπιστημονική ομάδα απαρτίζεται από εξειδικευμένους επαγγελματίες ψυχικής υγείας και ειδικής αγωγής και πιο συγκεκριμένα από παιδοψυχίατρους, ψυχολόγους, λογοθεραπευτές, εργοθεραπευτές, ειδικούς παιδαγωγούς, κοινωνικούς λειτουργούς κ.α.
6.1.: Ο ρόλος του επαγγελματία ψυχικής υγείας κατά τη διαδικασία της αξιολόγησης
Αρχικά είναι σκόπιμο να αναφερθεί ο κύριος ρόλος του επαγγελματία ψυχικής υγείας, όπου συνίσταται στο να παρέχει βοήθεια, γι’ αυτό το λόγο και ο τελικός στόχος της αξιολόγησης των παιδιών είναι η ανάπτυξη ενός αποτελεσματικού εξατομικευμένου θεραπευτικού προγράμματος ( Wenar C. & Kerg P.K. , 2000) .
Ο απώτερος σκοπός των επαγγελματιών ψυχικής υγείας αφορά την ολοκληρωμένη κατανόηση της γενικής ψυχοπαθολογίας του μικρού παιδιού, που έχουν απέναντί τους, επισημαίνοντας ότι οι διαφορετικοί θεωρητικοί προσανατολισμοί, όπως ο ψυχοδυναμικός ή ο συμπεριφορικός, μπορεί να επηρεάζουν τη διαδικασία της αξιολόγησης.
Κατά τη διάρκεια μιας αξιολόγησης, οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας ψάχνουν για δεδομένα που επιβεβαιώνουν ή αποκλείουν διάφορες υποθέσεις σχετικά με τη φύση των προβλημάτων του παιδιού, καθώς επίσης και τις διαδικασίες που συντελούν στην ανάπτυξή τους ( Wenar C. & Kerg P.K. , 2000). Η αξιολόγηση δηλαδή δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη θεωρία.
Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας συμπεριφορικής προσέγγισης, θεωρούν ότι η ψυχοπαθολογία μπορεί να γίνει κατανοητή μέσω των βασικών αρχών της κοινωνικής μάθησης, έτσι εστιάζουν στις συνέπειες της προβληματικής συμπεριφοράς των παιδιών, για να μπορέσουν να προσδιορίσουν τους παράγοντες του περιβάλλοντος που ενισχύουν την προβληματική συμπεριφορά.
Από την άλλη πλευρά οι γνωστικά προσανατολισμένοι επαγγελματίες ψυχικής υγείας δίνουν έμφαση στις γνωστικές διεργασίες των παιδιών και το λόγο που οδηγούνται αυτά σε δυσπροσαρμοστικές αντιδράσεις.
Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας, ψυχαναλυτικής προσέγγισης επικεντρώνονται στους ασυνείδητους παράγοντες, που δεν παρατηρούνται άμεσα και καθορίζουν τα συμπτώματα των παιδιών, ενώ οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας με συστημικό προσανατολισμό υποστηρίζουν ότι τα προβλήματα των παιδιών προκύπτουν εντός του οικογενειακού πλαισίου και γι’ αυτό το λόγο δίνουν ιδιαίτερη προσοχή στην αξιολόγηση των τρόπων με τους οποίους όλα τα μέλη της οικογένειας αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.
Για τη δημιουργία ενός υποστηρικτικού πλαισίου, αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση μία σωστή αξιολόγηση. Η αξιολόγηση, που οφείλει να είναι περιεκτική, έχει να κάνει με τη συλλογή πληροφοριών σχετικά με τη συμπεριφορά των παιδιών, από διάφορες απόψεις, λαμβάνοντας υπόψη, την άποψη των δασκάλων, των γονέων, αλλά και των ίδιων των παιδιών, καθώς μόνο αυτά έχουν πρόσβαση στις ενδότερες σκέψεις και στα συναισθήματά τους ( Wenar C. & Kerg P.K , 2000) .
Οι εκπαιδευτικοί αποτελούν μια πολύ καλή πηγή πληροφόρησης σχετικά με τη συμπεριφορά, καθώς έχουν μια μοναδική γνώση της συνολικής εικόνας της συμπεριφοράς του παιδιού στην τάξη. Μέσα από την καθημερινή επαφή μπορούν να παρατηρήσουν τα προβλήματα στη συμπεριφορά ή την υπερδραστηριότητα.
