ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1: ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΚΑΙ ΟΠΤΙΚΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑ
1.1 ΑΝΑΠΗΡΙΑ: ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΗ ΟΡΙΟΘΕΤΗΣΗ
Η εννοιολογική αποσαφήνιση και οριοθέτηση της «αναπηρίας» αποτελεί ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, γεγονός που αντανακλάται στον μεγάλο αριθμό ορισμών τόσο στην ελληνόφωνη όσο και στην ξενόγλωσση βιβλιογραφία, αλλά και στις διάφορες θεωρίες και στα ποικίλα μοντέλα που προσεγγίζουν αυτό το πολύ-πρισματικό φαινόμενο, καθένα από τη δική του ιδεολογική οπτική (Σούλης, 2013 ; Ζαλίδου, 2013; Κουτάντος, 2000). Παρόλο που η εν λόγω οριοθέτηση ενδέχεται να θεωρηθεί μείζονος σημασίας, εκτυλίσσει έναν καίριο ρόλο όσον αφορά στην γνωριμία και στην κατανόηση των στάσεων που υιοθετούν οι πολίτες, οι διοικήσεις και οι διάφοροι θεσμοί προς τα άτομα με αναπηρία (Smart, 2001; Μακρή & Μιχαήλ 2007).
Αυτό που πρέπει να αναφερθεί είναι πως οι διάφοροι ορισμοί που έχουν υιοθετηθεί κατά καιρούς, προκύπτουν από τα 2 κυρίαρχα μοντέλα θεώρησης της αναπηρίας, το ιατρικό και κοινωνικό , μεταξύ των οποίων υπάρχει μια πολυετής αντιπαράθεση (Zoniou- Sideri, Vlachou,2006 ).
Αναφορικά με το πρώτο, είναι ιατρικής φύσεως και προβάλλει στερεότυπες αντιλήψεις περί της αναπηρίας (Thomas & Woods, 2008) η οποία προσεγγίζεται μόνο ως το αποτέλεσμα μιας παθολογίας λόγω κάποιου αισθητηριακού, νοητικού, σωματικού ή ψυχολογικού προβλήματος (Σιδέρη– Ζώνιου, 2011 ). Τα εν λόγω άτομα δε θεωρούνται ικανά να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της καθημερινότητας και έρχονται αντιμέτωπα με αποτυχίες, δυσκολίες και κοινωνικούς περιορισμούς ως επακόλουθο βλάβης, μειονεξίας ή αναπηρίας (Ζώνιου- Σιδέρη, 2011,Gijzen, 2006). Καλούνται να προσαρμόσουν τη ζωή τους με αποτέλεσμα να περιθωριοποιούνται και να αποκλείονται πολλές φορές από σημαντικές πτυχές του βίου, όπως από την εκπαίδευση, την απασχόληση, τη μετακίνηση και γενικότερα από μια καλή ποιότητα ζωής. Χρήζουν ιατροφαρμακευτικής αγωγής, παρέμβασης και αποκατάστασης και η κοινωνία θα πρέπει να επενδύει κυρίως σε υπηρεσίες υγείας οι οποίες έχουν πρωτεύοντα ρόλο με σκοπό τα άτομα αυτά να προσαρμοστούν καλύτερα στις απαιτήσεις και τις ανάγκες της καθημερινότητας (Oliver, 2009; Kaplan, 2000; Hersh & Johnson, 2010; Retrief & Letsosa, 2018; Goering, 2015).
Για όλους αυτούς τους λόγους, το εν λόγω μοντέλο και οι ορισμοί που απορρέουν από αυτό αποτελούν μια αναχρονιστική αντίληψη. Η κριτική που του ασκήθηκε, κυρίως από το αναπηρικό κίνημα ήταν οξεία (Oliver,2009) με αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός διεθνούς συστήματος ταξινόμησης το οποίο δεν εστιάζει κατ΄ αποκλειστικότητα στην ανεπάρκεια και στη διαταραχή αλλά και στον κοινωνικό παράγοντα (ΠΟΥ, 2002; Norwich, 2007).
