Ελάχιστες αναφορές στα ζητήματα της Ε.Α. έκανε ο πρόεδρος τη Ομοσπονδίας Λειτουργών Μέσης Εκπαίδευσης (στο εξής ΟΛΜΕ) κ. Ν. Τσούλιας. Πρόλαβε όμως με αυτές να πει «απίστευτα» πράγματα. Αφού τόνισε ότι κανείς δεν έχει αντίρρηση στην ενσωμάτωση της διαδικασίας αυτών των παιδιών στους θεσμούς της εκπαίδευσης, ανέφερε ότι το ζήτημα των ίσων ευκαιριών που τίθεται στους άλλους θεσμούς εκπαίδευσης, δεν μπορεί να τεθεί με τον ίδιο τρόπο και στην Ε. Α. γιατί εκεί εκτός από τις κοινωνικές υπάρχουν και οι βιολογικές ανισότητες και από τη στιγμή που υπάρχουν αυτές οι ανισότητες, δεν μπορεί να υπάρχουν ίσες ευκαιρίες, ούτε μπορεί με τη λογική να φύγουμε από τα Ειδικά Σχολεία, να δημιουργούμε εκ των πραγμάτων Ειδικά Σχολεία μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα. Το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου του το αφιέρωσε στις υπόλοιπες διατάξεις του νομοσχεδίου, γιατί όπως ανέφερε αυτές απασχολούν περισσότερο την ΟΛΜΕ (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 2η, 9-2-2000, σ.σ. 4062-4064).
Στα ζητήματα του ΕΕΠ αναφέρθηκε ο πρόεδρος του Συλλόγου Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού Ειδικής Αγωγής (στο εξής ΣΕΕΠΕΑ) κ. Δ. Παπαευθυμίου, ο οποίος αφού συμφώνησε με το περιεχόμενο του νομοσχεδίου, έκανε μια σειρά συμπληρωματικές προτάσεις και διαφώνησε μόνο σε επιμέρους ζητήματα, όπως ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η επιμόρφωση και η μη διεύρυνση των τυπικών προσόντων που αφορούν τις ειδικότητες. Οι προτάσεις που έκανε ο κ. Παπαευθυμίου αφορούσαν τη δημιουργία θέσεων σχολικών συμβούλων για το ΕΕΠ, και τη διδασκαλία της Ελληνικής Νοηματικής σε ηλικία μικρότερη των 5 ετών. Απαντώντας στις ερωτήσεις μελών της ΔΕΜΥ τόνισε ότι η «συνεργασία των εκπαιδευτικών, του διδακτικού προσωπικού με το ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό μπορεί να έχει άριστα αποτελέσματα… τα ειδικά σχολεία είναι φορείς γενικότερης εκπαίδευσης και της ανάπτυξης των παιδιών… και το ειδικό εκπαιδευτικό προσωπικό έχει να παίξει το δικό του ρόλο» (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 2η,, 9-2-2000, σ. σ. 4072-4076).
Ο πρόεδρος Εργαζομένων Εθνικού Ιδρύματος Κωφών κ. Μ. Γιωγάκας μίλησε ελάχιστα και πρότεινε μόνο να υπαχθεί το ΕΙΚ στην αρμοδιότητα, τον έλεγχο και την εποπτεία του ΥΠΕΠΘ (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 2η, 9-2-2000, σ. σ. 4077).
Ο κ. Χρ. Αλεξίου, πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Προστασίας Αυτιστικών Ατόμων (στο εξής ΕΕΠΑΑ), ήταν ο τελευταίος που μίλησε για τα ζητήματα της Ε.Α., και αναφέρθηκε σε δύο ζητήματα. Πρώτον ζήτησε να συμπληρωθεί η βασική αρχή του νομοσχεδίου, δηλ. η ενσωμάτωση, σχολική και κοινωνική, στην παραγωγική διαδικασία, με την εξ’ ίσου, όπως ανέφερε, βασική αρχή, που αφορά την εκπαίδευση των ατόμων με νοητική υστέρηση, με αυτισμό και πολλαπλές αναπηρίες, τα οποία «δεν μπορούν να πάνε ούτε στο κανονικό σχολείο σε πλήρη ενσωμάτωση ούτε στο ειδικό σχολείο ούτε σε οποιαδήποτε μορφή παραγωγικής διαδικασίας» και ζήτησε να συμπληρωθούν οι σχετικές ρυθμίσεις του νομοσχεδίου. Δεύτερο ζήτησε να επεκταθεί η πρόβλεψη για εξειδίκευση των εκπαιδευτικών και στα αυτιστικά άτομα (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 2η, 9-2-2000, σ. σ. 4077-4079).
Για το βουλευτή του ΠΑΣΟΚ κ. Κ. Σπυριούνη, το νομοσχέδιο είναι στηριγμένο σε γενικές αρχές όπως: α) η αρχή της διαφορετικότητας, β) η αρχή των ίσων ευκαιριών και γ) η αρχή της απαίτησης για εξειδικευμένη εκπαίδευση, καθορίζει μία σειρά από διατάξεις που καθιστούν πιο γόνιμη και πιο παραγωγική την εκπαίδευση των ΑΜΕΑ. Βασικό στοιχείο αυτών των διατάξεων αποτελεί η επιδίωξη για σχολική, κοινωνική και εκπαιδευτική ενσωμάτωση. Οι στόχοι του νομοσχεδίου προσδιορίζονται από: α) την ευθύνη του σχολείου για την εκπαίδευση της κάθε ειδικής κατηγορίας, β) την εφαρμογή των προγραμμάτων και των μεθόδων διδασκαλίας και γ) την επιδίωξη καλύτερων αποτελεσμάτων για την πολύπλευρη ενσωμάτωση των ΑΜΕΑ στο σχολείο, στο περιβάλλον και την κοινωνία. Όλα αυτά σύμφωνα με το βουλευτή του ΠΑΣΟΚ εναρμονίζουν τη νομοθεσία της Ελλάδας με αυτή της Ε. Ε. και βελτιώνουν το εκπαιδευτικό περιβάλλον (Πρακτικά της Βουλής, Συνεδρίαση της 22-2-2000, σ. σ. 4401-).
Για την βουλευτή του ΣΥΝ κ. Ν. Λουλέ, η απαίτηση όλων των φορέων είναι η στήριξη των παιδιών με ειδικές ανάγκες και των οικογενειών τους μέσα και έξω από το σχολείο ώστε να γίνονται πλήρως αποδεκτά και η διαμόρφωση τέτοιων συνθηκών στην κοινωνία για την πλήρη αποδοχή τους, ιδιαίτερα από τα συνομήλικά τους παιδιά. Πρότεινε: α) να γίνει καταγραφή και κάλυψη των ιδιαίτερων αναγκών όλων των ΑΜΕΑ σε συνεργασία με την οικογένεια, β) την αναβάθμιση και την αύξηση των μονάδων ειδικής επαγγελματικής εκπαίδευσης ανά την Ελλάδα και γ) τη στελέχωσή τους με εξειδικευμένο προσωπικό (Πρακτικά της Βουλής, Συνεδρίαση της 22-2-2000, σ.σ. 4402-4403).
Για το βουλευτή κ. Π. Κουρουμπλή, (ΠΑΣΟΚ), το νομοσχέδιο είναι ιδιαίτερης πολιτικής και κοινωνικής σημασίας. Οι διατάξεις του επιχειρούν μία σοβαρή παρέμβαση στην οργάνωση του νέου εκπαιδευτικού συστήματος για τα ΑΜΕΑ και στην ίδια τη νομοθεσία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Οι προτάσεις του κ. Κουρουμπλή ήταν: α) να τεθεί χρονοδιάγραμμα για την υλοποίηση των Υ. Α. και των Π. Δ., β) να θεσμοθετηθεί η πρόωρη διάγνωση και παρέμβαση και γ) να γίνει αύξηση των θέσεων των δασκάλων κινητικότητας (Πρακτικά Ολομέλειας της Βουλής, Συνεδρίαση της 22-2-2000, σ. σ. 4404- 4405).
Η κυβέρνηση (Γ. Αρσένης – Υπουργός) απάντησε ότι το νομοσχέδιο είναι μία από τις σημαντικότερες νομοθετικές ρυθμίσεις της Βουλής γιατί η σημασία του ξεπερνάει τα όρια της παιδείας σε στενή έννοια και έχει επιπτώσεις στην ίδια τη δομή της κοινωνίας και στο περιβάλλον της ίδιας της παραγωγής (Πρακτικά της Βουλής, Συνεδρίαση της 22-2-2000, σ. σ.4405), και ένα νομοσχέδιο (Ι. Ανθόπουλος – Υφυπουργός) ευαίσθητου ρεαλισμού, συνέχειας που κτίζει πάνω στα θετικά του παρελθόντος, ανανέωσης, εκσυγχρονισμού και βασικών τομών στον ευαίσθητο χώρο της Ε. Α., το οποίο προέκυψε μετά από επίπονο και μακροχρόνιο διάλογο τόσο με τους εμπλεκόμενους κοινωνικούς φορείς όσο και με τα κόμματα, τα οποία ενώ συμφωνούν με τη βασική φιλοσοφία και με τις βασικές αρχές του νομοσχεδίου, το απορρίπτουν αναζητώντας άλλοθι στις λοιπές διατάξεις του νομοσχεδίου
Η αύξηση του παγκόσμιου ποσοστού των ΑΜΕΑ (7%), το οποίο στην Ελλάδα είναι περίπου στο 5% και η αύξηση του βαθμού ευαισθητοποίησης των κοινωνιών των πολιτισμένων χωρών οδήγησε, σύμφωνα με τον Υφυπουργό, την ελληνική κοινωνία στην προσπάθεια για οικονομική και κοινωνική ένταξη των ατόμων αυτών στο χώρο της παραγωγής, από τη δεκαετία του 1970 και κυρίως από τη δεκαετία του 1980 και προκάλεσε διαφορετικές αντιδράσεις, αφ’ ενός μεν τη δυναμική διεκδίκηση της ενεργού παρουσίας και συμμετοχής αυτών των ατόμων στη διαδικασία της παραγωγής και αφ’ ετέρου μία μερική και υπολανθάνουσα αντίδραση των άλλων ατόμων για την απώλεια θέσεων εργασίας από ΑΜΕΑ που δεν εξυπηρετούν τη βασική προϋπόθεση της παραγωγικότητας (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η, 9-2-2000, σ. σ. 4008-4015).
Η βασική θεωρητική και ιδεολογική προσέγγιση πάνω στην οποία στηρίζεται το νομοσχέδιο είναι, σύμφωνα με τον Υπουργό Παιδείας, η ένταξη των παιδιών με ειδικές ανάγκες σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, από την οποία απορρέουν: α) η υποχρέωση της πολιτείας να εξοπλίσει τα παιδιά με τα απαραίτητα εφόδια και προσόντα για να μπορούν να εκφράσουν την προσωπικότητά τους, να εκφραστούν μέσα από την ενασχόλησή τους και να μπορούν να είναι χρήσιμοι πολίτες και στο χώρο της παραγωγής και στην κοινωνική ζωή και β) η απαίτηση από το κοινωνικό περιβάλλον να μεταβληθεί και να προσαρμοστεί για να ενσωματώσει μέσα στη ζωή του και τα άτομα με ειδικές ανάγκες, που μπορεί να είναι άτομα με ειδικές ανάγκες αλλά είναι και άτομα με ειδικές δυνατότητες. Τέλος, εκτός όλων των άλλων, σύμφωνα με τον Υπουργό το νομοσχέδιο έρχεται να εκσυγχρονίσει το χώρο της Ε. Α. και να τον φέρει στην ίδια μοίρα με τις άλλες χώρες της Ευρώπης, αποτελώντας συνέχεια του 1566, ο οποίος έφερε τη μεγάλη διαφορά στη φιλοσοφική προσέγγιση του θέματος. Για τον Υπουργό, εκτός από την αλλαγή στη νομοθεσία, υπάρχουν πια και αλλαγές στην κοινωνία, η οποία είναι πια έτοιμη να δεχτεί την ανάγκη της ενσωμάτωσης των ΑΜΕΑ στην κοινωνική και πνευματική ζωή και στο χώρο της παραγωγής (Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση της 22-2-2000, σ. σ. 4405-4407).
