4.6 Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ ΕΠΙΜΕΡΟΥΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ/ ΥΠΟΣΤΗΡΙΚΤΙΚΩΝ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΩΝ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ
4.6.1 ΠΡΙΝ ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ BRAILLE
Πέρα και πριν από το σύστημα Braille, διάφορα ανάγλυφα μέσα ανάγνωσης χρησιμοποιήθηκαν από σπουδαστές με οπτική αναπηρία. Ξύλινα γράμματα τα οποία είχαν σμιλευτεί ή γράμματα φτιαγμένα από λυγισμένα σύρματα χρησιμοποιούνταν με σκοπό την εκμάθηση του αλφαβήτου και της ανάγνωσης. Ένα εκ των πιο σημαντικών ανάγλυφων συστημάτων που τέθηκαν σε εφαρμογή κατά διαστήματα πριν το σύστημα Braille είναι ο κώδικας της Βοστόνης, ο οποίος βασίστηκε στην απλούστευση του ρωμαϊκού αλφάβητου και αποτελεί και το πρώτο μέσο ανάγνωσης των σπουδαστών με οπτική αναπηρία. To σύστημα της Νέας Υόρκης είναι ένα άλλο σύστημα το οποίο επινοήθηκε τον 19ο αιώνα με σκοπό τη διδασκαλία της ανάγνωσης σε τυφλούς σπουδαστές. Ο κώδικας βασιζόταν σε ανάγλυφες κουκίδες οι οποίες υψώνονταν μέχρι δύο κουκίδες και στο πλάτος μέχρι τέσσερεις. Για την παραγωγή του κώδικα αυτού χρησιμοποιούνταν ειδικά σχεδιασμένη μηχανή η οποία έφερε την ονομασία
«Kleidograph». Τέλος, το σύστημα Moon αποτελεί ένα πολύ γνωστό ανάγλυφο σύστημα ανάγνωσης και γραφής η χρήση του οποίου συνεχίζεται μέχρι και σήμερα στη Μεγάλη Βρετανία. Βασίζεται στο αλφάβητο των βλεπόντων και πολλά άτομα θεωρούν πως είναι πιο εύκολο ως προς την εκμάθηση σε σύγκριση με το σύστημα Braille (Κατσούλης & Χαλικιά, 2007).
4.6.2 ΣΥΣΤΗΜΑ BRAILLE
Τον 19ο αιώναο LouisBraille παρουσίασε για πρώτη φορά το σύστημα συμβολογραφίας ανάγνωσης και γραφής Braille το οποίο απευθύνεται σε άτομα με οπτική αναπηρία. Αποτελεί το πιο διαδεδομένο απτικό σύστημα ανάγνωσης και γραφής των τυφλών ατόμων μέχρι και σήμερα σε όλο τον κόσμο, διαδραματίζει καίριο ρόλο στη ζωή των σπουδαστών με οπτική αναπηρία και στα πλεονεκτήματά του είναι πως, μέσω ανάγλυφων κουκίδων, αναπαριστά γράμματα από την αλφάβητο, αριθμούς καθώς και σύμβολα επιστημονικού περιεχομένου.
Το σύστημα Braille θεωρείται εξάστιγμο καθώς βασίζεται στη διάταξη έξι κουκίδων, με τη βοήθεια των οποίων συντελείται η δημιουργία εξηντατριών συνδυασμών. Η ανάγνωσή του γίνεται από τα αριστερά προς τα δεξιά καθώς και από την πάνω όψη της σελίδος προς την κάτω, όπως ακριβώς και η γραφή των βλεπόντων και η ικανότητα ανάγνωσης του κατακτάται με τη συνεχή εξάσκηση ώστε να αποκτηθεί ευχέρεια στην αφή. Κυρίαρχη άποψη αποτελεί πως το σύστημα Braille είναι το πιο βασικό μέσο απόκτησης πληροφοριών. Στα πλεονεκτήματά του συγκαταλέγεται η δυνατότητα μετάβασης σε όποια σελίδα θέλει ο χρήστης κάθε φορά καθώς και η δυνατότητα υποστήριξης του από διαφόρων ειδών συσκευές πληροφορικής, όπως οθόνες ανανεώσιμων διατάξεων Braille , φορητά ηλεκτρονικά σημειωματάρια κ.α. (Hatlen & Spungin, 2008; Hersh & Johnson, 2010).
