«Η συμβολή διαφόρων υποστηρικτικών τεχνολογιών στην εκπαίδευση και στην καθημερινή διαβίωση των ατόμων με οπτική αναπηρία» – ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΗ ΕΡΓΑΣΙΑ της Σπυρούδη Αργυρής, ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, ΣΧΟΛΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ, ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΚΑΙ ΤΕΧΝΩΝ, Τμήμα Εκπαιδευτικής και Κοινωνικής Πολιτικής, Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών «Ειδική Αγωγή, Εκπαίδευση και Αποκατάσταση» – Μέρος 17o

Ιούν 28, 2021 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

4.5 ΤΡΟΠΟΙ ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗΣ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΤΩΝ ΣΠΟΥΔΑΣΤΩΝ ΜΕ ΟΠΤΙΚΗ ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΚΑΙ Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΙΚΗΣ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ

Ένας από τους θεμελιώδεις στόχους που θέτει κάθε σύγχρονη κοινωνία, η οποία λογίζεται ως πολιτισμένη, είναι αυτός της συμπερίληψης του συνόλου των μελών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών με οπτική αναπηρία στις εκάστοτε εκπαιδευτικές διαδικασίες. Κατά τις τελευταίες δεκαετίες, πρέπει να αναφερθεί πως, παρά τα εμπόδια που αναφέρθηκαν, έχουν σημειωθεί τεράστια βήματα προόδου αναφορικά με το ζήτημα της εξάλειψης του εκπαιδευτικού αποκλεισμού των σπουδαστών με οπτική αναπηρία τόσο σε διεθνές όσο και σε εγχώριο επίπεδο (Scott et al., 2012; Onaga & Martoccio, 2008).

Βάσει ερευνών οι οποίες διεξήχθησαν και είχαν ως σκοπό τη βελτίωση των εκπαιδευτικών διαδικασιών των σπουδαστών με οπτική αναπηρία, προέκυψε το συμπέρασμα πως οι εκπαιδευτικές διαδικασίες, τις οποίες έχουν ανάγκη τα εν λόγω άτομα, διαφέρουν σε αρκετά μεγάλο βαθμό από τις αντίστοιχες των οποίων χρήζουν οι βλέποντες σπουδαστές (Mulloy et al., 2014; Nam, Bahn & Lee, 2013).

Σύμφωνα με τον Fisher (2007) η εκπαίδευση των σπουδαστών με οπτική αναπηρία θα πρέπει να εκτυλίσσεται σε ένα όσο γίνεται λιγότερο περιοριστικό περιβάλλον. Πολύ σημαντικοί παράγοντες οι οποίοι θα οδηγήσουν στο να επιτευχθεί η πρόσβαση και να εφαρμοστεί επιτυχώς η συμπεριληπτική εκπαίδευση είναι τόσο η παροχή και η χρήση του κατάλληλου εξοπλισμού, με σκοπό την πρόσβαση στην πληροφορία και στη γνώση, όσο και η σωστή δόμηση του εκπαιδευτικού περιβάλλοντος (Κουτάντος, 2005).
Όσον αφορά τη δόμηση του εκπαιδευτικού περιβάλλοντος, κάποιες ειδικές προσαρμογές είναι απαραίτητες με σκοπό τη διευκόλυνση της εκπαιδευτικής διαδικασίας των σπουδαστών με οπτική αναπηρία. Αρχικά, σημαντικό μέλημα του εκπαιδευτικού της τάξης είναι η ενημέρωση του για την πάθηση του σπουδαστή, έτσι ώστε οι παρεμβάσεις του να αποκτήσουν νόημα. Για την ίδια πάθηση πρέπει να είναι ενήμεροι και οι συμμαθητές του παιδιού ώστε να δείχνουν τον δέοντα σεβασμό στην ιδιαιτερότητά του και να κρατούν τον περιβάλλοντα χώρο καλά δομημένο. Η τοποθέτηση του σπουδαστή με οπτική αναπηρία στο μπροστινό θρανίο με σκοπό να έχει μια καλύτερη επαφή με τον πίνακα καθώς και με τον εκπαιδευτικό θεωρείται υψίστης σημασίας (Scott et al., 2012). Πολύ σημαντικό ρόλο παίζει επίσης και η ρύθμιση του φωτισμού του χώρου. Συγκεκριμένα καλή πρακτική είναι η τοποθέτηση κατάλληλων κουρτινών ώστε να μη δημιουργούνται μεγάλα επίπεδα αντανάκλασης από τον ήλιο. Ανάλογη προσοχή πρέπει να δίνεται και στον τεχνητό φωτισμό (Lewis & Taylor, 1997). Άλλη καλή πρακτική θεωρείται η δημιουργία κατάλληλου αποθηκευτικού χώρου για τα βιβλία και τις μηχανές Braille των μαθητών με οπτική αναπηρία καθώς και η ύπαρξη κατάλληλης σε μέγεθος επιφάνειας εργασίας για την τοποθέτηση των μηχανών Braille, των διαφόρων κειμένων, του υπολογιστή ή οποιουδήποτε άλλου εξοπλισμού στοχεύει στη διευκόλυνση της μαθησιακή διαδικασίας. Παράλληλα θεωρείται απαραίτητη η σωστή ταξινόμηση των θέσεων στον χώρο της τάξης καθώς και η απομάκρυνση διαφόρων ειδών εμποδίων που κωλύουν τη μετακίνηση των σπουδαστών έτσι ώστε να προασπίζεται η ασφάλεια και η λειτουργικότητα του χώρου και να μειώνονται οι πιθανότητες τραυματισμού (Mason & McCall, 2005; Heward, 2011).