Οι καινοτομίες που εισάγει το νομοσχέδιο σε σχέση με το παρελθόν, είναι σύμφωνα με τον υφυπουργό, οι παρακάτω: α) ο βασικός στόχος και το θεμέλιο του νομοσχεδίου η υιοθέτηση της αντίληψης της σχολικής ενσωμάτωσης των μαθητών με ειδικές ανάγκες, μέσω της οποίας πραγματοποιείται η εναρμόνιση με τη «διεθνή πρακτική των πολιτισμένων κρατών». Η Ελλάδα είναι από τις τελευταίες χώρες που υιοθετεί την αρχή, ότι η «εκπαιδευτική και παιδαγωγική αλληλεπίδραση ανάμεσα στα παιδιά και στους μαθητές με ειδικές ανάγκες είναι εκείνη που συμβάλλει στη διαμόρφωση των προσωπικοτήτων τους, αφού αποτελεί προθάλαμο της κοινωνίας και διευκολύνει τη μετέπειτα κοινωνική ένταξή τους. Αυτό το βασικό θέμα λύνει ο εκπαιδευτικός συγχρωτισμός των ατόμων με ειδικές ανάγκες με τα άλλα άτομα», β) η προσαρμογή του εκπαιδευτικού συστήματος στις ιδιαίτερες ανάγκες των μαθητών, με την εφαρμογή σύγχρονων, ειδικά προσαρμοσμένων, προγραμμάτων. Η αποδοχή της αρχής της σχολικής ενσωμάτωσης δεν μπορεί να παραβλέψει ότι για κάποιους πρέπει να γίνουν ειδικές εξαιρέσεις, ακόμη και αν χρειασθεί να φθάσουμε στο επίπεδο της εξατομικευμένης εκπαίδευσης και γ) η αναγνώριση της Ελληνικής Νοηματικής ως γλώσσας των κωφών – βαρήκοων, η οποία λύνει μια μακρόχρονη αντιδικία στο χώρο της εκπαίδευσης των κωφών και βαρήκοων.
Τέλος σύμφωνα με τον υφυπουργό η ίδρυση διοικητικών κέντρων που ρυθμίζουν τη λειτουργία του νέου συστήματος, η εξασφάλιση των υλικοτεχνικών υποδομών, η αποκέντρωση του συστήματος, η μετεκπαίδευση και επιμόρφωση των εκπαιδευτικών είναι μερικά από τα σημεία που αντιμετωπίζονται με το νέο νόμο (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η, 9-2-2000, σ.σ. 4008-4015). Το σχέδιο νόμου έγινε δεκτό επί της αρχής, επί των άρθρων και στο σύνολο κατά πλειοψηφία.
Ο νόμος 31942003 με τίτλο «Ρύθμιση εκπαιδευτικών θεμάτων και άλλες διατάξεις», αποτελείται από διατάξεις που αφορούν πολλά ζητήματα της εκπαίδευσης. Οι αναφορές στην Ε. Α. αποτελούν μόνο ένα μέρος του νόμου, (2 άρθρα), και είναι επόμενο να μην κάνουμε ιδιαίτερες αναφορές στη συνολική φιλοσοφία του νόμου. Θεωρούμε, όμως, χρήσιμο να αναφέρουμε τα όσα δήλωσε ο εισηγητής της πλειοψηφίας και τα οποία μπορούν να μας ξεκαθαρίσουν ποια είναι η συνολική φιλοσοφία που διέπει τις διατάξεις του νόμου αλλά και άλλων νομοσχεδίων, όπως ο 2525. Σύμφωνα με τον εισηγητή της πλειοψηφίας κ. Χ. Σμυρλή – Λιακατά, (ΠΑΣΟΚ), «το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβόνας το Μάρτιο του 2000 και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Στοκχόλμης το 2001 δημιουργούν ένα πλαίσιο το οποίο υποχρεώνει -αν θέλετε- και επιταχύνει τις διαδικασίες τις οποίες η Κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ και το Υπουργείο Παιδείας με συγκεκριμένους νόμους έχουν υλοποιήσει και υλοποιούν, στα πλαίσια της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών, στα πλαίσια της αξιολόγησης του έργου της εκπαιδευτικής κοινότητας, στα πλαίσια της ανάπτυξης τεχνικών και κοινωνικών δεξιοτήτων, στα πλαίσια της εξασφάλισης πρόσβασης στις νέες τεχνολογίες, στα πλαίσια της ανάπτυξης πολιτικών για τη διά βίου μάθηση» (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η, 14-10-2003, σ. σ. 133-135), ή «Η σύνοδος των σαράντα Υπουργών Παιδείας τον τελευταίο Σεπτέμβρη στο Βερολίνο προχώρησε ακόμα ένα βήμα τη διαδικασία που ξεκίνησε στη Μπολόνια το 1999 και που ακούσει στο όνομα Εκπαιδευτική Σύγκλιση και Δημιουργία Ενιαίου Ευρωπαϊκού Χώρου Ανωτάτης Εκπαίδευσης. Στόχος η ποιοτική αναβάθμιση των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων ώστε να γίνουν ανταγωνιστικά με τα αντίστοιχα των Ηνωμένων Πολιτειών το αργότερο μέχρι το 2010» (Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση ΙΔ΄, 29-10-2003, σ. σ. 468-470).
Για τον εισηγητή της μειοψηφίας κ. Σ. Ταλιαδούρο (Ν. Δ.) το νομοσχέδιο , απαρτίζεται από σκόρπιες διατάξεις χωρίς συνολική φιλοσοφία και αποτελεί «ένα ακόμα δείγμα της απουσίας σοβαρού, αξιόπιστου και μακροχρόνιου σχεδιασμού από την κυβέρνηση» (Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση ΙΔ΄, 29-10-2003, σ. σ. 470-471). Για τον ειδικό αγορητή του ΚΚΕ, κ. Γ. Χουρμουζιάδη, το νομοσχέδιο δεν έχει κάποια αρχή ή κάποια συνολική φιλοσοφία, για να μπορέσει κανείς να μιλήσει γι’ αυτά. Ειδικότερα για την Ε. Α. η έλλειψη συνοχής και φιλοσοφίας που υπάρχει σε ολόκληρο το νομοσχέδιο παρουσιάζεται και στο άρθρο 2. Εξ’ αιτίας αυτών των ελλείψεων δεν λύνονται, ούτε τα προβλήματα ανάμεσα στα ΚΔΑΥ, στις ΣΜΕΑ και τα ΕΕΕΕΚ, ούτε οι διαφορές ανάμεσα στους ειδικούς. Η απουσία κάθε συζήτησης για τις ΣΜΕΑ, και τα ΕΕΕΕΚ, η αύξηση των θέσεων στα ΚΔΑΥ χωρίς την ταυτόχρονη αναβάθμιση των ΣΜΕΑ, οδηγούν, σύμφωνα με τον κ. Χουρμουζιάδη, στο συμπέρασμα ότι το συγκεκριμένο άρθρο μπορεί να ρυθμίζει κάποια προβλήματα, αλλά δεν λύνει το πρόβλημα της Ε. Α., το οποίο θα υπάρχει και μετά την ψήφιση του νομοσχεδίου (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η & 3η, 14, 15-10-2003, σ. σ. 136 & 153 & Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΙΔ΄, 29-10-2003, σ. σ. 471-473).
Για την ειδική αγορήτρια του ΣΥΡΙΖΑ κ. Α. Ξηροτύρη – Αικατερινάρη, το νομοσχέδιο αποτελεί μία αποσπασματική προσπάθεια και δεν υπάρχει μία επί της αρχής κατεύθυνση στις διατάξεις του (Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΙΔ΄, 29-10-2003, σ.σ. 473-475).
Από τους φορείς μόνο οι εκπρόσωποι των εργαζομένων στην Ε. Α. (Δ. Παπαευθυμίου & Μ. Ευσταθίου) παρουσίασαν τις απόψεις τους στη ΔΕΜΥ, οι οποίοι, όμως, δεν αναφέρθηκαν καθόλου στη συνολική φιλοσοφία του νόμου, αλλά παρουσίασαν τις απόψεις τους για τα άρθρα, 2 & 3 του σχεδίου νόμου, τις οποίες θα τις παρουσιάσουμε στις σχετικές θεματικές περιοχές.
Η κυβέρνηση (Ν. Γκεσούλης – Υφυπουργός), απάντησε ότι το νομοσχέδιο δεν καταθέτει μια νέα πολιτική για την εκπαίδευση αλλά ρυθμίζει και βελτιώνει την ήδη υπάρχουσα πολιτική, η οποία, όμως, πρέπει να προσαρμοστεί στην νέα εποχή της γνώσης, της πληροφορίας και των νέων τεχνολογιών, στην οποία δεν αρκούν μόνο οι οικονομικοί δείκτες, αλλά χρειάζεται και το μορφωτικό φορτίο. Η ίδια λογική υπάρχει και στα άρθρα για την Ε. Α., με τα οποία δίνονται λύσεις σε προβλήματα διαχείρισης που ανακύπτουν από την εφαρμογή του 2817 (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 3η, 14-10-2003, σ. σ. 157-160 & Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΙΔ΄, 29-10-2003, σ.σ. 480-482).
Το νομοσχέδιο ψηφίστηκε επί της αρχής, επί των άρθρων και στο σύνολο του μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία.
Το νομοσχέδιο με τίτλο «Ειδική αγωγή και εκπαίδευση ατόμων με αναπηρία ή με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» κατατέθηκε στη Βουλή την 1-8-2008. Μέχρι την ψήφιση του στις 9-9-2008, όπου έγινε δεκτό κατά πλειοψηφία επί της αρχής, επί των άρθρων και στο σύνολο, συζητήθηκε σε 4 συνεδριάσεις της ΔΕΜΥ, και 3 συνεδριάσεις της Ολομέλειας της Βουλής.
Τη συζήτηση άνοιξε η εισηγήτρια της πλειοψηφίας (Ε. Ράπτη – ΝΔ.), οποία δήλωσε ότι πρόθεση της κυβέρνησης είναι να παρουσιάσει ένα νέο νομοθετικό πλαίσιο συμβατό με τις διεθνείς συμβάσεις, τα πιστοποιημένα παγκόσμια μοντέλα διαχείρισης ειδικής εκπαίδευσης και την ευρωπαϊκή στρατηγική. Επιλογή της κυβέρνησης, τόνισε, ήταν όλες οι νομοθετικές προτάσεις να αποτελούν αποκλειστικό αντικείμενο ενός νόμου, με αναφορά σε όλα τα θέματα της ΕΑΕ.
