«Η ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΤΩΝ ΜΕΙΟΝΟΤΙΚΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ στις ΔΟΜΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΔΙΑΓΝΩΣΗΣ» – Διπλωματική Εργασία της Βιλντάν Γιουσούφ – ΔΗΜΟΚΡΙΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΘΡΑΚΗΣ, Π.Μ.Σ. Κοινωνική Εργασία στην Εκπαίδευση – Ένταξη Ετεροτήτων – Μέρος 14ο
5.1. Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΠΑΙΔΙΑ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΠΑΡΟΧΕΣ
Η κοινωνική πολιτική και η πολιτική του κράτους πρόνοιας είναι μια βασική λειτουργία του κράτους. H έννοια του κράτους πρόνοιας, αφορά στο εθνικό, αστικό κράτος το οποίο έχει σαν βασικό χαρακτηριστικό του τη διευρυμένη κοινωνική πολιτική, την προστασία της κοινωνίας αλλά και την ευημερία του κοινωνικού συνόλου. (Δίκαιος X., Χλέτσος M., 1999)
Το κράτος πρόνοιας, είναι υπεύθυνο για την κάλυψη των αναγκών της κοινωνίας στους τομείς της υγείας, της απασχόλησης, της παιδείας, της παροχής κατοικίας αλλά και γενικότερα αναλαμβάνει την κοινωνική φροντίδα των ενεργών και μη ενεργών πολιτών (Staeheli, 2001),
Η κοινωνική πρόνοια σημαίνει το σύνολο των συστηματικών προσπαθειών και μέτρων, τα οποία το κράτος, οργανισμοί Νομικών Προσώπων Δημοσίου και Ιδιωτικού Δικαίου καθώς και ιδιώτες λαμβάνουν για υλική, πνευματική ή ηθική προστασία ομάδων ή ατόμων προς αντιμετώπιση των αναγκών και απελευθέρωση από τα προβλήματα τους αλλά και για την μείωση της κοινωνικής ανισότητας.
Οι πολιτισμένες κοινωνίες έχουν υποχρέωση να προστατεύουν όλα τα μέλη της και να παρέχουν εκπαίδευση και κοινωνική προστασία στα μέλη της που έχουν κάποια αναπηρία ή δυσλειτουργία.
Στις διατάξεις του άρθρου 21 παρ.2,3 και 6 του Συντάγματος θεμελιώνεται η κρατική υποχρέωση για την παροχή «ειδικής φροντίδας» και τη λήψη «ειδικών μέτρων» για ευάλωτες πληθυσμιακές ομάδες. Ως ευάλωτες ομάδες θεωρούνται οι πολύτεκνες οικογένειες, οι ανάπηροι, οι ηλικιωμένοι, οι χήρες και τα ορφανά εκείνων που έπεσαν στον πόλεμο, οι νέοι και οι άποροι (Κοντιάδης , 2004).
Συνταγματικά κατοχυρώνεται η προστασία αυτών των ευάλωτων ομάδων με την ύπαρξη του κράτος πρόνοιας αλλά δεν διευκρινίζεται το πως.
Οι μορφές της επιδοματικής πολιτικής που ασκείται για τα άτομα με αναπηρία από τις προνοιακές υπηρεσίες του Δημοσίου Τομέα διακρίνονται σε: • χρηματικές παροχές
- παροχές σε είδος • υπηρεσίες ανοικτής και κλειστής φροντίδας • προγράμματα εκπαίδευσης & απασχόλησης • κοινωνικά ευεργετήματα • απαλλαγές από οικονομικά βάρη (έμμεσες οικονομικές ενισχύσεις, φοροαπαλλαγές κα.). Την υλοποίηση της συγκεκριμένης πολιτικής αναλαμβάνουν φορείς του δημοσίου και του τρίτου τομέα σε κεντρικό, περιφερειακό και τοπικό επίπεδο.
Για να μπορέσουν τα άτομα με αναπηρία να χαρακτηριστούν ως «άτομα με αναπηρία», αλλά και να κατοχυρώσουν τα δικαιώματα τους και συγχρόνως να επωφεληθούν από κρατικές/ προνοιακές παροχές πρέπει πρώτα να αξιολογηθούν από τα Κέντρα Πιστοποίησης Αναπηρίας (ΚΕΠΑ). Τα κέντρα αυτά δημιουργήθηκαν σύμφωνα με το νόμο 3863/2010 και υπάγονται στη Διεύθυνση Αναπηρίας και Ιατρικής της Εργασίας της Διοίκησης του σημερινού ΕΦΚΑ. Από 1η Σεπτεμβρίου 2011 καταργήθηκαν όλες οι υγειονομικές επιτροπές πιστοποίησης αναπηρίας που λειτουργούσαν στις Νομαρχίες και το Δημόσιο, με εξαίρεση τις Ανώτατες Υγειονομικές Επιτροπές, Στρατού (Α.Σ.Υ.Ε.), Ναυτικού (Α.Ν.Υ.Ε.), Αεροπορίας (Α.Α.Υ.Ε.) και την Ανώτατη Υγειονομική Επιτροπή της Ελληνικής Αστυνομίας, οι οποίες εξακολουθούν να ασκούν τις αρμοδιότητές τους.