Τέλος, πολύ σημαντική είναι η πρακτική της δημιουργίας ομάδων, σε όσα μαθήματα τουλάχιστον καθίσταται εφικτό, έτσι ώστε ο σπουδαστής με οπτική αναπηρία να αναπτύσσει σχέσεις με τους βλέποντες συμμαθητές του (Κουτάντος, 2005).
Όσον αφορά στην πρόσβαση των σπουδαστών στην πληροφορία, είναι απαραίτητο να αναφερθεί πως όταν σε ένα σχολείο φοιτούν σπουδαστές με οπτική αναπηρία, πρέπει να υπάρχει και να χρησιμοποιείται ο κατάλληλος εξοπλισμός με σκοπό να διευκολύνεται η ισότιμη πρόσβαση στο αναλυτικό πρόγραμμα.

Σύμφωνα με τους Λιάκου & Μανούσου (2013), το εγχείρημα αυτό δύναται να καταστεί εφικτό μέσα από την παροχή ευκαιριών εκπαίδευσης χρησιμοποιώντας υποστηρικτικές τεχνολογίες. Ο παράγοντας των υποστηρικτικών τεχνολογιών δύναται να διαδραματίσει βαρύνοντα ρόλο όσον αφορά στην καλύτερη ενσωμάτωση των σπουδαστών στο εκπαιδευτικό και κοινωνικό γίγνεσθαι (Vashista et al., 2015).

Κατά τη διάρκεια του πρώτου μισού του 20ου αιώνα, υπήρχε η άποψη ότι γενικά η χρήση των βοηθημάτων όρασης μπορεί να βλάψει περαιτέρω τα μάτια. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να περιοριστούν τα εκπαιδευτικά προγράμματα για παιδιά με χαμηλή όραση. Ίσως η πιο αντιπροσωπευτική εικόνα αυτής της φιλοσοφίας ήταν το κείμενο που κρεμόταν πάνω στην πόρτα της Σχολής Myope στο Λονδίνο το 1908:«Η ανάγνωση και η γραφή δεν έχουν θέση εδώ». Ωστόσο, στη δεκαετία του 1990, οι ερευνητές άρχισαν να εξετάζουν τις επιπτώσεις της χρήσης οπτικών συσκευών για την απόκτηση δεξιοτήτων γραμματισμού. Ειδικότερα η βελτίωση της ταχύτητας ανάγνωσης των παιδιών με προβλήματα όρασης αποτελεί θέμα το οποίο έχει απασχολήσει τους εκπαιδευτικούς για αρκετά χρόνια, όπως και οι αυξημένες ακαδημαϊκές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν σε σχέση με τους βλέποντες συμμαθητές τους (Corn et al., 2002).