Το νομοσχέδιο, για την εισηγήτρια, αποτελεί το θεσμικό περίβλημα, πρώτον, της συμμετοχής των μαθητών με αναπηρία στο γενικό πλαίσιο της εκπαίδευσης και δεύτερον των πολλών οργανωτικών και λειτουργικών αλλαγών στο υφιστάμενο σύστημα ΕΑΕ. Στηρίζεται σε τρεις κεντρικούς πυλώνες: α) τη θεσμοθέτηση του υποχρεωτικού χαρακτήρα της ΕΑΕ, η οποία αποτελεί με αυτό τον τρόπο αναπόσπαστο μέρος της δωρεάς δημόσιας παιδείας, β) την κατάργηση των ελάχιστων και μέγιστων ηλικιακών ορίων για την παροχή υπηρεσιών ΕΑΕ τόσο στις υπηρεσίες πρώιμης παρέμβασης στην προσχολική ηλικία όσο και στη διαρκή επαγγελματική κατάρτιση και γ) την εκπαιδευτική καθημερινότητα των μαθητών με αναπηρία, δηλ. τις αναγκαίες υποδομές και εγκαταστάσεις, το εκπαιδευτικό υλικό, την εισαγωγή της τεχνολογίας και το εξειδικευμένο διδακτικό προσωπικό.
Ένα άλλο σημαντικό σημείο του νόμου, με βάση το οποίο επανασχεδιάζεται η συνολική δομή της ΕΑΕ είναι η θεσμοθέτηση της προσβασιμότητας των ατόμων με αναπηρία στην εκπαιδευτική διαδικασία, η οποία περιλαμβάνει τις παρεμβάσεις που απαιτούνται: α) για τις σχολικές υποδομές, β) για τη χρήση της σύγχρονης τεχνολογίας, ως εργαλείο μάθησης, γ) για τη στελέχωση των ΣΜΕΑ με εξειδικευμένο διδακτικό προσωπικό και δ) για τη χρήση σύγχρονων εκπαιδευτικών βοηθημάτων (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η, 26-08-2008, σ. σ. 4-8). Τα ίδια, προσθέτοντας ελάχιστες πολιτικές κορώνες, επανέλαβε και κατά τη διάρκεια της συζήτησης στην Ολομέλεια της Βουλής.
Για την εισηγήτρια της μειοψηφίας κ. Θ. Δραγώνα, (ΠΑΣΟΚ), η προσέγγιση που είναι κυρίαρχη στην Ελλάδα είναι η ιατροκλινική, η οποία θεωρεί ακόμη το πρόβλημα ατομικό, σχετικό με τους περιορισμούς που επιβάλλει η αναπηρία, η οποία παραγνωρίζει ότι: α) τα προβλήματα των ανάπηρων εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τη συμπεριφορά αλλά και τα εμπόδια του περιβάλλοντος και β) η αναπηρία, εκτός από ατομικό πρόβλημα, είναι και ζήτημα κοινωνικό και πολιτικό.
Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να εναρμονιστεί με την ευρωπαϊκή πολιτική, κύριο στοιχείο της οποίας είναι η μετατόπιση της ευθύνης για την παροχή εκπαίδευσης στα παιδιά με αναπηρία στο γενικό σχολείο, ως συνέπεια της διακήρυξης της Salamanca το 1994, η οποία υποστηρίζει ότι τα προσανατολισμένα στην ένταξη γενικά σχολεία παρέχουν αποτελεσματικότερη εκπαίδευση και βελτιώνουν την αποτελεσματικότητα όσο και το λόγο κόστους – αποτελεσματικότητας ολόκληρου του εκπαιδευτικού συστήματος.
Το μεγάλο πρόβλημα του νομοσχεδίου, σύμφωνα με την κ. Δραγώνα, είναι η αναντιστοιχία ανάμεσα στην αρχή της αιτιολογικής έκθεσης του νομοσχεδίου και στο υπόλοιπο μέρος της έκθεσης και στο κείμενο του νόμου, όπου η κατηγοριοποίηση και η αξιολόγηση της αναπηρίας γίνεται με βάση το είδος και το βαθμό της αναπηρίας, αντί της λειτουργικότητας και της συμμετοχής του ατόμου με αναπηρία.
Ένα από τα σημεία, που για την κ. Δραγώνα, θεωρείται κομβικής σημασίας, είναι η εκπαιδευτική ένταξη στο γενικό, παιδαγωγικό και εκπαιδευτικό σύστημα, η οποία: α) εστιάζει στην εξάλειψη των φραγμών για τη συμμετοχή στη μάθηση, β) αποτελεί μέσο για την βελτίωση του τρόπου οργάνωσης και λειτουργίας του σχολείου και όχι αυτοσκοπό, και γ) αφορά όλους τους μαθητές και όχι μόνο στους μαθητές με αναπηρία.
Το πρώτο βήμα για την ένταξη, κατά την κ. Δραγώνα, έγινε με τον 1566, και το δεύτερο με τον 2817, ο οποίος εκτός των άλλων θεσμοθέτησε τα ΚΔΑΥ, καθιέρωσε την Ελληνική Νοηματική και έδωσε το δικαίωμα να συγκροτούν οι ειδικοί εκπαιδευτικοί και το ΕΕΠ διεπιστημονικές ομάδες, και δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της κυβέρνησης ότι το νομοσχέδιο έρχεται να καλύψει το κενό 30 χρόνων.
Σύμφωνα με την κ. Δραγώνα πρέπει να επανεξεταστούν κομβικά σημεία του νομοσχεδίου που ακυρώνουν τον ενταξιακό χαρακτήρα της εκπαίδευσης, όπως: α) το νομοσχέδιο είναι βασισμένο στο ιατρικό και όχι στο κοινωνικοπολιτικό και εκπαιδευτικό μοντέλο προσέγγισης αναπηρίας, στηρίζει δηλ. την εκπαίδευση στην ιατρική διάγνωση και όχι στην εκπαιδευτική αξιολόγηση και προωθεί έντονα την αρχή της κατηγοριοποίησης. Μια σειρά από ρυθμίσεις σε ορισμένα άρθρα αντιτίθενται στις αρχές και στους σκοπούς, καθώς και στη φιλοσοφία της ένταξης. Οι περισσότερες διατάξεις αφορούν τις ξεχωριστές δομές Ε. Α. και όχι την αναδιαμόρφωση της Γενικής Εκπαίδευσης υπό το πρίσμα της ένταξης. Αν και το νομοσχέδιο προβλέπει ως ένα βαθμό τη βελτίωση και τη στελέχωση των δομών για τις βαριές αναπηρίες, η ύπαρξη των οποίων είναι αναγκαία, απουσιάζει από αυτό η πρόβλεψη και ο στρατηγικός σχεδιασμός για την ανάπτυξη δομών και υπηρεσιών που θα προωθήσουν τη συνεκπαίδευση της μεγάλης μάζας παιδιών με ειδικές ανάγκες και αναπηρίες στο πλαίσιο του Γενικού Σχολείου, β) η αποσιώπηση της κοινωνικοεκπαιδευτικής διάστασης της αναπηρίας αποτελεί κεντρικό πολιτικό έλλειμμα αυτού το νομοσχεδίου. Η αναπηρία θεωρείται ως φυσικό φαινόμενο, ταυτίζεται με τη δυσλειτουργία και συνεπώς κάθε κοινωνική και εκπαιδευτική ανισότητα δικαιολογείται στη βάση της βιολογικής, της φυσικής ανισότητας και αποσιωπάται το γεγονός ότι οι περιορισμοί στη μάθηση και την εξέλιξη δεν προέρχονται μόνο από τη δυσλειτουργία, αλλά από τους τρόπους με τους οποίους το εκπαιδευτικό σύστημα αντιμετωπίζει τα άτομα με την αναπηρία, γ) δεν αναφέρεται πώς θα εφαρμοστούν τα εξειδικευμένα προγράμματα, είτε στη γενική τάξη, είτε στα Τμήματα Ένταξης, ιδιαίτερα στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Αυτό για να γίνει πρέπει να μετατεθεί η έμφαση από την αναπηρία στο αναλυτικό πρόγραμμα του σχολείου, στις δυνατότητες τροποποίησης και στα συστήματα υποστήριξης του αναλυτικού προγράμματος. Αυτό σημαίνει προώθηση μέσα στο γενικό σχολείο της συνδιδασκαλίας, της συνεργατικής και τη διαφοροποιημένης διδασκαλίας, του συνεργατικού μαθησιακού περιβάλλοντος, της συνεκπαίδευσης, έννοιες ξένες στο σημερινό σχολείο που αντιμετωπίζει τους μαθητές ομοιόμορφα με ομοειδείς διδακτικές πρακτικές μέσα σε ομοιογενείς τάξεις, οι οποίες είναι μια φαντασιωτική κατασκευή, γιατί παντού οι μαθητές διαφέρουν μεταξύ τους ως προς την κοινωνικοοικονομική προέλευση, τη γλώσσα, το φύλο, τις επικοινωνιακές, συναισθηματικές και μαθησιακές ανάγκες, τους ρυθμούς μάθησης, τις πολιτισμικές ιδιαιτερότητες. Το ζητούμενο είναι ο μετασχηματισμός του ίδιου του σχολείου, ώστε να μπορεί να ανταποκριθεί στη διαφορετικότητα, είτε αυτή εκφράζεται με όρους αναπηρίας και ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών είτε με όρους άλλων κατηγοριών ευάλωτων στον εκπαιδευτικό αποκλεισμό, ένα δημοκρατικό σχολείο που θα θεμελιώνεται στις αρχές της αναγνώρισης και αποδοχής της διαφοράς, της ισότητας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, δ) αν και αναφέρεται η ΕΑΕ στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, δεν υπάρχουν διατάξεις για τις ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες των φοιτητών, ενώ θα «έπρεπε να προβλεφθούν επιτροπές αξιολόγησης πριν την εγγραφή, υπηρεσίες υποδοχής, ενημέρωσης και συνοδείας, καθώς και συμβουλευτικής σπουδών». Πρότεινε, επειδή η κυβέρνηση απάντησε ότι τα θέματα της Τριτοβάθμιας δεν ρυθμίζονται με το νομοσχέδιο, να απαλειφθεί κάθε αναφορά και ο τίτλος του νόμου να είναι «Ειδική προσχολική, πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση ατόμων με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η, 26-08-2008, σ. σ. 8-18).
Για την κ. Νικολαϊδου, (ΚΚΕ), το νομοσχέδιο δεν είναι ανεξάρτητο από τις συνολικότερες αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις που επιχειρούνται στο χώρο της παιδείας και της υγείας, όπου επικρατούν οι ιδιωτικοποιήσεις, η υποχρηματοδότηση και η εκπαίδευση, η υγεία και η πρόνοια αντιμετωπίζεται όχι ως αγαθό αλλά ως κόστος. Η κατάθεση του νομοσχεδίου δείχνει ότι το πραγματικό ενδιαφέρον της κυβέρνησης είναι να εφαρμοστούν οι αποφάσεις της Λισσαβόνας και στην Ε. Α. με την εφαρμογή της δια βίου μάθησης και τη γενίκευση της απασχολησιμότητας, γεγονός που συνεπάγεται ότι θα συνεχιστεί η υποβάθμιση της Ε. Α., θα διευρυνθούν οι ελαστικές εργασιακές σχέσεις του προσωπικού και οι οικογένειες των ΑΜΕΑ θα πληρώσουν μεγαλύτερο κόστος για την εκπαίδευση τους, ενώ μετά στο σχολείο θα καταλήξουν στα διάφορα τα ιδιωτικά επαγγελματικά κέντρα.