Σύμφωνα με τη με αρ. 83779/12.09.2022 απόφαση (ΦΕΚ 4830/τ. Β’/13.09.2022) σκοπός του ΚΕ.Π.Α. είναι η εξασφάλιση ενιαίας υγειονομικής κρίσης αναπηρίας για τα πρόσωπα που αιτούνται την αξιολόγησή τους από τις Υ.Ε. του ΚΕ.Π.Α. και η πιστοποίηση της αναπηρίας προς απόδειξη αυτής ενώπιον κάθε Αρχής και ενδιαφερόμενου. Τα ΚΕΠΑ καθορίζουν το ποσοστό αναπηρίας για σύνταξη αναπηρίας, χαρακτηρίζουν τα άτομα ως ΑμεΑ και καθορίζουν το ποσοστό αναπηρίας για όλες τις κοινωνικές και οικονομικές παροχές ή διευκολύνσεις. Συγχρόνως καθορίζουν την διάρκεια της πιστοποίησης της αναπηρίας. Η ειδική επιτροπή που απαρτίζεται από ιατρούς διαφόρων ειδικοτήτων προσδιορίζει το ποσοστό αναπηρίας που συνεπάγονται κάθε πάθηση ή βλάβη ή σωματική ή ψυχική ή πνευματική εξασθένηση ή η συνδυασμένη εμφάνιση τέτοιων παθήσεων ή βλαβών ή εξασθενήσεων, καθώς και οι υποτροπές αυτών. Επίσης και τις παθήσεις, για τις οποίες η διάρκεια της αναπηρίας των ασφαλισμένων καθορίζεται επ’ αόριστόν (ΕΦΚΑ , 2023).
Σήμερα, ναι μεν η πολιτική που επικρατεί είναι η αποιδρυματοποίηση και η βελτίωση της ποιότητας ζωής των ατόμων με αναπηρία, αλλά η πρόνοια και η κοινωνική φροντίδα η οποία παρέχεται από το κράτος είναι υπολειμματική και έχει μεταβιβάσει την φροντίδα στην οικογένεια αλλά και στα άτυπα ή εθελοντικά δίκτυα. (Οικονόμου, Φερώνας, 2006). Υπάρχει μεγάλη έλλειψη προνοιακών δομών και υποστηρικτικών υπηρεσιών. Η έλλειψη υποστηρικτικών δομών για οικογένειες που έχουν παιδιά με αναπηρίες, αποτελεί ένα πολύ βασικό κομμάτι εμποδίων όπου ως αποτέλεσμα να δημιουργείται κρίση μέσα στις οικογενειακές σχέσεις. Η κρατική βοήθεια και υποστήριξη είναι σχεδόν ανύπαρκτη και βασίζεται κυρίως στην επιδοματική πολιτική (Ε.Σ.Α.με.Α, 2008). Στην Ελλάδα δεν έχει αναπτυχθεί μια συνεκτική οικογενειακή πολιτική ενώ χαρακτηριστικά της αποτελούν η αποσπασματικότητα των μέτρων (όπως τα επιδόματα) και η απουσία υπηρεσιών πρόληψης, πρώιμης παρέμβασης και υποστήριξης του παιδιού και της οικογένειας (Καλλινικάκη, 2008).
Στο χώρο της υγείας παρατηρείται μειωμένη προσφορά ιατρικών υπηρεσιών, ανεπάρκεια εξειδικευμένου προσωπικού και ελλείψεις σε διαγνωστικές μονάδες. Ταυτόχρονα, παρατηρούνται πολλά φαινόμενα αποκλεισμού, προβλήματα προσβασιμότητας, ανισότητες και προβλήματα στη κοινωνική προστασία και ασφάλιση.
Η αντιμετώπιση του παιδιού με αναπηρία αλλά και της οικογένειάς του από το σύστημα υγείας βασίζεται αποκλειστικά στην ιατρική προσέγγιση καθώς δεν υπάρχει η δυνατότητα εξατομικευμένης παρέμβασης από εξειδικευμένους επαγγελματίες υγείας και επαρκές προσωπικό που να συμπεριλαμβάνει μια πιο ολιστική προσέγγιση της αναπηρίας και την ευρύτερη αντιμετώπιση ψυχολογικών, κοινωνικών, αναπτυξιακών αναγκών.
Η ανεπαρκή πληροφόρηση και καθοδήγηση αλλά και μη υποστήριξη από τους επαγγελματίες υγείας είναι οι συχνές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι γονείς καθώς απευθύνονται σε κρατικές υπηρεσίες υγείας. Η ανεπάρκεια υπηρεσιών παρατηρείται πιο συγκεκριμένα στην επαρχία όπου υπάρχει μεγάλη δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας. Οι γονείς αναγκάζονται να μεταφέρουν τα παιδιά τους τακτικά σε μεγάλες πόλεις και στην πρωτεύουσα, όπου όλο αυτό δημιουργεί τεράστια οικονομική αλλά και συναισθηματική επιβάρυνση.