Στο πλαίσιο των διαδικασιών διδασκαλίας των ατόμων με οπτική αναπηρία είναι απαραίτητος ο συνυπολογισμός ποικίλων εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων οι οποίοι επιδρούν στην ποιότητα που διέπει τις εκάστοτε διαδικασίες. Ακολουθούν δύο θέσεις οι οποίες λογίζονται ως οι σημαντικότερες, όσον αφορά τη διασφάλιση του υψηλότερου δυνατού επιπέδου εκπαίδευσης, για τους σπουδαστές που έχουν οπτική αναπηρία:

Προκειμένου να διασφαλιστεί η ικανοποίηση των αναγκών που έχουν οι σπουδαστές με οπτική αναπηρία, είναι απαραίτητη η ύπαρξη εξειδικευμένων υπηρεσιών, βιβλίων και υλικού, τα οποία θα εμπεριέχουν και το σύστημα ανάγνωσης και γραφής Braille καθώς επίσης και η ύπαρξη εξειδικευμένων συστημάτων και προγραμμάτων υποστηρικτικής τεχνολογίας προκειμένου να καθίσταται δυνατή η ισότιμη πρόσβαση όλων των μαθητών τόσο στο βασικό, όσο και στο πιο εξειδικευμένο πρόγραμμα (Νam et al., 2013).

Είναι αναγκαία η ύπαρξη επαρκών προγραμμάτων προετοιμασίας του εκπαιδευτικού προσωπικού, προκειμένου να καταστεί αυτό ικανό να ικανοποιήσει το σύνολο των αναγκών που έχουν οι σπουδαστές με οπτική αναπηρία, είτε αυτές σχετίζονται με ακαδημαϊκούς παράγοντες είτε όχι (Thomas et al., 2015).
Ένας μαθητής με οπτική αναπηρία για να ενταχθεί αλλά και για να εξελιχθεί στην εκπαιδευτική διαδικασία της πρωτοβάθμιας, δευτεροβάθμιας και τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, είναι απαραίτητο να γίνει άρση σημαντικών εμποδίων και ο ίδιος να έχει πρόσβαση στο ήδη υπάρχον έντυπο και ψηφιακό εκπαιδευτικό υλικό, μέσω του κατάλληλου εξοπλισμού,στον πίνακα της τάξης, στις διαφόρων ειδών διαφάνειες, σε προβολές και διαγράμματα, να έχει αμφίδρομη επικοινωνία με τους καθηγητές και τους συμμαθητές του, να μπορεί να συμμετέχει σε προφορικές και γραπτές δοκιμασίες όπως και οι βλέποντες μαθητές, να κινείται με άνεση και ασφάλεια μέσα στον σχολικό χώρο (Κουρουπέτρογλου & Φλωριάς, 2003; Μακρής & Μάρκου, 2015). Θεωρείται πολύ σημαντικό να γίνει κατανοητό πως η κάλυψη των ατομικών αναγκών των σπουδαστών είναι απαραίτητη με σκοπό την επιτυχή έκβαση της συμπερίληψής τους (Nimmo, 2012; Harpur & Loudoun, 2011).

Η χρήση και οι εφαρμογές υποστηρικτικών τεχνολογιών στην εκπαίδευση των σπουδαστών με οπτική αναπηρία έχουν κάνει πολύ σημαντικά βήματα προόδου τα τελευταία χρόνια, αποτελώντας σημαντικά εκπαιδευτικά εργαλεία στα χέρια τόσο του εκπαιδευτικού, όσο και του σπουδαστή. Οι υποστηρικτικές τεχνολογίες, σύμφωνα με τις απόψεις εκπαιδευτικών, καλούνται να διαδραματίσουν έναν βαρύνοντα ρόλο, στα πλαίσια των εναλλακτικών εκπαιδευτικών διαδικασιών, ενισχύοντας τις ακαδημαϊκές δεξιότητες και προωθώντας την διαδικασία αυτόνομης μάθησης (Alves et al., 2009).

Εξειδικευμένες υποστηρικτικές συσκευές και διαφόρων ειδών εκπαιδευτικά λογισμικά παρέχουν υποστήριξη στους σπουδαστές με οπτική αναπηρία δίνοντας τους τη

δυνατότητα πρόσβασης στο πρόγραμμα του σχολείου και του πανεπιστημίου, αλλά και γενικότερα στην πληροφόρηση, αντίστοιχη με αυτήν των βλεπόντων συμμαθητών τους, ενισχύοντας την αυτοπεποίθηση, την αυτοαντίληψη και την αυτοσυγκέντρωσή τους, βελτιώνοντας τη γνωστική και κοινωνικοσυναισθηματική συμπεριφορά τους και συμβάλλοντας στην όσο το δυνατόν καλύτερη συμπερίληψή τους (Corn, Wall, Jose, Bell, Wilcox & Perez, 2002;  Kinney et al., 2016).