Το νομοσχέδιο, κατά την κ. Νικολαΐδου: α) δεν αποτελεί ένα νέο νόμο αλλά είναι προέκταση των προηγούμενων νόμων 2817/2000 και 3194/2003, και των κατευθύνσεων και των οδηγιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, β) δεν αναγνωρίζει και δεν αντιμετωπίζει ουσιαστικά το εκπαιδευτικό πρόβλημα των παιδιών με ειδικές ανάγκες, γ) δεν βασίζεται σε στατιστικά στοιχεία για τον αριθμό των παιδιών που χρειάζονται Ε.Α., δ) δεν προβλέπει καμία αντικειμενική καταγραφή και ομαδοποίηση, ε) δεν βασίζεται στην αξιολόγηση της μέχρι σήμερα κατάστασης, ούτε επισημαίνει τα θετικά και τα αρνητικά των προηγούμενων νόμων με αποτέλεσμα ο οποιοσδήποτε απολογισμός να γίνεται κατ’ εκτίμηση, στ) δεν αναφέρεται σε κανένα σχεδιασμό ανάλογων δομών με πιστώσεις ενταγμένες στον κρατικό προϋπολογισμό, ζ) δεν προβλέπει τίποτα για την επαγγελματική αποκατάσταση των ΑΜΕΑ, η) αγνοεί την ύπαρξη της ιδιωτικής Ε.Α., με αποτέλεσμα όλο και περισσότερα παιδιά οδηγούνται στα ιδιωτικά κέντρα ειδικής αγωγής και αποκατάστασης και θ) δεν κάνει καμία αναφορά στην ανάγκη συνέχισης της διαδικασίας αποκατάστασης των ΑΜΕΑ μετά το σχολείο.
Για την κ. Νικολαΐδου, παρά τις κάποιες θετικές ρυθμίσεις, παρά τις νομοτεχνικές βελτιώσεις που υπάρχουν σε επιμέρους άρθρα, με το νομοσχέδιο δεν λύνονται ούτε τα προβλήματα του προσωπικού της Ε. Α., ούτε τα προβλήματα της εκπαίδευσης των ΑΜΕΑ και εισάγονται με σειρά αρνητικές διατάξεις, οι οποίες αναιρούν τα όποια θετικά υπάρχουν.
Οι προτάσεις που έκανε ήταν οι παρακάτω: α) η καθιέρωση της ειδικής αγωγής ως υποχρεωτικής και αποκλειστικά δημόσια και δωρεάν από την ηλικία των τριών χρόνων, β) η απαγόρευση της επιχειρηματικής δράσης στην Ε. Α., γ) η καταγραφή των Α.Μ.Ε.Α. και των παιδιών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, δ) η καθιέρωση δίχρονης υποχρεωτικής προσχολικής αγωγής και ενιαίο δωδεκάχρονο δημόσιο και δωρεάν βασικό υποχρεωτικό σχολείο, ιδιαίτερα για τυφλά ή κωφά παιδιά, καθώς και για τα παιδιά με βαριά κινητικά προβλήματα, ε) η ειδική εκπαιδευτική μέριμνα για παιδιά με βαριές αναπηρίες και στ) η δημόσια και δωρεάν ανώτατη εκπαίδευση με τις απαραίτητες ρυθμίσεις σχετικά με τη φοίτηση, την τροποποίηση διδασκαλίας και της αξιολόγηση ατόμων με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, Τέλος δήλωσε ότι το ΚΚΕ καταψηφίζει το νομοσχέδιο και ζήτησε την απόσυρση του (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η & 3η, 26 & 27-08-2008, σ. σ. 18-24, & 31-42 & Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΚΓ΄, 3-9-2008, σ.σ. 1161-1163).
Για τους αγορητές του ΣΥΡΙΖΑ (Θ. Δρίτσας & Α. Κουράκης) το νομοσχέδιο δεν ικανοποιεί καθόλου τις προσδοκίες του αναπηρικού κινήματος και τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας στο ζήτημα αυτό, ενώ θα μπορούσε να αποτυπωθεί στις διατάξεις του ένα μεγάλο μέρος της εμπειρίας και της γνώσης όλων όσων εμπλέκονται στο χώρο της Ε. Α. Η κυβέρνηση, μέσα από έναν προσχηματικό διάλογο σε σύντομο χρονικό διάστημα, αγνόησε την κριτική και τις προτάσεις των φορέων της Ε.Α., αγνόηση που οδήγησε εκτός των άλλων και στην απαλοιφή από τον τίτλο του νομοσχεδίου της φράσης «διασφάλιση ίσων ευκαιριών» που υπήρχε σε προηγούμενο σχέδιο.
Σύμφωνα με τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ το νομοσχέδιο,: α) στηρίζεται σε μια πολιτική φιλοσοφία, στην οποία δεν υπάρχει καμία εμπιστοσύνη στο δημόσιο χαρακτήρα και καμία υποχρεωτικότητα στην πράξη για την υποχρέωση της πολιτείας να παρέχει δημόσια και δωρεάν εκπαίδευση σε όλα τα επίπεδα και σε όλα τα παιδιά, β) προβάλλει το ιατρικό μοντέλο της θεραπευτικής εκπαίδευσης, στη θέση του κοινωνικού και εκπαιδευτικού μοντέλου, γ) δεν κάνει κανένα απολογισμό της προηγούμενης κατάστασης για να εντοπιστούν οι αιτίες δυσλειτουργίας του προηγούμενου καθεστώτος, δ) δεν επισημαίνει τις τρέχουσες ανάγκες και την έλλειψη των υποδομών, ε) βρίθει αντιδημοκρατικών, αντιπαιδαγωγικών και αντιεπιστημονικών διατάξεων οι οποίες δεν συγκροτούν εκπαιδευτική πολιτική, στ) δεν προβλέπει τίποτα για την εξεύρεση πόρων, που είναι αναγκαίοι για την υλοποίηση του νόμου (αναγκαίες υποδομές και προσωπικό), ζ) σπρώχνει τα παιδιά στα Ειδικά Σχολεία και την ιδιωτική Ε.Α., η) αφαιρεί από τους γονείς των παιδιών με ειδικές ανάγκες το δικαίωμα που είχαν ως τώρα και που έχουν όλοι οι άλλοι γονείς να επιλέγουν αυτοί το σχολείο και το πρόγραμμα που θα ακολουθήσουν τα παιδιά τους.
Για τους αγορητές του ΣΥΡΙΖΑ το νομοσχέδιο θα έπρεπε: α) να έχει εκπαιδευτικό προσανατολισμό για την καταπολέμηση της σχολικής διαρροής των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και β) να στοχεύει στην άρση του κοινωνικού αποκλεισμού των ατόμων με αναπηρία.
Σύμφωνα με τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ ένα από τα ενδιαφέροντα σημεία του νομοσχεδίου είναι το γεγονός ότι αναγνωρίζεται ο ενιαίος δημόσιος και δωρεάν χαρακτήρα της γενικής και της ΕΑΕ, και αναφέρεται ότι θεσπίζεται άμεσα ο υποχρεωτικός χαρακτήρας της ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης ως αναπόσπαστο μέρος της υποχρεωτικής και δωρεάν δημόσιας εκπαίδευσης, όμως μια σειρά ρυθμίσεων που προωθούνται με το νομοσχέδιο είναι αντίθετες με τις διακηρύξεις της κυβέρνησης. Πρότειναν μια σειρά μέτρων, ώστε να καλυφθούν όλα τα σημεία που δεν υπάρχουν στο νομοσχέδιο, όπως: α) να γίνει καταγραφή του προβλήματος σε αντιστοιχία με τις προτεινόμενες ρυθμίσεις, ώστε να έχει σαφήνεια η συνέπεια της διακήρυξης για τον ενιαίο, δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα της γενικής και ειδικής αγωγής, β) να γίνει αξιολόγηση των αναγκαίων οικονομικών πόρων που χρειάζονται για να υλοποιηθούν οι προτεινόμενες ρυθμίσεις, κάτι που αποφεύγεται με το νομοσχέδιο γ) να οργανωθεί η δημόσια δωρεάν Ειδική Εκπαίδευση μαζί με τη δημόσια δωρεάν Γενική Εκπαίδευση, ώστε να σταματήσει η προσφυγή στην ιδιωτική Ειδική Εκπαίδευση. Τέλος οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ δήλωσαν ότι καταψηφίζουν το νομοσχέδιο (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η, 26-8-2008, σ.σ. 24-30, & Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΚΓ΄, 3-9-2008, σ. σ. 1163-1165)
Για τους αγορητές του ΛΑΟΣ (Δ. Αράπογλου, Α. Γεωργιάδης) το νομοσχέδιο είναι σημαντικό γιατί ρυθμίζει την παροχή δυνατοτήτων και ευκαιριών στα ΑΜΕΑ, ώστε να μπορέσουν να αξιοποιήσουν τις όποιες δυνάμεις που έχουν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Στη ΔΕΜΥ τοποθετήθηκε ως ειδική αγορήτρια η κ. Δ. Αράπογλου (ΛΑΟΣ), της οποίας το μεγαλύτερο μέρος της τοποθέτησης της αφορούσε τα ζητήματα των ΚΕΔΔΥ, του εξειδικευμένου προσωπικού και τα θέματα των τυφλών και των κωφών, ενώ με αναφορές στο μάθημα των Θρησκευτικών ξεκίνησε τις τοποθετήσεις του στην ΔΕΜΥ ο κ. Α. Γεωργιάδης, ο οποίος ήταν και ο ειδικός αγορητής στην Ολομέλεια της Βουλής. Για την κ. Αράπογλου το πιο βασικό στοιχείο στην εκπαίδευση είναι η σωστή ποιοτική εκπαίδευση και οι σωστές υποδομές, χωρίς να έχει σημασία αν η ευθύνη ανήκει στον ιδιωτικό ή στο δημόσιο τομέα, ενώ για τον κ. Γεωργιάδη μια από τις γενικές αρχές που πρέπει να διέπουν τις διατάξεις του νομοσχεδίου είναι ότι κάθε αναπηρία έχει διαφορετικές εκπαιδευτικές ανάγκες, κάτι που δεν είναι σαφές στις διατάξεις του νόμου.
Για τους βουλευτές του ΛΑΟΣ τα ΑΜΕΑ, που αναγνωρίζονται διεθνώς «ως ανθρώπινες υπάρξεις», είναι στο περιθώριο και βιώνουν τον αποκλεισμό, ενώ διακήρυξαν τη συμφωνία τους με τα όσα αναφέρονται στην αρχή της αιτιολογικής έκθεσης και επικαλέστηκαν την ανάγκη της ενιαίας στάσης των κομμάτων απέναντι στα προβλήματα των ανάπηρων.
