Η παρούσα εργασία αποτελεί τμήμα μιας έρευνας που διεξήχθη με τη συνεργασία της Ελένης Καυβροχωριανού, η οποία ασχολείτο με τη διερεύνηση των ιδιαίτερων αναγκών και της προσωπικής αυτοεκτίμησης των φοιτητών με αναπηρίες η παθήσεις του ΦΠΨ και του Προγράμματος Ψυχολογίας της φιλοσοφικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η παρούσα έρευνα στοχεύει στη μελέτη των εμποδίων που αντιμετωπίζουν οι φοιτητές με αναπηρίες ή παθήσεις σε ό,τι αφορά α) ζητήματα που σχετίζονται με τις σπουδές (έλλειψη τεχνικών βοηθημάτων, δυσκολίες πρόσβασης σε χώρους, όπως αίθουσες διδασκαλίας, βιβλιοθήκες κ.λ.π. λόγω μη ύπαρξης κτιριακών εγκαταστάσεων με τις κατάλληλες προδιαγραφές) και β) ζητήματα αναφορικά με την ευρύτερη ζωή στο πανεπιστήμιο και τον ελεύθερο χρόνο (κοινωνική απομόνωση των Φ.ε.α., η οποία είναι απόρροια των παραπάνω εμποδίων. Επιπλέον, προκειμένου να υπάρξει μια σαφέστερη εικόνα των δυσχερειών γίνεται σύγκριση των απαντήσεων των φοιτητών με αναπηρίες ή παθήσεις με αυτές των φοιτητών χωρίς προβλήματα υγείας καθώς και μέτρηση του επιπέδου της αυτοεκτίμησης και των δύο ομάδων.
Το δείγμα αποτέλεσαν 100 σπουδαστές, 50 υποκείμενα από την κάθε ομάδα (Φ.ε.α., μη Φ.ε.α.) και τα ψυχομετρικά μέσα που χορηγήθηκαν ήταν α)το τριμερές ερωτηματολόγιο για τις Σπουδές, τη Ζωή στο Πανεπιστήμιο και τον Ελεύθερο Χρόνο της Κωσταρίδου-Ευκλείδη (2002) και β) το Διαπολιτισμικό Ερωτηματολόγιο Αυτοεκτίμησης για ενήλικες του J. Battle.
Τα βασικότερα ευρήματα της έρευνας είναι τα εξής:
1)Οι φοιτητές χωρίς προβλήματα υγείας αξιολογούν πιο σημαντικές τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι φοιτητές με αναπηρία, απ΄ ότι οι ίδιοι δηλώνουν και προβάλλουν πιο έντονα την ανάγκη αλλαγών, προκειμένου να επιτευχθεί η ισότιμη συμμετοχή της φοιτητικής αυτής ομάδας σε όλες τις πανεπιστημιακές διαδικασίες.
2) Ως προς το είδος πάθησης, οι φοιτητές με προβλήματα όρασης αναφέρουν περισσότερες δυσκολίες πρόσβασης και μετακίνησης στους χώρους του πανεπιστημίου και τονίζουν την ανάγκη χρήσης εναλλακτικών τρόπων μελέτης, εξέτασης και ειδικού τεχνολογικού εξοπλισμού. Οι φοιτητές με προβλήματα ακοής αντίθετα αντιμετωπίζουν κυρίως δυσκολίες στη μάθηση και εκφράζουν σε μεγαλύτερο βαθμό την ανάγκη υποστήριξης από συμφοιτητές τους.
3)Ως προς το επαγγελματικό τους μέλλον οι Φ.ε.α. δήλωσαν ότι διαγράφεται αβέβαιο και πιστεύουν ότι θα εργαστούν σε τομέα σχετικό με τις σπουδές σε πολύ πιο μικρό ποσοστό από ότι οι φοιτητές χωρίς προβλήματα υγείας.
4)Οι φοιτητές με κινητικά ή νευρολογικά προβλήματα εκφράζουν περισσότερο την επιθυμία τους για αλλαγές και δίνουν μεγαλύτερη έμφαση στην κοινωνικοποίησή τους εντός του πανεπιστημίου όπως και οι φοιτητές με προβλήματα ακοής εν αντιθέσει με τους φοιτητές με προβλήματα όρασης.
5) Αν και δεν υπάρχουν στατιστικά σημαντικές διαφορές ανάμεσα στις δύο ομάδες, οι μη Φ.ε.α. αξιοποιούν τον ελεύθερο τους χρόνο συμμετέχοντας κυρίως σε ομαδικές δραστηριότητες, συναναστρεφόμενοι, ιδίως οι νεότεροι σε ηλικία, σε χώρους εκτός σπιτιού, ενώ οι φοιτητές με αναπηρίες ή παθήσεις συμμετέχουν κυρίως σε παθητικές δραστηριότητες και ιδιαίτερα όσοι μένουν μόνιμα στην Αθήνα.
6) Η αυτοεκτίμηση των δύο ομάδων δεν διέφερε στατιστικά σημαντικά, όπως αναμέναμε κατά τη διάρκεια της εξαγωγής της έρευνας, ωστόσο φάνηκε ότι οι μη Φ.ε.α. έχουν ελάχιστα υψηλότερη κοινωνική αυτοεκτίμηση, απ΄ ότι οι Φ.ε.α. που δηλώνουν υψηλότερη προσωπική αυτοεκτίμηση.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, διαπιστώνουμε ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζει η ομάδα των φοιτητών με αναπηρίες ή παθήσεις είναι ποικίλα αν και διαφέρουν ανάλογα με το είδος και την πηγή της πάθησης. Ωστόσο αυτό κάνει εντονότερη την ανάγκη θέσπισης μιας κεντρικής πολιτικής σε ό,τι αφορά τα ζητήματα αυτά, για να μπορέσουν να επιλυθούν άμεσα και να επιτευχθεί η ισότιμη συμμετοχή όλων των φοιτητών στις πανεπιστημιακές διαδικασίες.
(Επισυνάπτεται το πλήρες κείμενο της πτυχιακής εργασίας)
