1.2.1 ΗΛΙΚΙΑ ΚΑΙ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΟΡΑΣΗΣ
Τα προβλήματα όρασης δεν κατανέμονται με ίσο ή ίδιο τρόπο ανάμεσα στις διάφορες ηλικιακές ομάδες. Ένα συμπέρασμα που μπορεί να εξαχθεί μέσα από την ανασκόπηση της βιβλιογραφίας είναι πως η ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση των προβλημάτων όρασης σχετίζεται με την αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης (Pascolini, Mariotti & Pokharel, 2008). Μελέτες έδειξαν πως στην Αμερική, το ποσοστό των ατόμων με προβλήματα όρασης άνω των εβδομήντα ετών ξεπερνά το 20% του πληθυσμού (Park, Ahn, Woo & Park, 2015) ενώ το ποσοστό αυτό ανέρχεται στο 30 % σε άτομα ηλικίας άνω των ογδόντα ετών (Hayman et al., 2007).
Η πλειονότητα των μελετών περιορίζεται σε άτομα μεγαλύτερης ηλικίας με αποτέλεσμα να υπάρχει έλλειψη συγκεκριμένων στοιχείων για την πληθυσμιακή ομάδα των παιδιών και των εφήβων (Boerner & Cimarolli, 2005). Αξίζει να σημειωθεί, όμως, πως το
ποσοστό αυτό είναι αρκετά μικρότερο αριθμητικά, αλλά καθίσταται δύσκολη η χαρτογράφησή του συγκεκριμένου πληθυσμού λόγω των σύνοδων αναπηριών που έχει ένας μεγάλος αριθμός (Javed et al., 2018). Οι συνέπειες, βέβαια της οπτικής αναπηρίας στην καθημερινή ζωή τους είναι πολύ μεγαλύτερες συγκριτικά με τα μεγαλύτερης σε ηλικία άτομα (Vanderheiden, 2009; Langelaan et al., 2007 ).
1.3 ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ ΟΠΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΗΡΙΑΣ
Λόγω της έντονης εμφάνισης του φαινομένου της οπτικής αναπηρίας στη ζωή των ατόμων, έχουν γίνει πολλές προσπάθειες με σκοπό να οριστεί η συγκεκριμένη έννοια. Διατυπώθηκαν πολλοί και διαφορετικοί ορισμοί με το πέρασμα των χρόνων, ωστόσο η διατύπωση ενός ευρέως αποδεκτού ορισμού φάνηκε να αποτελεί ένα αρκετά δύσκολο εγχείρημα. Η διαφοροποίηση έγκειται στον διαφορετικό τρόπο προσέγγισης από τους διάφορους επιστημονικούς κλάδους που ασχολούνται με αυτήν (Beverley, Bath ,& Barber, 2011).
Οι ορισμοί που σχετίζονται με την οπτική ανεπάρκεια προέρχονται από την ιατρική- επιστημονική και από την εκπαιδευτική προσέγγιση (Κρουσταλάκης, 2005) .
Στην πρώτη προσέγγιση συναντώνται οι νομικοί ορισμοί της οπτικής αναπηρίας τους οποίους φαίνεται να ασπάζεται το μεγαλύτερο μέρος της βιβλιογραφίας. Μέσω της μέτρησης των παραμέτρων της οπτικής οξύτητας και του οπτικού πεδίου δύναται να γίνει ο ασφαλής καθορισμός αυτής (Kocur & Resnikoff, 2002).
Σύμφωνα , μάλιστα με την ταξινόμηση που έχει πραγματοποιήσει ο ΠΟΥ εντοπίζονται τέσσερις διαβαθμίσεις, όσον αφορά στην όραση. Οι εν λόγω κατηγορίες σχετίζονται με την κανονική- φυσιολογική όραση, με την μέτρια εξασθένιση της όρασης, με την σοβαρή εξασθένιση της όρασης και με την τύφλωση. Οι κατηγορίες της μέτριας και της σοβαρής εξασθένισης της όρασης συχνά ομαδοποιούνται μέσω του όρου «χαμηλή όραση» (ΠΟΥ, 2017). Ο συνδυασμός της χαμηλής όρασης και της τύφλωσης αντιπροσωπεύει τον όρο της «οπτικής αναπηρίας» (ΠΟΥ, 2001).