Οι ελλείψεις του νομοσχεδίου, σύμφωνα με τον κ. Γεωργιάδη, είναι: α) η απουσία ρυθμίσεων για την εκπαίδευση από τη βρεφική ηλικία, β) η έλλειψη συντονισμού των κρατικών υπηρεσιών, γ) η απουσία ρυθμίσεων για την Τριτοβάθμια εκπαίδευση, δ) η απουσία αναγκαίων πιστώσεων, η έλλειψη των οποίων μετατρέπει χωρίς περιεχόμενο τη διάταξη του νόμου, η οποία αναφέρει ότι η πολιτεία δεσμεύεται να διασφαλίζει σε όλους τους πολίτες με αναπηρία και διαπιστωμένες ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες ίσες ευκαιρίες για πλήρη συμμετοχή και συνεισφορά στην κοινωνία, ανεξάρτητη διαβίωση, οικονομική αυτάρκεια και αυτονομία με πλήρη κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους στη μόρφωση και στην κοινωνική και επαγγελματική ένταξη.
Το νομοσχέδιο, σύμφωνα με την κ. Αράπογλου πρέπει να είναι ενταξιακό, προσβάσιμο και ανοικτό στο εκπαιδευτικό σύστημα της χώρα και πρότεινε: α) τη δημιουργία των προϋποθέσεων για να δοθεί ουσιαστική διέξοδος στην εκπαίδευση των ειδικών παιδιών και η οικονομική βοήθεια προς την οικογένεια, β) τη δημιουργία των υποδομών που χρειάζονται, γ) την εξειδίκευση στην εκπαιδευτική διαδικασία και τη χρησιμοποίηση των ειδικών, δ) την ανάπτυξη της εκπαίδευσης των παιδιών με βαριές και πολλαπλές αναπηρίες, ε) τη δημιουργία των ΚΕΔΔΥ, στ) τη συμβουλευτική υποστήριξη της οικογένειας, ζ) την αντιμετώπιση των παιδιών ανάλογα με την κατηγορία, η) την επέκταση της ειδικής αγωγής στην βρεφική και τη μετασχολική ηλικία, θ) την ενασχόληση με τα ζητήματα της κώφωσης και της τυφλότητας.
Τέλος δήλωσαν ότι θα καταψηφίσουν το νομοσχέδιο, παρά την αντίθετη πρόθεση τους, για το λόγο ότι χρειάζεται αρκετές βελτιώσεις (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η & 3η, 26 & 27-08-2008, σ. σ. 32-38, 54-6 & Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΚΓ΄, 3-9-2008, σ. σ. 1165-1167).
Από τους εκπροσώπους των φορέων ξανασυναντάμε για μια ακόμη φορά τον κ. Ι. Βαρδακαστάνη, πρόεδρο της ΕΣΑΜΕΑ, για τον οποίο ο προσανατολισμός του εκπαιδευτικού συστήματος πρέπει να είναι σε τέτοια κατεύθυνση, ώστε μέσα από την δημιουργία όλων των προϋποθέσεων που συμβάλουν στην αυτενέργεια, στη συμμετοχή και την ανάπτυξη της αυτοεικόνας των ΑΜΕΑ ως ισότιμων πολιτών, να ανατρέπονται όλα τα κοινωνικά στερεότυπα που προσεγγίζουν τα ΑΜΕΑ ως αντικείμενα και όχι ως υποκείμενα. Ο στόχος για ένα ενταξιακό, απολύτως δημόσιο σχολείο, προσβάσιμο, ανοιχτό και φιλικό στα παιδιά με αναπηρία και σε άλλες ευπαθείς ομάδες του πληθυσμού, ο οποίος αποτελεί και αίτημα των ανάπηρων δεν επιτυγχάνεται, σύμφωνα με τον κ. Ι. Βαρδακαστάνη, με το νομοσχέδιο.
Οι προτάσεις της ΕΣΑΜΕΑ που κατάθεσε ήταν: α) η σύσταση στο ΥΠΕΠΘ Γενικής Γραμματείας για την εκπαίδευση των ΑΜΕΑ, ώστε να υπάρχει και σε κεντρικό επίπεδο η λογική της ένταξης και της ελεύθερης πρόσβασης και η αναβάθμιση σε υπηρεσιακό επίπεδο της διεύθυνσης Ε. Α., β) η αυτοδίκαιη εγγραφή όλων των παιδιών όταν φτάνουν στην προβλεπόμενη ηλικία στα σχολεία της χώρας και σε περίπτωση που δεν γίνεται να παρεμβαίνει αυτεπάγγελτα η δικαιοσύνη και να υποχρεώνεται το κράτος σε αποζημίωση όταν δεν παρέχει την εξειδικευμένη εκπαιδευτική υπηρεσία και γ) η δημιουργία ενός προσβάσιμου εκπαιδευτικού συστήματος που να εξασφαλίζει το δικαίωμα της επιλογής. Έθεσε ακόμη τα ζητήματα της επαγγελματικής ένταξης των ατόμων με αναπηρία στο εκπαιδευτικό σύστημα, της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης. Τέλος απαντώντας σε ερωτήσεις βουλευτών της ΔΕΜΥ, δήλωσε ότι, διαφωνώντας με το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή, «θα έφερνα ένα νομοσχέδιο απόλυτα ευθυγραμμισμένο με το άρθρο 24 της Διεθνούς Σύμβασης για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία του ΟΗΕ και απόλυτα εναρμονισμένο με τη Σύμβαση για τα δικαιώματα των παιδιών», παράλληλα όμως αναγνώρισε την αναγκαιότητα ρυθμίσεων που προβλέπονται με το νομοσχέδιο και οι οποίες διευκολύνουν τη λειτουργία του υποσυστήματος της Ε. Α. (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 2η, 27-8-2008, σ. σ. 2-8).
Για την κ. Α. Νίκα, Γενική Γραμματέα της ΠΟΣΓΚΑΜΕΑ, η κυβέρνηση κατέθεσε το νομοσχέδιο χωρίς τη διεξαγωγή δημοσίου διαλόγου, δήλωσε ότι καλύφθηκε απ’ όσα είπε ο πρόεδρος της ΕΣΑΜΕΑ και ζήτησε την επανεξέταση του νομοσχέδιου. Στις ερωτήσεις των βουλευτών απάντησε ότι δεν υπάρχει συμμετοχή των γονέων, παρόλες τις προτάσεις που έχουν κάνει, δεν υπάρχουν ούτε υποστηρικτικά μέσα, ούτε τμήματα γονέων για ψυχολογική υποστήριξη (Πρακτικά ΔΕΜΥ, συνεδρίαση 2η, 27-8-2008, σ. σ. 8-10).
Ο επόμενος ομιλητής ήταν ο κ. Φ. Δελημανώλης, Πρόεδρος της ΠΟΕΓΑΜΔ, ο οποίος δήλωσε ότι, το νομοσχέδιο συνολικά κινείται σε θετική κατεύθυνση και αναδεικνύει και την «ευαισθησία της παρούσας Κυβέρνησης για τα ΑΜΕΑ που θα βελτιώσει ποιοτικά τις υποδομές των σχολείων και θα δώσει διέξοδο για απασχόληση στα άτομα αυτά και όχι μόνο, που βρίσκονται εκτός της αγοράς εργασίας».
Η τοποθέτηση του περιστράφηκε κυρίως γύρω από τα θέματα: α) της ένταξης, β) της υποχρεωτικής εγγραφής των ΑΜΕΑ στο εκπαιδευτικό σύστημα, ρύθμιση που τη θεώρησε πολύ σημαντική, γ) του ρόλου των ΚΕΔΔΥ και δ) της επιμόρφωσης των εκπαιδευτικών (Πρακτικά ΔΕΜΥ, συνεδρίαση 2η, 27-8-2008, σ. σ. 10-14).
Για τον κ. Δ. Παπαευθυμίου, Πρόεδρο πλέον της ΠΟΣΕΕΠΕΑ, γνωστό και από τις συζητήσεις για τον 2817 και το 3194, το νομοσχέδιο είναι ασαφές και άτολμο. Ασάφεια που εκφράζεται: α) με την απαξίωση του ρόλου του ΕΕΕ, (το οποίο από τη δεκαετία του 1980 εργάζεται στην Ε. Α. με διακριτούς ρόλους), μέσα από την προσπάθεια οικονομικής υποβάθμισης του αποξενώνοντας το από τους υπόλοιπους εργαζόμενους, β) με την λειτουργία των ΚΕΔΔΥ, γ) με την έλλειψη σύνδεσης ανάμεσα στην Ε.Α. και την Γενική Εκπαίδευση και δ) με τον τρόπο με τον οποίο προβλέπεται η πρώιμη παρέμβαση.
Στις ερωτήσεις των βουλευτών απάντησε ότι δεν είναι δυνατό ένας εκπαιδευτικός ΕΑΕ να χρειάζεται μόνο σπουδές στην Ε. Α. και από το ΕΕΠ να απαιτείται μεταπτυχιακός τίτλος και πρότεινε να ισχύουν για όλους τα ίδια τυπικά προσόντα και να προσμετρούνται τα επιπλέον προσόντα (Πρακτικά ΔΕΜΥ, συνεδρίαση 2η, 27-8-2008, σ.σ. 15-29).
Για τον κ. Μ. Ευσταθίου, Πρόεδρο του ΠΕΣΕΑ, η φοίτηση των ΑΜΕΑ πρέπει: α) να διέπεται από τη φιλοσοφία της ένταξης, β) ο προσανατολισμός στο χώρο της Ε.Α. να είναι ο εκπαιδευτικός και η ένταξη των ΑΜΕΑ λειτουργεί ανεξάρτητα από την αναπηρία και τις ψυχοσωματικές δυσκολίες των παιδιών.
Το βασικό έλλειμμα του νομοσχεδίου, επισήμανε, είναι ότι η ένταξη και το δικαίωμα πρόσβασης των ΑΜΕΑ στο δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα τους αφήνονται μετέωρα τη στιγμή που δεν υπάρχουν οι αναγκαίες υποδομές και προσωπικό για να εφαρμοστεί. Πρότεινε να υπάρχει ρητή αναφορά στο νομοσχέδιο, με την οποία να προβλέπεται ότι κανένα παιδί, ανεξαρτήτως των αναπηριών του και των ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών του να μην αποκλείεται, αν το θέλει ο γονιός έστω και χωρίς διάγνωση από το ΚΔΑΥ, από την εγγραφή στο γενικό σχολείο, για να αντιμετωπιστεί το φαινόμενο του αποκλεισμού πολλών παιδιών από τη φοίτηση σε αυτό (Πρακτικά ΔΕΜΥ, συνεδρίαση 2η, 27-8-2008, σ. σ. 29-39).
Για τον κ. Κ. Μανιάτη, Πρόεδρο της ΟΛΜΕ, το νομοσχέδιο «δεν απαντά στο κρίσιμο και διαρκώς εντεινόμενο πρόβλημα της παροχής εφοδίων και της ενίσχυσης των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, δεν συμβάλλει στις ίσες ευκαιρίες σε αυτούς, δεν συμβάλλει στη μορφωτική, παιδαγωγική, εργασιακή και κοινωνική ένταξή τους». Η έλλειψη αυτής της απάντησης κατά τον κ. Μανιάτη, οφείλεται αφ’ ενός μεν στο γεγονός ότι δεν προβλέπεται η επαρκής χρηματοδότηση και αφ’ ετέρου από τη στιγμή που δεν υπάρχουν ουσιαστικές πιστώσεις, η υποχρεωτικότητα που προβλέπεται και η διασφάλιση των ίσων ευκαιριών έχουν μόνο διακηρυκτικό χαρακτήρα και αφ’ ετέρου στην απουσία της φιλοσοφίας της ένταξης.