Λύσεις οι οποίες βασίζονται σε ακουστική και σε απτική ανατροφοδότηση αποτελούν τον κινητήριο μοχλό στην εκπαίδευση των σπουδαστών και δίνουν τη δυνατότητα σε σπουδαστές με οπτική αναπηρία να αλληλεπιδράσουν με την πληροφορία και τη γνώση με σκοπό να επέλθει η αφομοίωσή της (Doush et al., 2009).
Συγκεκριμένα, μέσω ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, ένας σπουδαστής με οπτική αναπηρία έχει τη δυνατότητα αναζήτησης και άντλησης πληροφοριών, πρόσβασης σε διαφόρων ειδών βάσεις δεδομένων, αλλά και σε βιβλιοθήκες. Μ’ αυτόν τον τρόπο οι υποστηρικτικές τεχνολογίες συμβάλλουν στην υποστήριξη και στην ενίσχυση της μαθησιακής διαδικασίας και της ανεξαρτησίας, στην παροχή κινήτρων, στη δημιουργία κατάλληλων περιβαλλόντων πλούσιων σε ερεθίσματα στην εκπαίδευση (Κουρουπέτρογλου, 2004; Emerson & Anderson, 2018; Beal & Rosenblum, 2018), και στη βελτίωση του μαθησιακού προφίλ των σπουδαστών (Papadopoulos & Goudiras, 2005).

Η Gerber (2003) αναφέρει πως, η σημασία των υποστηρικτικών τεχνολογιών είναι εμφανής σε πολλές πτυχές της ζωής, όπως στην εργασία, στην εκπαίδευση, στην πρόσβαση σε κάθε είδους πληροφορία, είτε έντυπη είτε ηλεκτρονική, καθώς και στη χρήση των κοινωνικών δικτύων. Ειδικότερα για τους υπολογιστές, τονίζει ότι εξισορροπούν μερικές από τις επιπτώσεις της οπτικής αναπηρίας και παρέχουν στα άτομα με προβλήματα όρασης τη δυνατότητα να επιτύχουν σε διάφορους παραγωγικούς τομείς. Υποστηρίζει, επίσης, ότι η χρήση των υπολογιστών είναι απαραίτητο να είναι μέρος από το αποκαλούμενο βασικό πρόγραμμα σπουδών για τους σπουδαστές με οπτική αναπηρία, καθώς και των προγραμμάτων αποκατάστασης των ενηλίκων (Gerber, 2003). Μάλιστα, εν αντιθέσει με άλλα μέσα όπως για παράδειγμα ένα τυπωμένο βιβλίο σε Braille, ο ηλεκτρονικός υπολογιστής ως μέσο πρόσβασης στις πληροφορίες πλεονεκτεί ως προς την αμεσότητα και την ανεξαρτησία που προσφέρει (Hayes, 1996).

Έρευνα κατέδειξε ότι με την χρήση οπτικών συσκευών χαμηλής τεχνολογίας, το χάσμα στην ταχύτητα ανάγνωσης μεταξύ σπουδαστών με οπτική αναπηρία και των βλεπόντων σπουδαστών άρχισε να κλείνει μετά από έξι μήνες, ενώ βελτιώθηκαν σημαντικά οι προσδοκίες των ίδιων παιδιών αλλά και των καθηγητών τους σχετικά με την οπτική τους λειτουργία (Corn et al., 2002).
Άλλη έρευνα κατέληξε στο ότι εάν προσφερθεί στους σπουδαστές με οπτική αναπηρία η αναγκαία τεχνολογική υποστήριξη δύνανται να οδηγηθούν στην κατάκτηση ανώτερων επιστημονικών εννοιών εξίσου εύκολα με τους βλέποντες συμμαθητές τους (Hakobyan et al., 2013). Πολύ σημαντικό είναι ότι αναπτύσσεται η αυτορυθμιζόμενη μάθηση, καθώς οι σπουδαστές δύνανται να ακολουθήσουν τους δικούς τους προσωπικούς ρυθμούς απόκτησης της γνώσης (Τσικολάτας, 2011).