Υπολογίζεται ότι η μειωμένη/ χαμηλή όραση έχει άμεσες επιπτώσεις στην καθημερινότητα του 1% των ατόμων στον Δυτικό κόσμο. Οι άνθρωποι με μειωμένη
όραση μπορούν να κάνουν χρήση της υπολειπόμενης όρασής τους με σκοπό να διευκολύνουν επαγγελματικές, ψυχαγωγικές, εκπαιδευτικές και κοινωνικές πτυχές της ζωής τους (Scott, Smiddy, Sciffman, Feuer & Pappas, 1999). Πρέπει να τονιστεί πως το μεγαλύτερο ποσοστό των ατόμων με οπτική αναπηρία σε προχωρημένη ηλικία έρχεται αντιμέτωπο με τη μειωμένη όραση και όχι με την τύφλωση (Brennan ,2004 ).
Αναφορικά με την ολική τύφλωση , μόνο ένα ποσοστό της τάξεως του 18% έρχεται αντιμέτωπο με αυτήν. Οι περισσότεροι δύνανται να ξεχωρίζουν ανάμεσα στο φωτεινό και στο σκοτεινό. Για παράδειγμα, άνθρωποι με καταρράκτη έχουν την ικανότητα διάκρισης του φωτός, όμως δεν έχουν την ίδια ικανότητα αναφορικά με την ανάγνωση έντυπων μέσων. Αντίστοιχα, ένα άτομο με περιορισμένο οπτικό πεδίο, υπάρχει το ενδεχόμενο να έχει την ικανότητα να δει ένα μικρό τμήμα ενός εντύπου, όμως να μη δύναται να εντοπίσει το αστικό λεωφορείο που έρχεται προς την κατεύθυνσή του (Holbrook, 2006).
Πρέπει να αναφερθεί πως η οπτική αναπηρία δεν ορίζεται μόνο μέσω των διαφόρων νομικών αλλά και μέσω των εκπαιδευτικών ορισμών της.
Λόγω του γεγονότος ότι υπάρχουν μαθητές που είναι χαρακτηρισμένοι ως νομικά τυφλοί, αλλά διδάσκονται μέσω της χρήσης του συστήματος ανάγνωσης και γραφής Braille, έχουν υιοθετηθεί οι εκπαιδευτικοί ορισμοί για την οπτική αναπηρία από την εκπαιδευτική κοινότητα (Αργυρόπουλος, 2011 ).
Σύμφωνα με τον εκπαιδευτικό ορισμό της οπτικής αναπηρίας, ως τυφλά χαρακτηρίζονται εκείνα τα άτομα τα οποία εξαρτώνται άμεσα από την αίσθηση της αφής και της ακοής, η χρήση των οποίων συμβάλλει στην αντιστάθμιση της απώλειας όρασης, στην αλληλεπίδραση με το περιβάλλον και στην κατάκτηση της γνώσης (Χρηστάκης, 2006). Τα άτομα αυτά κάνουν χρήση μη οπτικών μέσων έτσι ώστε να μπορούν ανταποκριθούν στα καθήκοντα και στις υποχρεώσεις του σχολείου (Παπαδόπουλος, 2007).
Ως μερικώς βλέπων, από την άλλη χαρακτηρίζεται ο μαθητής ο οποίος κάνει χρήση της υπολειπόμενης όρασής του για να ανταποκριθεί επαρκώς στις απαιτήσεις του σχολικού προγράμματος. Αυτό προϋποθέτει την αναγκαία τροποποίηση και προσαρμογή των
μεθόδων που ακολουθούνται, του εκπαιδευτικού υλικού όσο και του ευρύτερου μαθησιακού περιβάλλοντος (Παπαδόπουλος, 2007), όπως για παράδειγμα η ύπαρξη του κατάλληλου φωτισμού (Barraga ,1986) . Συγκεκριμένα, οι μερικώς βλέποντες μαθητές χρησιμοποιούν εκτός από κείμενα τα οποία είναι γραμμένα με αρκετά μεγάλα τυπογραφικά στοιχεία (Κατσούλης & Χαλικιά, 2007) και βοηθήματα χαμηλής όρασης όπως είναι για παράδειγμα οι μεγεθυντικοί φακοί, οι μεγεθυντές οθόνης, τα τηλεοπτικά συστήματα κλειστού κυκλώματος, με σκοπό την υποβοήθηση της μαθησιακής διαδικασίας και την πρόσκτηση γνώσεων (Πολυχρονοπούλου, 2003; Χρηστάκης, 2006).
Σύμφωνα με τον Αργυρόπουλο (2011), αναφορικά με τους εκπαιδευτικούς ορισμούς, συνάγεται το συμπέρασμα πως οι μαθητές με οπτική αναπηρία διαχωρίζονται σε όσους διαβάζουν μέσω του ανάγλυφου συστήματος Braille (Braille readers) και σε όσους διαβάζουν έντυπη γραφή (Print readers). Ο διαχωρισμός αυτός συμβάλλει στο σχεδιασμό εκπαιδευτικών προγραμμάτων από τους εκπαιδευτικούς.