Τα κενά του νομοσχεδίου, σύμφωνα με τον πρόεδρο της ΟΛΜΕ, είναι: α) η επιλογή του ιατροβιολογικού μοντέλο αντί του ενταξιακού, β) η έλλειψη σύνδεσης Ε.Α. και Γενικής Εκπαίδευσης, γ) η μη διασφάλιση της ένταξης των ΑΜΕΑ στο κοινωνικό και εργασιακό γίγνεσθαι, δ) η έλλειψη μόνιμης και ουσιαστικής χρηματοδότησης από τον Κρατικό Προϋπολογισμό, ε) η απουσία παρεμβάσεων στο μορφωτικό περιεχόμενο της εκπαίδευσης και της ειδικής αγωγής (αναλυτικά προγράμματα και βιβλία), στ) η απουσία μέτρων εφαρμογής της αντισταθμιστικής εκπαίδευσης, ζ) η επικέντρωση στην Ε.Α. και όχι τη μορφωτική, εργασιακή και κοινωνική ένταξη, η) η μη θεσμοθέτηση κριτηρίων λειτουργίας ειδικών διαγνωστικών κέντρων στο χώρο της ειδικής αγωγής, και θ) η διεύρυνση της ελαστικής απασχόλησης και της ωρομίσθιας εργασίας. Οι προτάσεις που υπέβαλλε και οι οποίες, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελούν τον πυρήνα της πολιτικής της ΟΛΜΕ στο θέμα της ΕΑΕ είναι: α) η διασφάλιση του δημόσιου και δωρεάν χαρακτήρα της ΕΑΕ, β) η επιλογή του ενταξιακού μοντέλου εκπαίδευσης των ΑΜΕΑ, γ) η υποχρεωτικότητα και η διασφάλιση των ίσων ευκαιριών για τα ΑΜΕΑ, δ) η συνολική και αντικειμενική καταγραφή των μαθητών με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και αναπηρίας, καθώς και ευρύτερα των ατόμων με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες, ς) η ουσιαστική αύξηση των δαπανών, δ) η ένταξη των μαθητών κατ’ αρχήν στα κοινά σχολεία και μετά στα ειδικά, ε) η επιμόρφωση των εκπαιδευτικών Ε.Α. κατά προτεραιότητα, στ) η διδασκαλία των μαθημάτων ΕΑΕ στους εκπαιδευτικούς κατά τη διάρκεια της βασικής πανεπιστημιακής κατάρτισης, ζ) η διαβάθμιση των ΕΕΕΕΚ, και η) η κατάργηση της ωρομίσθιας εργασίας. Τέλος ζήτησε την απόσυρση του νομοσχεδίου και την ουσιαστική συζήτηση με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 2η, 27-8-2008, σ. σ. 39-47).
Για τον κ. Κ. Μαντά, Γραμματέα της ΔΟΕ, η τοποθέτηση ξεκίνησε πρώτον με την κριτική στην κυβέρνηση για την έλλειψη διαλόγου και δεύτερον με την επισήμανση του ότι η Ε.Α. μπορεί να αποτελέσει ένα τομέα που μπορεί να ενώσει όλους όσους εργάζονται πάνω στο θέμα, εκπαιδευτικούς, γονείς, πολιτεία. Το νομοσχέδιο, σύμφωνα με τον κ. Μαντά, έχει έντονα ταξικά χαρακτηριστικά, και οι διατάξεις του δεν διασφαλίζουν καμιά δυνατότητα να γίνει πράξη η υποχρεωτικότητα. Εκτίμησε ότι οι προβλέψεις του νομοσχεδίου για την υποχρεωτικότητα θα οδηγήσουν στον πολλαπλασιασμό των ιδιωτικών ειδικών κέντρων, όπου υποχρεωτικά θα αναγκαστούν να καταφύγουν οι γονείς, ενώ ταυτόχρονα το νομοσχέδιο «επιτείνει τον ιατρικό χαρακτήρα της Ε.Α., αντιμετωπίζοντας τα παιδιά – μαθητές με ειδικές ανάγκες ως ασθενείς». Τέλος ζήτησε την απόσυρση του νομοσχεδίου και διάλογο με το ΥΠΕΠΘ για τα θέματα της Ε.Α. (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 2η, 27-8-2008, σ. σ. 47-53).
Έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά είχε η τοποθέτηση του κ. Χ. Χουρδάκη, Προέδρου της Συντονιστικής Επιτροπής Αγώνα Ανάπηρων, για τον οποίο το νομοσχέδιο είναι απαράδεκτο και πρέπει να αποσυρθεί όχι μόνο για αυτά που γράφει, αλλά κυρίως γι’ αυτά που δεν γράφει. Το νομοσχέδιο: α) «νομιμοποιεί ή συγκαλύπτει τη βαρβαρότητα που βιώνουν τα παιδιά με αναπηρίες και οι οικογένειές τους, αλλά και τα παιδιά με μαθησιακές δυσκολίες, που γίνονται ανάπηρα μέσα από αυτή τη διαδικασία και το συγκεκριμένο εκπαιδευτικό σύστημα», β) δεν αποτελεί έκφραση κανενός πολιτικού σχεδίου για την ένταξη αυτών των παιδιών, γ) δεν προβλέπει ούτε τη δημιουργία ανάλογων δομών, ούτε τις ανάλογες πιστώσεις στον κρατικό προϋπολογισμό, δ) δεν προωθεί τη μόρφωση των 200.000 παιδιών που έχουν ανάγκη ειδικής εκπαίδευσης, ε) δεν απαλλάσσει από τα βάρη τις οικογένειες, οι οποίες για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και αποκατάστασης των παιδιών τους υποβάλλονται σε υπέρογκα έξοδα, και στ) εντείνει τη διαδικασία της ιδιωτικοποίησης της Ε. Α.. Όλα αυτά, σύμφωνα με τον κ. Χουρδάκη, είναι αποτέλεσμα της συγκεκριμένης ταξικής πολιτικής και των συγκεκριμένων αξιών που αναπαράγονται από το κράτος και τις κυβερνήσεις. Τέλος πρότεινε τη λήψη ορισμένων άμεσων μέτρων, όπως: α) τη μονιμοποίηση όλου του προσωπικού που εργάζεται στην Ε. Α., β) την πρόσληψη όλου του ειδικευμένου προσωπικού που βρίσκεται στην ανεργία ή υποαπασχολείται, γ) τη παύση από τους γονείς της καταβολής διδάκτρων στα κέντρα Ε. Α. του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας, τα οποία τα πληρώνουν είτε μόνοι τους, είτε μέσω των ασφαλιστικών τους ταμείων, και δ) τη δωρεάν χορήγηση των τεχνολογικών βοηθημάτων στα ΑΜΕΑ (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 2η, 27-8-2008, σ. σ. 53-61).
Οι βουλευτές της Ν.Δ. υπεράσπισαν το περιεχόμενο του νομοσχεδίου και το υπερψήφισαν επί της αρχής, επί των άρθρων και στο σύνολο, όπως βέβαια αναμενόταν. Οι βασικοί άξονες της υπεράσπισης του νομοσχεδίου ήταν στη συντριπτική τους πλειοψηφία ίδιοι με αυτούς της εισηγήτριας, του Υπουργού και του Υφυπουργού. Οι περισσότεροι επικέντρωσαν την προσοχή τους στα άρθρα του νομοσχεδίου και λιγότερο στη συνολική προσέγγιση του νομοσχεδίου, ενώ δεν παρέλειψαν να ζητήσουν νομοθετική ρύθμιση για ζητήματα των περιοχών τους.
Για τους βουλευτές της Ν.Δ. το νομοσχέδιο: α) είναι απολύτως συμβατό με τις θεμελιώδεις αρχές των Ηνωμένων Εθνών, με τον Ευρωπαϊκό Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και τις διεθνείς συμβάσεις, και σύμφωνο με τη συνταγματική επιταγή του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος του 1975, β) χαράζει μια γενική εθνική πολιτική, που στόχος της είναι ουσιαστική στήριξη των Α.Μ.Ε.Α. και πραγματική ενσωμάτωσή τους στο κοινωνικό σύνολο, γ) διέπεται από τη φιλοσοφική θέση ότι όλοι έχουμε ίσα δικαιώματα, δ) έχει ως κεντρικό στόχο την κοινωνική ένταξη, την ενσωμάτωσή στην κοινωνία και την επαγγελματική αποκατάσταση των ΑΜΕΑ, μέσα από την παροχή ίσων ευκαιριών για πλήρη συμμετοχή στα κοινωνικά δρώμενα, ε) προνοεί για την διά βίου μάθηση των ΑΜΕΑ με στόχο την παρέμβαση σε όλες τις ηλικιακές ομάδες, στ) θέτει τις βάσεις για την ισότιμη συμμετοχή στην εκπαίδευση, την καθιέρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης και για τα ΑΜΕΑ για τη μέριμνα για την επαγγελματική αναγνώριση και την κοινωνική ενσωμάτωση, ζ) είναι προσαρμοσμένο στη σύγχρονη επιστημονική και κοινωνική αντίληψη για τα ΑΜΕΑ., η) είναι η πρώτη πραγματική προσπάθεια να μπει ένα πλαίσιο στην εκπαίδευση της ειδικής αγωγής με την κωδικοποίηση της νομοθεσίας της Ε. Α., και θ) αντιμετωπίζει τα λειτουργικά και οργανωτικά ζητήματα της Ε. Α. (Πρακτικά ΔΕΜΥ, συνεδρίαση 1η, 3η, & 4η, 26, 27 & 28-8-2008 & Πρακτικά Βουλής, συνεδρίαση ΚΓ΄& ΚΔ, 3 & 4-9-2008).
Αντίθετα οι βουλευτές του ΠΑΣΟΚ επέκριναν το νομοσχέδιο και το καταψήφισαν επί της αρχής και στο σύνολο, ενώ ψήφισαν μια σειρά άρθρων. Η κριτική τους ήταν σε μεγάλο βαθμό ίδια με αυτή της εισηγήτριας κ. Δραγώνα. Σύμφωνα λοιπόν με τους βουλευτές του ΠΑΣΟΚ το νομοσχέδιο: α) δεν λαμβάνει υπ’ όψη τους θεμελιώδεις κανόνες του ΟΗΕ για την εξίσωση των ευκαιριών για τα άτομα με αναπηρία, καθώς και άλλες διακηρύξεις και αρχές των διεθνών οργανισμών, β) θέτει ως βασική προϋπόθεση ένταξης την ικανότητα παρακολούθησης του αναλυτικού εκπαιδευτικού προγράμματος της τάξης, αντί της τροποποίησης και προσαρμογής του αναλυτικού προγράμματος κι όλου του σχολικού περιβάλλοντος στις δυνατότητες και τις ανάγκες του μαθητή, γ) συγκαλύπτει την ταξική πολιτική της κυβέρνησης, καλλιεργώντας ψευδαισθήσεις για ίσες ευκαιρίες στην εκπαίδευση, δ) προσπαθεί να στρέψει τους μαθητές με αναπηρία προς την ιδιωτική εκπαίδευση, η οποία λειτουργεί χωρίς κριτήρια, ε) καθιερώνει την υποχρεωτική φοίτηση, η οποία όμως είναι συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των ΑΜΕΑ, στ) υποβαθμίζει το ρόλο των γονέων στην Ε. Α., ζ) δεν κάνει καμία αναφορά στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, και η) δεν είναι ένα νέο νομοσχέδιο αλλά συμπληρώνει και τροποποιεί διατάξεις των νόμων του ΠΑ.ΣΟ.Κ., του 2817/2000 και του 3194/2003 ((Πρακτικά ΔΕΜΥ, 1η, 3η & 4η Συνεδρίαση, 26, 27 & 28-8-2008, & Πρακτικά Βουλής, ΚΓ΄ & ΚΔ΄ Συνεδρίαση, 3 & 4-9-2008, σ. σ.).