Σημαντική έρευνα η οποία εκτυλίχθηκε στις ΗΠΑ μελέτησε τα πιθανά οφέλη της χρήσης υποστηρικτικών τεχνολογιών σε μαθητές με οπτική αναπηρία. Τα αποτελέσματα έδειξαν πως η χρήση διαφόρων ειδών υποστηρικτικών μέσων με σκοπό την εκπαίδευση των μαθητών συμβάλλει στο να ενισχυθεί η ανεξαρτησία τους και η πιο ενεργή συμμετοχή τους κατά τη μαθησιακή διαδικασία, στο να αναπτύξουν δεξιότητες με σκοπό την επίλυση διαφόρων προβλημάτων, στην παροχή κινήτρων με σκοπό την ανακάλυψη νέων γνώσεων, στο να δημιουργηθούν κατάλληλα περιβάλλοντα πλούσια σε ερεθίσματα και γενικότερα στο να ενισχυθεί η μαθησιακή διαδικασία (Akpan & Beard, 2014).

Σύμφωνα με τον Isaila (2013), η πλειοψηφία των σπουδαστών με οπτική αναπηρία θεωρεί πως η μαθησιακή διαδικασία καθίσταται ιδιαίτερα αποτελεσματική και δυναμική όταν χρησιμοποιούνται υποστηρικτικές συσκευές και λογισμικά, ενώ μόνο το 12% των σπουδαστών θεωρεί πως η μάθηση δεν έχει καμία ουσία όταν γίνεται χρήση των βοηθητικών συσκευών και λογισμικών.

Μέσα από την παρατήρηση όλων αυτών των θετικών αποτελεσμάτων που επιφέρει η χρήση των υποστηρικτικών τεχνολογιών, τόσο οι γονείς όσο και οι εκπαιδευτικοί των σπουδαστών προβαίνουν στην αναγνώριση των δυνατοτήτων των τεχνολογιών αυτών, αναφορικά με τη βελτίωση της εκπαιδευτικής ζωής των σπουδαστών με αποτέλεσμα να αυξάνονται τόσο οι προσδοκίες όσο και οι απαιτήσεις που έχουν από τους σπουδαστές με οπτική αναπηρία (Copley &  Ziviani, 2004).

Μάλιστα πολλοί ερευνητές θεωρούν πως η εκπαιδευτική συμπερίληψη των σπουδαστών με οπτική αναπηρία στο γενικό σχολείο είναι απαραίτητη και μπορεί να καταστεί εφικτή η εφαρμογή της μόνο μέσω της ενσωμάτωσης των υποστηρικτικών τεχνολογιών στην εκπαιδευτική διαδικασία (Akpan & Beard, 2014).

Βέβαια, σε αντίθεση με αυτά τα ευρήματα υπάρχουν μελέτες, όπως αυτή των Ευσταθίου και Πολυχρονοπούλου (2015) η οποία εκτυλίχθηκε στην Ελλάδα και στην οποία αναφέρεται πως ακόμη και η ύπαρξη υποστηρικτικών τεχνολογιών στα γενικά σχολεία δε συνεπάγεται την λειτουργική πλήρη ένταξη των σπουδαστών με οπτική αναπηρία. Η κατάσταση αυτή είναι απόρροια του ότι στα ελληνικά γενικά σχολεία δεν υπάρχει διαθέσιμος μεγάλος αριθμός υποστηρικτικών συσκευών και λογισμικών και ακόμη και εκεί που υπάρχει, η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών δεν έχει εκπαιδευτεί από τους αρμόδιους οργανισμούς και δεν έχει εξοικειωθεί με την χρήση τους στη διδασκαλία (Efstathiou και Polichronopoulou, 2015).
Στο περιβάλλον της εκπαίδευσης των σπουδαστών με οπτική αναπηρία, δύναται να γίνει χρήση της υποστηρικτικής τεχνολογίας σε πολλά επίπεδα όπως για παράδειγμα στην ανάγνωση, στη γραφή, στην πρόσβαση στον υπολογιστή και στο ψηφιακό υλικό, στα μαθηματικά, στη φυσική, στη χημεία με σκοπό την πλήρη συμμετοχή του σπουδαστή κ.α. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια έχουν πραγματωθεί μεγάλες μεταρρυθμιστικές προσπάθειες οι οποίες τονίζουν την ενσωμάτωση της υποστηρικτικής τεχνολογίας στη διδασκαλία και στην αξιολόγηση των σπουδαστών με οπτική αναπηρία (Florian, Rouse, Black-Hawkins & Jull, 2004).