Στη σύγχρονη αυτή προσέγγιση, η αναπηρία εστιάζει πλέον στο επίπεδο λειτουργικότητας του ατόμου στο περιβάλλον (ΠΟΥ, 2002). Η λειτουργικότητα σχετίζεται με όλες τις λειτουργίες του σώματος ενός ατόμου οι οποίες είναι άμεσα συνδεδεμένες με το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον που δύναται είτε να τον διευκολύνει είτε να τον δυσχεραίνει (ΠΟΥ, 2002 ; Norwich, 2007; Oliver, 2009; Barner & Mercer, 2003; Swain, Griffiths & Heyman, 2003).
Η εν λόγω ταξινόμηση συνδέεται ,λοιπόν , με το κοινωνικό μοντέλο της αναπηρίας (social model), το οποίο έχει ανθρωποκεντρικό προσανατολισμό, περισσότερες κοινωνικές προεκτάσεις και η αναπηρία αποτελεί μια κοινωνική κατασκευή, λόγω του ότι τόσο ο σχεδιασμός των περιβαλλόντων όσο και ο τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας βασίζονται στο πρότυπο του «φυσιολογικού» ατόμου, με αποτέλεσμα τη διαιώνιση
«ανάπηρων περιβαλλόντων» (Καραγιάννη, 2009; Oliver, 1990; Ζώνιου- Σιδέρη et al., 2012).
Η σχέση της αναπηρίας με το περιβάλλον γίνεται κατανοητή, αν αναλογιστεί κάποιος ότι ένα άτομο με οπτική αναπηρία αισθάνεται αποκλεισμένο και «ανάπηρο» σε ένα περιβάλλον που βασίζεται στην οπτική πληροφόρηση. Αν αυτή όμως συμπληρωθεί με ηχητική / απτική πληροφόρηση και προβλεφθεί π.χ. ένας «οδηγός τυφλών» στο δάπεδο ή ένας σκύλος- οδηγός ή μια καινοτόμα υποστηρικτική τεχνολογία κ.λπ., το άτομο λειτουργεί τελείως διαφορετικά, νοιώθοντας ασφαλή και αυτόνομο σε μεγάλο βαθμό (Danforth, 2001).
Στην ουσία, δηλαδή, ένα καθολικά προσβάσιμο περιβάλλον διασφαλίζει σε όλους ένα κοινό επίπεδο αναφοράς άροντας τα όποια μειονεκτήματα δημιουργεί μια ανάπηρη κοινωνική δομή, επιτρέποντας σε όλους να λειτουργήσουν επί ίσοις όροις σε τομείς όπως η εκπαίδευση , η καθημερινότητα, οι μεταφορές , ο πολιτισμός κ.λπ. Δικαίως,
λοιπόν η προσβασιμότητα θεωρείται το «κλειδί» για την εξίσωση των ευκαιριών όλων των πολιτών συμπεριλαμβανομένων των πολιτών με αναπηρία (Mitra, 2006).
Το μοντέλο αυτό είναι συμβατό με τις προσεγγίσεις σχεδιασμού με επίκεντρο τον χρήστη και τη συμμετοχή του σε όλες τις διαστάσεις της κοινωνικής ζωής (Hadjiri, Afacan & Gadakari, 2016).
Βασιζόμενο σε αυτό το μοντέλο, σύμφωνα με τον ΠΟΥ, ένας πρόσφατος και αρκετά περιεκτικός ορισμός για την αναπηρία την προσδιορίζει ως: το αποτέλεσμα οργανικών και περιβαλλοντικών αιτιών, που έχουν ως απόρροια μια σειρά εμποδίων σε πολλές εκφάνσεις της ζωής των ατόμων, όπως η καθημερινή διαβίωση και η αυτοεξυπηρέτηση, η εκπαίδευση, η απασχόληση, η ψυχαγωγία, η αυτόνομη μετακίνηση και η γενικότερη κοινωνική συμμετοχή (Πολυχρονοπούλου, 2012 ; Μακρή & Μιχαήλ 2007).
Στα άτομα με αναπηρία περιλαμβάνονται άτομα με ψυχικά, νοητικά, γνωστικά, κινητικά και αισθητηριακά προβλήματα τα οποία, σε συνδυασμό με θεσμικής, περιβαλλοντικής ή κοινωνικής φύσεως εμπόδια, μπορούν να δημιουργήσουν κώλυμα στη συμμετοχή των ατόμων αυτών στην κοινωνία επί ίσοις όροις με τα υπόλοιπα (Halfon et al., 2012).
