«Η ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ στις ΔΟΜΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ» – Διπλωματική Εργασία της Βιλντάν Γιουσούφ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Π.Μ.Σ. Κοινωνική Εργασία στην Εκπαίδευση – Ένταξη Ετεροτήτων – Μέρος 18ο
6.1. ΑΝΤΙΚΑΤΑΠΙΕΣΤΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ
Η Mullaly (1997) υποστηρίζει πως η κριτική πρακτική αναλύει τους κοινωνικά δομημένους διαχωρισμούς της φυλής, της κοινωνικής τάξης, της αναπηρίας και την επίδραση της πρόσβασης σε πηγές αλληλοεπιδρώντας με τον καθορισμό των εμπειριών της καθημερινότητας των ατόμων και των κοινωνιών. Σύμφωνα με την κριτική κοινωνική εργασία, η οποία σχετίζεται ευθέως με τις νεωτερικές μορφές της κριτικής κοινωνικής εργασίας, οι μάκρο – κοινωνικές δομές έχουν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση των κοινωνικών σχέσεων σε όλα τα επίπεδα της κοινωνικής ζωής (Healy, 2000).
Σύμφωνα με τον Jean Fook (2002) ο οποίος θεωρείται ως κύριος εκπρόσωπος της κριτικής προσέγγισης, οι βασικές αρχές αυτής της προσέγγισης είναι: • Η δέσμευση στη δομική ανάλυση των κοινωνικών προβλημάτων και της εμπειρίας των ατόμων που τα υφίστανται. Δηλαδή η κατανόηση του πως τα προσωπικά προβλήματα ιχνηλατούνται στις κοινωνικό – οικονομικές δομές. • Η δέσμευση στην απελευθερωτική μέθοδο ανάλυσης και δράσης, ενσωματώνοντας την ιδεολογία των κοινωνικών κινημάτων. • Η άσκηση κοινωνικής κριτικής (με επίγνωση και κριτική επί των λειτουργιών κοινωνικού ελέγχου που αναλαμβάνει το επάγγελμα και το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας) • Η δέσμευση στην κοινωνική αλλαγή (ανατροπή των δομών που παράγουν και αναπαράγουν την καταπίεση, την αδικία και τον αποκλεισμό). Έχει κριτική στάση απέναντι σε κοινωνικούς και πολιτικούς θεσμούς και ταυτόχρονα είναι ενδυναμωτική (Burke and Dalrymple, 2002 στο Adams, Dominelli and Payne, 2002).
Η Κριτική Κοινωνική Εργασία αποτελεί μια κατηγορία – «ομπρέλα» κάτω από την οποία βρίσκονται πληθώρα προσεγγίσεων της Κοινωνικής Εργασίας (η Αντικαταπιεστική, η Αντιρατσιστική, η Ριζοσπαστική, η Φεμινιστική κα.). Κοινό σημείο των παραπάνω προσεγγίσεων είναι η θεώρηση του επαγγέλματος του κοινωνικού λειτουργού αλλά και της επιστήμης της Κοινωνικής Εργασίας, ως δυνάμει παράγοντες κοινωνικής αλλαγής και προάσπισης των δικαιωμάτων των ευάλωτων κοινωνικών ομάδων (Morgaine & Capous – Desyllas, 2015)
Η αντικαταπιεστική προσέγγιση αποτελεί ένα μοντέλο της νεωτερικής πρακτικής της κριτικής κοινωνικής εργασίας που αναγνωρίζει τις πολλαπλές διαστάσεις της καταπίεσης που συναντούν καθημερινά οι κοινωνική λειτουργοί, κατα την διάρκεια άσκησης του επαγγέλματος τους, τόσο κατά την άσκηση κατά περίπτωσης κοινωνικής εργασίας όσο και σε κρατικές υπηρεσίες. Η Αντικαταπιεστική Κοινωνική Εργασία λειτουργεί με στόχο της την κοινωνική δικαιοσύνη και τα βασικότερα μέσα που διαθέτει για να την προσεγγίσει είναι η ενδυνάμωση και η συνηγορία (Δημοπούλου – Λαγωνίκα, 2011).