Ενδεικτικά μερικές τεχνολογίες/ υποστηρικτικές τεχνολογίες που δύναται να χρησιμοποιηθούν από έναν σπουδαστή με οπτική αναπηρία με σκοπό να διευκολυνθεί η μάθηση και η εκπαιδευτική διαδικασία είναι οι ειδικές γραφομηχανές που είναι διαμορφωμένες για την παραγωγή των ανάγλυφων κουκίδων Braille (Thomas et al., 2015), η συσκευή παραγωγής ανάγλυφων γραφικών, όπου με τη χρήση θερμοευαίσθητου μικροκαψουλικού χαρτιού κατασκευάζονται ανάγλυφα γραφικά και εικόνες για τους σπουδαστές με προβλήματα όρασης, οι συσκευές που ηχογραφούν σημειώσεις κατά τη διάρκεια παράδοσης των μαθημάτων, τα ομιλούντα βιβλία σε ψηφιακή μορφή που δύναται να είναι τόσο βιβλία όσο και περιοδικά και εφημερίδες σε μορφή ακουστική και απτική, ομιλούντα όργανα ή όργανα με ένδειξη στη γραφή Braille και τα ολοκληρωμένα συστήματα πληροφορικής κ.α. (Heward, 2011, Κουροπέτρογλου και Φλωριά,2003;  Κόζα & Σκουμπουρδή, 2012).

Ειδικότερα, όσον αφορά τα ολοκληρωμένα συστήματα πληροφορικής πρέπει να τονιστεί πως είναι ιδιαίτερα σημαντικά για την υποβοήθηση της μάθησης και αποτελούν το «κλειδί» για να έρθει ο σπουδαστής σε επαφή με το μαθησιακό υλικό και να καλλιεργήσει τις γνωστικές του ικανότητες. Αυτά περιλαμβάνουν λογισμικά ανάγνωσης οθόνης του υπολογιστή, ανανεώσιμη οθόνη Braille, ειδικά πληκτρολόγια, μεγεθυντικά προγράμματα και συστήματα ηλεκτρονικού υπολογιστή, όπως για παράδειγμα το SuperNova, σύστημα το οποίο αναγνωρίζει την ομιλία καθώς και σύστημα που μετατρέπει το κείμενο σε συνθετική ομιλία καθώς και διαφόρων ειδών ηλεκτρονικές μηχανές γραφής Braille, όπως για παράδειγμα το σύγχρονο Mountbatten Pro Brailler το οποίο παράγει κείμενο σε μορφή Braille αλλά και σε κανονική γραφή για τυφλούς και μη τυφλούς αναγνώστες (Κουρουπέτρογλου και Φλωριάς, 2003, Istenic-Starcic & Bagon, 2014;  Heward, 2011; Schneider, 2001).

Αυτή ήταν μία συνοπτική καταγραφή των υποστηρικτικών τεχνολογιών που χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο της εκπαίδευσης, προκειμένου να καταστεί εφικτή η καλύτερη ενσωμάτωση και η αποτελεσματικότερη εκπαίδευση των σπουδαστών με οπτική αναπηρία. Παρακάτω ακολουθεί μία αναλυτικότερη περιγραφή των βασικότερων υποστηρικτικών τεχνολογιών και του τρόπου με τον οποίο αυτές συμβάλλουν στη βελτιστοποίηση της εκπαίδευσης και της εκπαιδευτικής πορείας των ατόμων αυτών, όπως έχει αναφανεί μέσα από  έρευνες.

Βέβαια, πρέπει να αναφερθεί πως οι υποστηρικτικές τεχνολογίες από μόνες τους δεν μπορούν να καταστήσουν τον σπουδαστή λειτουργικό και αυτόνομο καθώς ο σπουδαστής χρήζει της κατάλληλης κάθε φορά υποστήριξης, με σκοπό την απόκτηση εξοικείωσης με τα εν λόγω μέσα. Επίσης, σημαντική είναι και η επιλογή της πιο ενδεδειγμένης για τις ανάγκες του σπουδαστή υποστηρικτικής τεχνολογίας, διαδικασία στην οποία άμεσα εμπλεκόμενοι είναι τόσο η οικογένεια του παιδιού όσο και οι εκπαιδευτικοί και οι λοιποί ειδικοί που σχετίζονται με τον σπουδαστή (Horn & Kang, 2012).

Μετάβαση στο περιεχόμενο