Οι τοποθετήσεις των βουλευτών του ΚΚΕ κινήθηκαν στο μεγαλύτερο μέρος τους στο πλαίσιο που έθεσε η εισηγήτρια του κόμματος, ενώ καταψήφισαν το νομοσχέδιο επί της αρχής και στο σύνολο και ψήφισαν ελάχιστα άρθρα. Για τους βουλευτές του ΚΚΕ η επιστημονική ανάπτυξη της εποχής μας παρέχει όλες τις δυνατότητες και τα μέσα για να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα όλων σχεδόν των κατηγοριών των Α.ΜΕ.Α., αυτό όμως δεν συμβαίνει επειδή δεν υπάρχει πρώτον η πολιτική βούληση και δεύτερον η διάθεση των αναγκαίων κονδυλίων για να αντιμετωπιστούν αυτά τα προβλήματα. Το νομοσχέδιο: α) εξυπηρετεί στόχους απόλυτα σύμφωνους με τη γενικότερη πολιτική των κυβερνήσεων των τελευταίων χρόνων στην παιδεία και την κοινωνία, εντάσσοντας «την Ε. Α. στους γενικότερους σχεδιασμούς του μεγάλου κεφαλαίου για την παραπέρα συρρίκνωση του δημόσιου τομέα με τη λογική της ένταξης στα κοινά σχολεία και με την ενίσχυση της επιχειρηματικής λειτουργίας και σ’ αυτόν το χώρο», β) δεν διασφαλίζει ούτε τις ίσες ευκαιρίες που προβλέπει αλλά αντίθετα «επιχειρεί να καλλιεργήσει ψευδαισθήσεις για ίσες ευκαιρίες, για να συγκαλύψει μία ταξική πολιτική, αφού από τα διακόσιες χιλιάδες παιδιά το 10% από αυτά παρακολουθεί αυτήν τη συγκεκριμένη πρωτοβάθμια εκπαίδευση και επίσης ένα μικρό ποσοστό, ένα άλλο 10% συνεχίζει στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση», γ) σπρώχνει τις οικογένειες των παιδιών με ειδικές ανάγκες στα ιδιωτικά κέντρα, δ) δεν προβλέπει την ανάπτυξη των αναγκαίων υποδομών με αποτέλεσμα η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών με αναπηρία να βρίσκονται εκτός εκπαιδευτικής διαδικασίας καταδικασμένα σε περιθωριοποίηση και σε απόλυτη εξάρτηση από το οικογενειακό τους περιβάλλον.
Τέλος, αφού πρότειναν: α) κατάργηση των προηγούμενων νόμων 2817 & 3194 και β) τη λήψη όλων των απαραίτητων μέτρων ώστε να μην επιβαρύνονται οικονομικά οι οικογένειες των Α.Μ.Ε.Α. και των παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες, κάλεσαν τους εργαζόμενους να ταχθούν στο πλευρό των ταξικών δυνάμεων και να διεκδικήσουν την πολιτική πρόληψης της αναπηρίας και της απαγόρευση κάθε επιχειρηματικής δράσης στον χώρο της ειδικής αγωγής και της αποκατάστασης παιδιών με αναπηρίες (Πρακτικά ΔΕΜΥ. Συνεδρίαση 1η & 3η, 26 & 27-8-2008, & Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΚΓ & ΚΔ΄, 3&4-9-2008).
Από τους βουλευτές των άλλων δύο κομμάτων της αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ – ΛΑΟΣ) μίλησαν μόνο οι αγορητές, είτε ως αγορητές, είτε ως κοινοβουλευτικοί εκπρόσωποι, με εξαίρεση τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΛΑΟΣ, τον κ. Α. Πλεύρη, ο οποίος δεν πρόσθεσε κάτι το ιδιαίτερο στα όσα είπαν οι αγορητές του κόμματος του. Τα δύο κόμματα καταψήφισαν το νομοσχέδιο επί της αρχής και στο σύνολο και ψήφισαν μια σειρά άρθρων.
Η κυβέρνηση, (Ε. Στυλιανίδης – Υπουργός), απάντησε ότι το νομοσχέδιο έρχεται να καλύψει ένα κενό 30 ετών συμπληρώνοντας τις μεμονωμένες και αποσπασματικές προσπάθειες του παρελθόντος, όπως αυτές των νόμων 1143, 1566, 2817 και 3194 και των 350 διοικητικών αποφάσεων που εκδόθηκαν από το ΥΠΕΠΘ για την εφαρμογή τους. Με το νομοσχέδιο πρώτον προσδιορίζεται μια εθνική στρατηγική και εξειδικεύονται εφαρμοσμένες πολιτικές που μπορεί να επιλύσουν πρακτικά προβλήματα και δεύτερο καλύπτονται κενά στο υπάρχον πλαίσιο.
Σύμφωνα με τον κ. Στυλιανίδη είναι η πρώτη φορά που μια Κυβέρνηση επιδίωξε, υιοθετώντας τις διακηρύξεις των διεθνών οργανισμών, τις κατευθύνσεις της Ε.Ε. και τις προτάσεις της Διακομματικής Επιτροπής της Βουλής, να κωδικοποιήσει, να συμπληρώσει, και να εκσυγχρονίσει το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, το οποίο ήταν απολύτως αδύνατο να αντιμετωπίσει τις πραγματικές ανάγκες. Το νομοσχέδιο είναι προϊόν εξαντλητικού διαλόγου, στον οποίο συμμετείχαν 1200 φορείς και άτομα που κατέθεσαν τις προτάσεις τους, από τις οποίες υιοθετήθηκε το 90% περίπου των προτάσεων, όπως επίσης υιοθετήθηκε μεγάλο μέρος από τις προτάσεις της Αντιπολίτευσης. Απαντώντας στις επικρίσεις της αντιπολίτευση, η οποία τον κατηγόρησε ότι με τις διορθώσεις που επιφέρει φέρνει στη Βουλή ένα νέο νομοσχέδιο, δήλωσε ότι δεν αλλάζουν οι βασικές παράμετροι του νομοσχεδίου και σε κάθε περίπτωση η κυβέρνηση τις αποδέχθηκε στα πλαίσια της συναίνεσης και συνεργασίας.
Οι κατευθύνσεις του νομοσχεδίου, σύμφωνα με τον κ. Υπουργό, είναι: α) ο ορισμός ενός γενικότερου πλαισίου εθνικής πολιτικής πάνω στο ζήτημα της Ε. Α., β) το ενταξιακό μοντέλο που προωθεί την συνεκπαίδευση και όχι το κατηγορικό που απομονώνει τον ανάπηρο από την κοινωνία και γ) η κωδικοποίηση των διατάξεων που ίσχυαν, οι οποίες συμπληρώνονται, εκσυγχρονίζονται και εμπλουτίζονται με βασικές αρχές και αξίες, που είναι διεθνώς αποδεκτές και παραδεκτές
Κεντρικοί στόχοι του νομοσχεδίου είναι: α) οι ίσες ευκαιρίες στη μόρφωση και στην εργασία, β) η θεσμοθέτηση της δια βίου μάθησης, γ) η προώθηση της συνεκπαίδευσης στο γενικό σχολείο μέσω μέτρων ενισχυτικής διδασκαλίας, δ) η αντιμετώπιση της σχολικής διαρροής των παιδιών με ειδικές ανάγκες, ε) η ενίσχυση της συμμετοχής του αναπηρικού και γονεϊκού κινήματος στη διαμόρφωση των αποφάσεων, της στρατηγικής, αλλά και της εφαρμοσμένης πολιτικής και στ) η προσπάθεια να περιγραφεί με σαφήνεια το θεσμικό πλαίσιο και η κατεύθυνση, στην οποία θα λειτουργήσει στο εξής η Πολιτεία.
Το νομοσχέδιο εισάγει μια σειρά από καινοτομίες, όπως: α) η καθιέρωση της υποχρεωτικής φοίτησης στην Ε. Α., β) η δυνατότητα συμμετοχής στα άτομα με αναπηρία στη δια βίου μάθηση μέσω της ελαστικοποίησης των χρονικών ορίων παρακολούθησης του παιδιού από το εκπαιδευτικό σύστημα, είτε από την προσχολική ηλικία, μέσω της πρώιμης παρέμβασης, είτε στην ηλικία μετά το σχολείο, γ) η προσβασιμότητα στο φυσικό και ηλεκτρονικό περιβάλλον και δ) η ενίσχυση τη συμμετοχής του γονέα στη διαδικασία αξιολόγησης και παρακολούθησης του παιδιού.
Για την έλλειψη των στατιστικών στοιχείων απάντησε ότι το ζήτημα έχει ενταχθεί στο Δ΄ Κ.Π.Σ. και στον Κρατικό Προϋπολογισμό για χρηματοδότηση, με σκοπό τη διαμόρφωση ενός Εθνικού Μητρώου καταγραφής των ανάπηρων, ενώ δήλωσε ότι ο αριθμός των παιδιών με αναπηρία διαφόρων μορφών που είναι ενταγμένα στην εκπαίδευση είναι περίπου 24.000.
Για τις υποδομές απάντησε ότι: α) έχει αρχίσει το χτίσιμο 56 ειδικών σχολείων, β) έχουν αρχίσει να διανέμονται 4.200 υπολογιστές σε ανάπηρους με στόχο την διευκόλυνση της ηλεκτρονικής προσβασιμότητας, γ) έχουν εκπονηθεί σε συνεργασία με 5 ελληνικά πολυτεχνεία, με τη βοήθεια και του ΤΕΕ και σε συνεργασία με τον ΟΣΚ μελέτες κατασκευής σχολικών μονάδων, με προδιαγραφές, οι οποίες είναι απαραίτητες, ώστε να είναι προσβάσιμα αυτά τα κτίρια στα άτομα με αναπηρία και δ) έχει εκδοθεί στο πλαίσιο της «αποϊατρικοποίησης» της ΕΑΕ η πρώτη πρόσκληση ενδιαφέροντος από το Δ΄ Κοινοτικό Πλαίσιο Στήριξης.
Απαντώντας σε επικρίσεις της αντιπολίτευσης δήλωσε ότι το νομοσχέδιο δεν ασχολείται: α) με την παρέμβαση από πολύ μικρή ηλικία, γιατί αυτό είναι ζήτημα του Υπουργείου Υγείας, β) με τα ζητήματα της Ε. Α. στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, τα οποία θα αντιμετωπιστούν με ειδικό νομοσχέδιο που θα συμπληρώσει το υπάρχον θεσμικό πλαίσιο, γ) με το περιεχόμενο της συνεκπαίδευσης, γιατί αποτελεί νόμο πλαίσιο, ο οποίος δεν λύνει όλα τα προβλήματα της Ε. Α. αλλά προδιαγράφει τις κατευθυντήριες γραμμές, τους στόχους και τα εργαλεία της επίτευξης των στόχων με απώτερο στόχο τη διαμόρφωση μιας ξεκάθαρης στρατηγικής για την εκπαίδευση των ΑΜΕΑ και δ) με την εμβάθυνση των τρόπων με τους οποίους θα αντιμετωπιστεί η κάθε μορφή αναπηρίας, η οποία πρέπει να λειτουργήσει μέσα στο παρόν θεσμικό πλαίσιο.