Το Κεντρικό σημείο αυτής της προσέγγισης, όπως επισημάνει η (Dominelli 2002), αποτελεί η άποψη περί υφιστάμενης αδικίας στις κοινωνικές σχέσεις, η ανάγκη για κοινωνική αλλαγή, προκειμένου να εξασφαλιστεί η πρόσβαση όλων στους κοινωνικούς πόρους, η κάλυψη των βασικών αναγκών και η προώθηση περισσότερο ισότιμων σχέσεων εξουσίας στις κοινωνικές επιδράσεις. (Κανδυλάκη, 2018).
Στόχος της προσέγγισης αυτής είναι να εξοπλίσει τους/τις επαγγελματίες με τα κατάλληλα εφόδια, ούτως ώστε να μπορούν οι ίδιοι να εντοπίζουν την καταπίεση και να ενθαρρύνουν και τους εξυπηρετούμενούς τους να την αναγνωρίζουν και να προσπαθούν να την καταπολεμούν στην καθημερινότητά τους. Για αυτό το λόγο εστιάζει στο ρόλο και στην ευθύνη του κοινωνικού λειτουργού για την επίτευξη της κοινωνικής αλλαγής (Καραγκούνης, 2022). Αποτελεί ένα χρήσιμο εργαλείο εντοπισμού και αναγνώρισης της αδικίας και της καταπίεσης εντός και εκτός της Κοινωνικής Εργασίας και επιδιώκει να αποτελέσει μία αφετηρία για την χειραφέτηση των καταπιεσμένων ομάδων.
Ένα βασικό σημείο της κριτικής που δέχεται τόσο η Κριτική Κοινωνική Εργασία όσο και η Αντικαταπιεστική, είναι το γεγονός ότι οι έννοιες στις οποίες στοχεύει είναι αόριστες και ουτοπικές. Για τον παραπάνω λόγο, οι έννοιες αυτές δεν θα πρέπει να αντιμετωπίζονται ως τελικοί προορισμοί της Αντικαταπιεστικής, αλλά περισσότερο ως το μονοπάτι μέσα από το οποίο οι επαγγελματίες μπορούν να υποστηρίξουν τους εξυπηρετούμενούς τους ώστε να αναγνωρίζουν την καταπίεση και να βελτιώσουν τις ζωές τους.
Οι πέντε αξίες – κλειδιά της αντικαταπιεστικής πρακτικής όπως αναφέρεται στο Healy (2005) είναι:
- ΚρΙτΙκός αναστοχασμός σχετΙκά με τον εαυτό μας στην καθημερΙΝή άσκηση της κοΙΝωνΙκής εργασίας όπου η κοινωνική λειτουργοί που υιοθετούν τις θέσεις της αντικαταπιεστικής πρακτικής πρέπει να έχουν μια κριτική στάση σχετικά με την άσκηση της κοινωνικής εργασίας και να αναστοχάζονται πάνω στους τρόπους όπου η βιογραφία τους αλλά και η ιδιότητα τους ως μέλος μιας συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας επηρεάζει τις σχέσεις που αναπτύσσουν στην καθημερινή τους πρακτική.
- ΚρΙτΙκή εκτίμηση των εμπεΙρΙών καταπίεσης του χρήστη των υπηρεσΙών όπου οι κοινωνικοί λειτουργοί πρέπει να διερευνήσουν ολιστικά σε ατομικό, πολιτισμικό και δομικό επίπεδο τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ωφελούμενοι των κοινωνικών υπηρεσιών. Συγχρόνως ο κοινωνικός λειτουργός, κατά την διάρκεια της εκτίμησης, πρέπει να εστιάζεται στην κριτική ανάλυση των κυρίαρχων ιδεολογιών που διαμορφώνουν τις πολιτικές που εφαρμόζουν οι κοινωνικο – προνοιακοί φορείς και υπηρεσίες αλλά και τον τρόπο κατανομής των πόρων που διαθέτουν.
