3ο Κεφάλαιο: Αποτελέσματα της έρευνας. (Μέρος Β)
Η θεωρία της κοινωνικής μάθησης του Bandura (1977) φωτίζει τη σημασία της μίμησης και της παρατήρησης στην κοινωνική ανάπτυξη των παιδιών. Για τους μαθητές με προβλήματα όρασης, η δυσκολία να παρατηρήσουν πρότυπα συμπεριφοράς περιορίζει τις ευκαιρίες τους να αποκτήσουν κοινωνικές δεξιότητες με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν τα παιδιά με τυπική όραση. Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε ελλείμματα κοινωνικής προσαρμογής και σε δυσκολίες στη δημιουργία σχέσεων με συνομηλίκους (Botsford, 2013). Με άλλα λόγια, αυτό το έλλειμμα μπορεί να δυσκολέψει τη δημιουργία και διατήρηση φιλικών σχέσεων στο σχολείο. Σε αυτό το περιβάλλον η αίσθηση του ‘ανήκειν’ παίζει καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της προσωπικότητας καθώς η αδυναμία συμμετοχής σε ομαδικά παιχνίδια, η αδυναμία κατανόησης κοινωνικών σημάτων συχνά οδηγεί σε αποκλεισμό. Η απόρριψη αυτή όμως δεν είναι πάντοτε σκόπιμη καθώς πολλές φορές οι συμμαθητές αυτών των παιδιών απλώς δεν γνωρίζουν πώς να εντάξουν το παιδί στην ομάδα τους. Παρ’ όλα αυτά, η έρευνα έχει δείξει ότι η άμεση διδασκαλία κοινωνικών δεξιοτήτων, μέσα από οργανωμένα εκπαιδευτικά προγράμματα, μπορεί να μειώσει αυτό το χάσμα (Demir & Ozdemir, 2016). Έτσι, η ψυχολογική διάσταση δεν περιορίζεται μόνο στη διαχείριση της συναισθηματικής ευαλωτότητας, αλλά συνδέεται και με την ενεργό εκπαίδευση δεξιοτήτων που διευκολύνουν την κοινωνική ένταξη.
Οι συναισθηματικές δυσκολίες που βιώνουν τα παιδιά με προβλήματα όρασης δεν εμφανίζονται με τον ίδιο τρόπο σε όλα τα πλαίσια. Το σχολικό περιβάλλον, για παράδειγμα, αποτελεί έναν καθοριστικό χώρο, καθώς εκεί συγκροτούνται σχέσεις, συγκρίνονται ικανότητες και οικοδομείται η αίσθηση του «ανήκειν» όπως ήδη προαναφέρθηκε. Η έρευνα δείχνει ότι τα παιδιά με οπτική αναπηρία μπορεί να αισθάνονται περισσότερο απομονωμένα ή στο περιθώριο της μαθησιακής διαδικασίας, ιδιαίτερα όταν οι εκπαιδευτικοί δεν εφαρμόζουν πρακτικές ένταξης (Manitsa & Doikou, 2022) και αυτό το συναίσθημα περιθωριοποίησης μπορεί να μετατραπεί σε μια βαθιά εσωτερική πληγή, η οποία αν δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως, οδηγεί σε μακροχρόνια συναισθηματικά προβλήματα, όπως για παράδειγμα είναι οι καταθλιπτικές τάσεις (Augestad, 2017). Αυτή η απομόνωση ενισχύει τον φαύλο κύκλο χαμηλής αυτοεκτίμησης και κοινωνικού άγχους, επηρεάζοντας όχι μόνο την ακαδημαϊκή τους πορεία, αλλά και τη γενικότερη ψυχολογική τους ευημερία (Parvin, 2015). Η δημιουργία ενός σχολικού κλίματος αποδοχής και ενσυναίσθησης αποτελεί συνεπώς βασικό παράγοντα