Για ένα διάστημα αρκετών χρόνων η έκδοση έργων με τη μορφή του συστήματος Braille αποτελούσε την αποκλειστική εναλλακτική μορφή υλικού η οποία ήταν αναγνώσιμη από τα άτομα με οπτική αναπηρία. Για τους τυφλούς σπουδαστές, οι μεταφράσεις Braille των εντύπων βιβλίων έχουν παράσχει μια εναλλακτική λύση για πάνω από έναν αιώνα (Hersh & Johnson, 2010).
Χωρίς αμφιβολία, λοιπόν η γνώση του συστήματος ανάγνωσης και γραφής των τυφλών έχει ουσιαστική σημασία για την καθημερινότητα των σπουδαστών με οπτική αναπηρία και πολλοί είναι αυτοί που εξαίρουν τη χρήση του (Lusk & Corn, 2006).
Οι έρευνες έχουν τεκμηριώσει πολλά θετικά αποτελέσματα αναφορικά με τους σπουδαστές με οπτική αναπηρία, συμπεριλαμβανομένων των υψηλότερων μαθησιακών επιτευγμάτων και της ανάπτυξης της αυτοεκτίμησης αυτών (Schroeder ,1996).
Έρευνα , μάλιστα υποστηρίζει τη σημασία της καθημερινής διδασκαλίας του εν λόγω συστήματος. Συγκεκριμένα, ο Ryles (1997) διαπίστωσε ότι φοιτητές με νομική τύφλωση που έλαβαν διδασκαλία του συστήματος ανάγνωσης και γραφής μπράιγ τέσσερις ή πέντε φορές την εβδομάδα στο σχολικό πλαίσιο απέκτησαν σημαντικά και ουσιαστικά καλύτερες δεξιότητες γραμματισμού από τους συγκρίσιμους φοιτητές οι οποίοι λάμβαναν σπάνια κατάρτιση στο εν λόγω σύστημα.
Ωστόσο, το μέγεθος, το βάρος και η σύνδεση των μπράιγ βιβλίων καθιστά δύσκολο το να μεταφερθούν. Τα Braille βιβλία είναι μεγάλα και βαριά επειδή το ανάγλυφο χαρτί είναι πιο παχύ από το παραδοσιακό και πρέπει να είναι χαλαρά συνδεδεμένα έτσι ώστε να μην συνθλίβονται οι κουκίδες Μπράιγ. Στα μειονεκτήματα συγκαταλέγεται και ο χρόνος παραωγής του βιβλίου ο οποίος είναι μεγαλύτερος από τον χρόνο παραγωγής του αντίστοιχου έντυπου βιβλίου, καθώς και το κόστος το οποίο είναι σημαντικά υψηλότερο. Επίσης, η ανάγνωση ενός αντιγράφου μπράιγ απαιτεί επάρκεια γνώσης στο σύστημα αυτό (Hersh & Johnson, 2010; Lusk & Corn, 2006).
Πρόσφατη μελέτη, μάλιστα, σχετικά με τη γνώση του συστήματος μπράιγ έδειξε πως μόνο ένα ποσοστό της τάξεως του 6 % τόσο των μαθητών με μερική όσο και των μαθητών με ολική απώλεια όρασης γνωρίζουν σε επαρκή βαθμό ανάγνωση Braille (Gray και Wilkins, 2005).
Η μειωμένη αυτή χρήση έχει ως απόρροια την ολοένα και μεγαλύτερη αύξηση της χρήσης του ηλεκτρονικού υπολογιστή και υποστηρικτικών τεχνολογιών από σπουδαστές με οπτική αναπηρία που βασίζονται όχι μόνο στη μπράιγ αλλά και στη «φωνή» και στη μεγέθυνση (Corn et al ., 2002).
Με τον τρόπο αυτό βελτιώνεται η δυνατότητα πρόσβασης στην πληροφορία και αντιμετωπίζονται σε σημαντικό βαθμό οι περιορισμοί που συναντούν οι σπουδαστές αυτοί στην εκπαίδευση (Gerber, 2003).