- Η ενδυνάμωση των χρηστών των υπηρεσΙών όπου οι ωφελούμενοι για να μπορέσουν να αποκτήσουν μεγαλύτερο έλεγχο σε όσα συμβαίνουν στη ζωή τους πρέπει να αναγνωρίσουν και να αντιμετωπίσουν τα εμπόδια που συναντούν σε ατομικό, πολιτισμικό, θεσμικό και δομικό επίπεδο. Η ενδυνάμωση των χρηστών των υπηρεσιών μπορεί να επιτευχθεί με δυο τρόπους: πρώτων με την προσπάθεια ανάπτυξη δεξιοτήτων και δημιουργία ευκαιριών έτσι ώστε να αποκτήσουν αυτοπεποίθηση σχετικά με τις δεξιότητες τους και να δράσουν αναλόγως και δεύτερων, συμπεριλαμβάνοντας της απόψεις των ιδίων στη διαδικασία εκτίμησης.
- Δουλεύουμε συνεργατΙκά όπου οι κοινωνικοί λειτουργοί που υιοθετούν τις απόψεις της αντικαταπιεστικής προσέγγισης πρέπει να εμπλέκουν τους χρήστες των υπηρεσιών στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων για τα ζητήματα που επηρεάζουν τη ζωή τους. Παρόλο αυτό όμως η αντικαταπιεστική προσέγγιση το θεωρεί δύσκολο επιτεύξιμο στόχο διότι υπάρχουν άνισες σχέσεις δύναμης που προκύπτουν από το στίγμα που φέρουν οι χρήστες των υπηρεσιών, από την εξουσία που κατέχουν οι επαγγελματίες ως προς τα συμφέροντα και τα οφέλη της εξουσίας που κατέχουν, ως προς τον ρόλο κοινωνικού ελέγχου που επιτελούν οι υπηρεσίες αλλά και ως προς το γεγονός ότι οι υπηρεσίες είναι υπόλογες κυρίως απέναντι σε τρίτους και όχι τόσο πολύ απέναντι στους χρήστες των υπηρεσιών. Σύμφωνα με τον Dalrymple &Burke, (2006) η συνεργασία αυτή πρέπει να θεμελιώνεται στο αυθεντικό μοίρασμα της δύναμης και τη δέσμευση για συνεργασία τόσο σε διαπροσωπικό όσο και θεσμικό επίπεδο. Για τον λόγω αυτό οι χρήστες των υπηρεσιών πρέπει να έχουν μια ξεκάθαρη επικοινωνία για τα θεσμικά καθήκοντα των κοινωνικών λειτουργών. Ταυτοχρόνως οι κοινωνικοί λειτουργοί πρέπει να σέβονται τη μοναδικότητα των απευθυνόμενων στις υπηρεσίες σεβόμενοι τη γνώση που έχουν αποκτήσει από τα βιώματα τους.
- ΕλάχΙστη δυνατή παρέμβαση όπου θα πρέπει οι κοινωνικοί λειτουργοί να στοχεύουν σε μια όσο το δυνατό λιγότερο παρεμβατική και καταπιεστική δράση (Payne,1997) και να στοχεύουν στην πρώιμή παρέμβαση με στόχο την πρόληψη της περισσότερης κλιμάκωσης του κινδύνου. Η επιτυχία της ελάχιστης δυνατής παρέμβασης μπορεί να πετύχει με την εστίαση στην πρώιμη παρέμβαση και στη μεγιστοποίηση της προσβασιμότητας και της διαθεσιμότητας των υπηρεσιών ιδιαίτερα των υπηρεσιών πρόληψης.