Στόχος μιας σωστής αξιολόγησης είναι να κατανοήσουμε το παιδί συνολικά ως πρόσωπο , δίνοντας βάση όχι μόνο στα ελλείμματα , αλλά και στις δυνατότητες και ικανότητές του , που μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να βοηθήσουν το παιδί να αντιμετωπίσει τις οποιεσδήποτε δυσκολίες του ( Wenar C. & Kerg P.K. , 2000) . Καθώς η εξελικτική διάσταση έχει ένα σημαντικό ρόλο στην αξιολόγηση των παιδιών, μόνο ο επαγγελματίας ψυχικής υγείας μπορεί να συγκρίνει την εξελικτική θέση ενός παιδιού σε σχέση με τα πρότυπα που έχουν διατυπωθεί για τον πληθυσμό των παιδιών της ίδιας χρονολογικής ηλικίας.
Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας συλλέγουν ένα μεγάλο όγκο δεδομένων.
Προκειμένου να ερμηνευθούν, να αφομοιωθούν και να διατυπωθούν τα δεδομένα που συλλέγονται, οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας κινούνται με άρρηκτο τρόπο, όπως κανένας άλλος επιστήμονας (Johnson J.H. & Goldman J. , 1990).
Οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας δεν θεωρούν ποτέ ότι μέσα σε διάστημα λίγων ωρών θα είναι σε θέση να κατανοήσουν πλήρως τα προβλήματα ενός παιδιού , αλλά ως το τέλος της διαδικασίας της αξιολόγησης, θα μπορούν να προβούν σε διατυπώσεις για το πρόβλημα του παιδιού, με ένα λογικό βαθμό βεβαιότητας, καθώς κάποια ζητήματα θα είναι ακόμα υπό εξέταση και μερικά ερωτήματα θα παραμένουν αναπάντητα (Wenar C. & Kerg P.K. , 2000) .
Κατά τη διαδικασία της αξιολόγησης, οι επαγγελματίες ψυχικής υγείας έχουν πάντα υπόψη τους περιορισμούς των τεχνικών αξιολόγησης, καθώς οι τυποποιημένες δοκιμασίες έχουν περιορισμούς σχετικά με την αξιοπιστία, την εγκυρότητα και την καταλληλότητα σε διαφορετικές ομάδες πληθυσμών.
Η τελική αξιολόγηση είναι η διατύπωση περίπτωσης, μιας σύντομη περιγραφή του παιδιού, η οποία περιέχει την ερμηνεία του επαγγελματία ψυχικής υγείας για το πώς προέκυψε το πρόβλημα και για το πώς μπορεί να αντιμετωπιστεί.
Η διατύπωση περίπτωσης βοηθά στη σύνθεση όλων των πληροφοριών που συγκέντρωσε ο επαγγελματίας ψυχικής υγείας, προκειμένου η αξιολόγηση να είναι χρήσιμη για τους υπόλοιπους επαγγελματίες που θα την λάβουν στα χέρια τους, με σκοπό τη δημιουργία ενός σταθερού υποστηρικτικού πλαισίου.
Οι υπόλοιποι επαγγελματίας υγείας και οι εκπαιδευτικοί, αν έχουν λάβει μία σωστή και αποτελεσματική αξιολόγηση, θα μπορέσουν να κατανοήσουν καλύτερα το παιδί και να παρέμβουν πιο αποτελεσματικά.
Το τελικό προϊόν της αξιολόγησης παρέχει στον επαγγελματία ψυχικής υγείας τη δυνατότητα να βρει ένα πέρασμα μέσα από το μεγάλο όγκο των στοιχείων που συλλέχθηκαν και η διατύπωση περίπτωσης θα πρέπει να είναι ανοιχτή σε νέες πληροφορίες και να μπορεί να αναθεωρηθεί, αν παρουσιαστούν νέα δεδομένα, τα οποία αντιτίθενται σ’ αυτήν ( Wenar C. & Kerg P.K., 2000) .
Οι πρώτες πηγές δεδομένων προέρχονται από το πρόσωπο που παρέπεμψε το παιδί, συγκεκριμένα από τον εκπαιδευτικό, γονέα ή γιατρό. Συνήθως οι γονείς και οι εκπαιδευτικοί αποτελούν τις βασικές πηγές παραπομπών.
Η συνέντευξη με τους γονείς περιλαμβάνει ερωτήσεις για σημαντικές ασθένειες και τραυματισμούς, καθώς και για τυχόν πιέσεις που βιώνει το παιδί. Η συνέντευξη με τους γονείς παρέχει τη δυνατότητα στον επαγγελματία ψυχικής υγείας να συγκεντρώσει πληροφορίες για το παρόν οικογενειακό σύστημα σχέσεων, ενώ η συνέντευξη με το παιδί και ο τρόπος με τον οποίο αυτό σχετίζεται με τον επαγγελματία ψυχικής υγείας του δίνει τη δυνατότητα να κατανοήσει πως αντιλαμβάνεται το παιδί τους ενήλικες ( Wenar C. & Kerg P.K. , 2000) .
