« Η ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΜΕ ΤΟΥΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ ΨΥΧΙΚΗΣ ΥΓΕΙΑΣ ΚΑΙ Η ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΕΝΟΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΙΚΟΥ ΠΛΑΙΣΙΟΥ ΕΙΔΙΚΗΣ ΑΓΩΓΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΠΑΙΔΙΩΝ ΜΕ ΕΙΔΙΚΕΣ ΑΝΑΓΚΕΣ » – ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΗ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ ΤΟΥ ΔΙΓΚΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ, ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ ΤΜΗΜΑ ΙΑΤΡΙΚΗΣ, ΤΟΜΕΑΣ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ, ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ «ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ» -Μέρος 17ο

Μαρ 4, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Κεφάλαιο 4.3.: Πρώιμη παρέμβαση

Σήμερα, είναι γενικά αποδεκτό ότι στη διάρκεια της βρεφικής και νηπιακής ηλικίας συντελείται ουσιαστικά μάθηση. Πολλοί ψυχολόγοι, εκπαιδευτικοί, αναγνωρίζουν τη σπουδαιότητα της πρώιμης παρέμβασης στο κρίσιμο αυτό στάδιο της ζωής του ανθρώπου.
Ιδιαίτερα για τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, που λόγω των προβλημάτων τους δυσκολεύονται να επωφεληθούν από τις ευκαιρίες για μάθηση, υπάρχει κίνδυνος φτάνοντας στο σχολείο, να έχουν χάσει πολύτιμο χρόνο και ευκαιρίες.
Η έγκαιρη παρέμβαση στη νηπιακή ηλικία , αποφέρει τις περισσότερες φορές και τα πιο καλά αποτελέσματα. Η παρέμβαση στοχεύει στη συστηματική παροχή επιπρόσθετης εκπαίδευσης στα παιδιά με νοητική ανεπάρκεια, πριν την είσοδό τους στο σχολείο , με σκοπό την ανάπτυξη δεξιοτήτων λόγου και επικοινωνίας , αυτοεξυπηρέτησης και κοινωνικών δεξιοτήτων8.
Η πρώιμη παρέμβαση συμβάλλει στη βελτίωση της ανάπτυξης των παιδιών με ειδικές ανάγκες, εφόσον μέσω αυτής μπορεί να περιοριστούν οι αρνητικές συνθήκες και να μειωθούν τα προβλήματα, έτσι ώστε το παιδί να μπορέσει να ζήσει μια καλύτερη ζωή. Η πρώιμη παρέμβαση μπορεί να επιταχύνει την κοινωνική και γνωστική ανάπτυξη του μικρού παιδιού με ειδικές ανάγκες (Πολυχρονοπούλου, 2003).
Βασικές αρχές είναι :

– η διαφορική διάγνωση και αντιμετώπιση του προβλήματος, όπου προϋποθέτει τη συνεργασία διαφόρων ειδικών , από το χώρο της ιατρικής, της παιδοψυχιατρικής , της εκπαίδευσης, της ψυχολογίας, της εργασιοθεραπείας, της κοινωνικής εργασίας, της φυσικοθεραπείας, της γλωσσοπαθολογίας, κ.α .
– ο ρόλος της οικογένειας στην πρόληψη και μείωση του προβλήματος.

Αυτό το τελευταίο είναι πιο κατανοητό αν λάβουμε υπόψη μας ότι οι ανάγκες των παιδιών που συμμετέχουν σε προγράμματα πρώιμης παρέμβασης μπορούν να εκτιμηθούν και να κατανοηθούν πλήρως μόνο μέσα στα πλαίσια του οικογενειακού περιβάλλοντος, καθώς οι γονείς μαθαίνουν να δουλεύουν με τα παιδιά τους και έτσι βελτιώνεται και ενισχύεται η μεταξύ τους αλληλεπίδραση (Πολυχρονοπούλου, 2003). Οι γονείς έχουν τη δυνατότητα και την ικανότητα   να παρατηρούν συστηματικά τη συμπεριφορά του παιδιού τους, δίνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο σημαντικές πληροφορίες για την αντιμετώπιση του προβλήματος (Πολυχρονοπούλου, 2003). Γενικότερα, τα προγράμματα πρώιμης παρέμβασης μειώνουν το οικογενειακό
άγχος και παρεμποδίζουν τη δημιουργία δευτερευόντων προβλημάτων
Ο εντοπισμός των παιδιών που έχουν πιθανότητες να συναντήσουν αργότερα δυσκολίες στη σχολική μάθηση είναι βασικό στοιχείο , καθώς αν τα παιδιά που εμφανίζουν αναπτυξιακή καθυστέρηση εντοπισθούν, προτού συναντήσουν δυσκολίες στο σχολείο, μπορεί να αποφευχθεί η σχολική αποτυχία ή να ελαχιστοποιηθούν οι συνέπειές της.
Είναι λοιπόν πρωτίστης σημασίας να εντοπιστούν και να βοηθηθούν τα παιδιά νηπιακής ηλικίας, τα οποία ανήκουν στις ομάδες υψηλού κινδύνου, πριν από την είσοδό τους στο σχολείο (Πολυχρονοπούλου, 2003). Γι’ αυτό το λόγο η πρώιμη εκπαίδευση θεωρείται σήμερα ως ο μόνος τρόπος για να βελτιωθεί η ποιότητα ζωής των ατόμων με ειδικές ανάγκες, ενώ παράλληλα προκύπτουν σημαντικά κοινωνικά και οικονομικά οφέλη.
Οι ειδικοί της ανάπτυξης του παιδιού, οι παιδοψυχίατροι θα εντοπίσουν, θα καθορίσουν το πρόβλημα και θα προβούν στη διαφοροδιάγνωση του προβλήματος. Μ’ αυτόν τον τρόπο θα μπορέσουν και οι εκπαιδευτικοί να θέσουν το θεραπευτικό πρόγραμμα για το παιδί και το περιβάλλον του. (Πολυχρονοπούλου, 2003).
Το θεραπευτικό πρόγραμμα εμπλέκει και τους γονείς να αποδεχτούν το πρόβλημα και τις ιδιαιτερότητες των παιδιών τους, καθώς οι ειδικοί θα πρέπει να συνεργάζονται πρώτα με τους γονείς. Η πλήρης αποδοχή του παιδιού και των δυσκολιών του αποτελεί την αρχή για την ενεργή συμμετοχή της οικογένειας. Η πρώιμη παρέμβαση μπορεί να προσφέρει στα παιδιά μια καλύτερη ζωή, εφόσον επιδρά θετικά στις γνωστικές και κοινωνικές τους δεξιότητες και μειώνει τα προβλήματα συμπεριφοράς και τις κοινωνικές επιπτώσεις.

Μετάβαση στο περιεχόμενο