για τη θετική ψυχολογική τους ανάπτυξη. Στη διεθνή βιβλιογραφία, επισημαίνεται ότι τα παιδιά με προβλήματα όρασης έχουν υψηλότερη πιθανότητα εμφάνισης καταθλιπτικών συμπτωμάτων, αισθήματος μοναξιάς ή έντονου άγχους, ιδιαίτερα σε εφηβική ηλικία (Augestad, 2017). Αυτές οι καταστάσεις δεν αποτελούν άμεσο αποτέλεσμα της αναπηρίας, αλλά συχνά συνδέονται με κοινωνικούς φραγμούς, όπως η έλλειψη προσβασιμότητας ή η στιγματοποίηση. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (World Health Organization, 2023), η ψυχική υγεία των παιδιών με αναπηρίες αποτελεί κεντρικό ζήτημα δημόσιας υγείας, το οποίο απαιτεί πολυεπίπεδη προσέγγιση. Η παροχή ψυχολογικής στήριξης, η ενδυνάμωση της οικογένειας και η ενίσχυση της κοινότητας είναι μερικοί από τους παράγοντες που μπορούν να μειώσουν αυτούς τους κινδύνους και να ενισχύσουν την ψυχολογική ανθεκτικότητα των παιδιών, γεγονός που μπορεί να αποτελέσει πηγή ψυχικής ενδυνάμωσης.
Εξίσου σημαντικός είναι ο ρόλος των οικογενειακών σχέσεων. Η οικογένεια αποτελεί το πρώτο πλαίσιο κοινωνικοποίησης και στήριξης, και επηρεάζει καθοριστικά την ψυχολογική ευημερία των παιδιών με προβλήματα όρασης. Οι γονείς που επιδεικνύουν αποδοχή, θετική στάση και ενισχύουν την αυτονομία του παιδιού, συμβάλλουν στην καλλιέργεια υγιών ψυχολογικών μηχανισμών (Caron et al., 2023). Αντίθετα, υπερπροστατευτικές ή απορριπτικές στάσεις ενδέχεται να ενισχύσουν αισθήματα εξάρτησης και μειωμένης αυτοπεποίθησης. Η ψυχολογική διάσταση, επομένως, δεν μπορεί να εξεταστεί απομονωμένα, αλλά συνδέεται με το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον που πλαισιώνει το παιδί.
Συνολικά, η ψυχολογική διάσταση των παιδιών με προβλήματα όρασης δεν μπορεί να κατανοηθεί αποκομμένα από το υποστηρικτικό πλαίσιο που τα περιβάλλει καθώς η ψυχολογία των παιδιών αυτών αποτελεί μια πολυδιάστατη πραγματικότητα, στην οποία αλληλεπιδρούν η ατομική εμπειρία, οι κοινωνικές ευκαιρίες και τα εκπαιδευτικά πλαίσια. Η ύπαρξη περιορισμών στην όραση δεν καθορίζει αναπόφευκτα την ψυχολογική πορεία του παιδιού· αντιθέτως, η στήριξη, η ένταξη και η καλλιέργεια δεξιοτήτων μπορούν να λειτουργήσουν ως καθοριστικοί παράγοντες ενδυνάμωσης. Οι πρόσφατες συστηματικές ανασκοπήσεις αναδεικνύουν την ανάγκη για ολιστική προσέγγιση, η οποία να ενσωματώνει την ψυχολογική διάσταση ως αναπόσπαστο κομμάτι της εκπαίδευσης και της κοινωνικής πολιτικής (Ana Calle et al., 2021; Caron et al., 2023). Έτσι, η ανάπτυξη κοινωνικών δεξιοτήτων δεν είναι απλώς μια εκπαιδευτική στρατηγική, αλλά ένας δρόμος για την ουσιαστική ψυχολογική ενδυνάμωση και την πλήρη κοινωνική ένταξη των παιδιών με οπτική αναπηρία.