Στην κριτική της αντιπολίτευσης ότι δεν υπάρχουν διατάξεις που να προβλέπουν πως θα εφαρμοστεί ο νόμος, απάντησε, ότι σε ένα νόμο πλαίσιο δεν μπορεί να προσδιοριστούν εφαρμοσμένες πολιτικές με ακρίβεια. (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 1η, 26-08-2008, σ. σ. 39-49, & Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΚΓ΄, 3-9-2008, σ.σ. 1181-1182).
Για τον υφυπουργό κ. Α. Λυκουρέντζο: α) η κυβέρνηση αισθάνεται ότι έχει πράξει το καθήκον της, β) μετά από 30 χρόνια απραξίας γίνονται ουσιαστικά βήματα για να αντιμετωπιστούν οι επείγουσες ανάγκες στο χώρο της ΕΑΕ και με τόσο συγκροτημένο και οργανωμένο τρόπο, γ) δεν υπάρχει σοβαρή επιχειρηματολογία που να αντιπαρατίθεται στα όσα η κυβέρνηση καταθέτει με το νομοσχέδιο, και η όποια κριτική αξιοποιείται με άδικο τρόπο, όπως, π.χ. στην περίπτωση της διάκρισης των αρμοδιοτήτων των Υπουργείων Παιδείας και Υγείας και δ) για τη διαμόρφωση του νομοσχεδίου έγινε μακρόχρονος και εξαντλητικός διάλογος με τους φορείς και ενσωματώθηκαν οι περισσότερες βελτιώσεις από κάθε άλλη φορά.
Ο κ. Λυκουρέντζος αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος των τοποθετήσεών του στη ΔΕΜΥ και στην Ολομέλεια, είτε σε ζητήματα που δεν άπτονται του νομοσχεδίου, είτε στην υπεράσπιση με κάθε τρόπο της κυβερνητικής άποψης για τα θέματα της εκπαίδευσης. (Πρακτικά ΔΕΜΥ, Συνεδρίαση 3η, 26-08-2008, σ. σ. 22-26, & Πρακτικά Βουλής, Συνεδρίαση ΚΓ΄& ΚΔ΄, 3, 4-9-2008, σ. σ. 172-174 & 128-130). Από την ανάλυση των εισηγητικών εκθέσεων και των πρακτικών των συζητήσεων στο ελληνικό κοινοβούλιο επί της αρχής των νομοσχεδίων μπορεί να παρατηρήσουμε ότι:
1. Αλλάζει η ορολογία και ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζεται η αναπηρία στις εισηγητικές εκθέσεις. Από τα «Άτομα αποκλίνοντα εκ του φυσιολογικού» και τα «Άτομα με ειδικές ανάγκες», περνάμε στα «Άτομα με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες» και στα «Άτομα με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες».
2. Ο σκοπός της Ε. Α. παραμένει παρόμοιος στις εισηγητικές εκθέσεις των 1143 και 1566, ενώ αλλάζει στους επόμενους δύο, (ενσωμάτωση στον 2817 και άρση των προκαταλήψεων και διασφάλιση των ίσων ευκαιριών στον 3699),
3. Στις εισηγητικές των νόμων 1143, 1566, 2817, 3699 υπάρχει αναφορά στα ειδικά, εξατομικευμένα, εκπαιδευτικά προγράμματα ως μέσο για να επιτευχθούν οι στόχοι.
4. Η φοίτηση στα γενικά σχολεία, ως προϋπόθεση για να επιτευχθούν οι στόχοι της Ε.Α. αναφέρεται μόνο στις εκθέσεις των 2817 και 3699.
5. Εκτός από τον 1566, όλοι οι άλλοι νόμοι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, έχουν αναφορές στις εισηγητικές τους εκθέσεις στην ιατρική πλευρά του προβλήματος,
6. Η άποψη ότι κατηγοριοποίηση πρέπει να γίνεται με βάση τη λειτουργικότητα συναντάται από την εισηγητική έκθεση του 2817 και μετά.
7. Η καθιέρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, της δια βίου μάθησης και της προσβασιμότητας συναντώνται μόνο στην εισηγητική του 3699,
8. Η προχειρότητα ως φαινόμενο που χαρακτηρίζει όλη τη νομοθεσία της Ε.Α. παρουσιάζεται στις εισηγητικές εκθέσεις των νόμων, εκτός του 1143.
9. Η συμφωνία ή η απόρριψη των νόμων από τους φορείς της Ε. Α. στις περισσότερες περιπτώσεις εξαρτάται από το ποιο κόμμα έχει τον έλεγχο των φορέων και όχι από το περιεχόμενο των νόμων. Η κριτική των φορέων, στην περίπτωση που βρίσκονται στην ίδια πλευρά με την κυβέρνηση, αφορά συνήθως επιμέρους πτυχές του νόμου, ενώ όταν το νομοσχέδιο κατατίθεται από το αντίπαλο κόμμα η κριτική τους είναι πιο συνολική και αφορά ουσιώδεις πλευρές του νόμου. Εξαίρεση στα προηγούμενα αποτελεί ο ΠΕΣΕΑ, του οποίου η κριτική και οι θέσεις έχουν πιο συνολικό περιεχόμενο,
10. Οι εκπαιδευτικές ομοσπονδίες ασκούν κριτική στους νόμους μόνο όσον αφορά τα εργασιακά δικαιώματα των μελών τους, και δεν ασχολούνται, στις περισσότερες των περιπτώσεων, με τις διατάξεις για το περιεχόμενο της Ε. Α.,
11. Για την εκάστοτε κυβέρνηση και τους βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος ο νόμος είναι πάντα σε σωστή κατεύθυνση και δίνει λύση στα προβλήματα, ενώ για τους βουλευτές της αντιπολίτευσης, κυρίως της αξιωματικής, τα νομοσχέδια είναι πάντα σε αρνητική κατεύθυνση,
12. Η άποψη ότι ο εκσυγχρονισμός του νομοθετικού πλαισίου για την Ε.Α. απορρέει από τις υποχρεώσεις της Ελλάδας λόγω της συμμετοχής της στην Ε.Ε. παρουσιάζεται κατά τη συζήτηση του 2817.
13. Από τα κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης μόνο το ΚΚΕ παίρνει μέρος σε όλες τις συζητήσεις, τα υπόλοιπα κόμματα συμμετέχουν σε κάποιους από τους νόμους, (βλ. ΕΔΗΚ – 1143, ΔΗΚΚΙ – 2817, ΣΥΝ – ΣΥΡΙΖΑ – 2817, 3194, 3699, ΛΑΟΣ – 3699).
14. Η πρόταση για καθιέρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης προτείνεται για πρώτη φορά από το ΚΚΕ στη συζήτηση του 1143.
15. Για τη Ν.Δ. ο μεν 1143 έρχεται να δώσει λύσεις στο πρόβλημα της Ε.Α. βάζοντας σε εφαρμογή το άρθρο 21 του συντάγματος, ο δε 3699 διαμορφώνει ένα εθνικό πλαίσιο για την Ε.Α.Ε., έχει ως στόχο την κοινωνική ένταξη, την ενσωμάτωση και την επαγγελματική αποκατάσταση των ΑΜΕΑ, μέσω της παροχής ίσως ευκαιριών, της δια βίου μάθησης, της προώθησης του ενταξιακού μοντέλου στην εκπαίδευση, την εισαγωγή νέων καινοτομιών, όπως: η καθιέρωση της υποχρεωτικής φοίτησης στην Ε. Α. Ε., η κατάργηση των ελαχίστων και των μέγιστων ηλικιακών ορίων για την παροχή ΕΑΕ και η θεσμοθέτηση της προσβασιμότητας των ανάπηρων στο φυσικό και ηλεκτρονικό περιβάλλον και την κωδικοποίηση της σχετικής νομοθεσίας. Από την άλλη ο 1566 απλά βελτιώνει πλαίσιο που εισήγαγε ο 1143 και ο 2817 εισάγει γραφειοκρατικές διαδικασίες στην εκπαίδευση των ανάπηρων, δεν κωδικοποιεί τη νομοθεσία, κομματικοποιεί το χώρο της ειδικής αγωγής. Βασική πρόταση της Ν.Δ. είναι η μερική ένταξη, η φοίτηση δηλ. μόνο ενός μέρους των παιδιών στα γενικά σχολεία,
16. Για το κυβερνητικό ΠΑΣΟΚ ο 1566 αποτελεί ένα προοδευτικό νόμο, ο οποίος εντάσσει την Ε. Α. στον κορμό της Γενικής Εκπαίδευσης και προωθεί τις ενταξιακές διαδικασίες, ο 2817 έρχεται να συμπληρώσει τον 1566 με τις διατάξεις που στοχεύουν στην αποκατηγοριοποίηση και τη μετακίνηση από την παθολογία του παιδιού στο εκπαιδευτικό σύστημα και στην εισαγωγή νέων καινοτομιών, όπως η διαφορετικότητα, τα ίσα δικαιώματα και οι ίσες ευκαιρίες και η ενσωμάτωση (σχολική, κοινωνική, οικονομική), ενώ ο 3194 βελτιώνει το υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο προσαρμόζοντας το στην νέα εποχή της γνώσης και της πληροφορίας. Για το αντιπολιτευόμενο ΠΑΣΟΚ ο 1143 δεν λύνει τα προβλήματα της Ε.Α., δεν προβλέπει επαρκή χρηματοδότηση και δεν αποτελεί παρά ένα «πυροτέχνημα» για εντυπωσιασμό της κοινής γνώμης, ενώ ο 3699 επιμένει στο ιατροκεντρικό μοντέλο εκπαίδευσης, κατηγοριοποιεί ανάλογα με το είδος την αναπηρία, αποσιωπά την κοινωνικοεκπαιδευτική της διάσταση και δεν δίνει τη δυνατότητα για διαφοροποίηση του αναλυτικού προγράμματος και της διδασκαλίας.
17. Για το ΚΚΕ ο 1143 είναι ένας νόμος: α) αντιεπιστημονικός γιατί δεν βασίζεται στα δεδομένα της επιστήμης, β) αντιεκπαιδευτικός γιατί δεν εξασφαλίζει σωστή εκπαίδευση και γ) αντιδημοκρατικός γιατί δεν προβλέπει τη συμμετοχή των γονέων και των εργαζομένων στα όργανα διοίκησης, οι διατάξεις του 2817 διέπονται από τη λογική της αγοράς, του ανταγωνισμού και της εξυπηρέτησης των μεγάλων επιχειρήσεων, ο 3699 είναι ένας νόμος προσαρμοσμένος στις συνολικότερες αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις, με στόχο την εφαρμογή των αποφάσεων της Λισαβόνας, αποτελεί συνέχεια των νόμων 2525 και 3194, δεν αντιμετωπίζει ουσιαστικά το πρόβλημα της εκπαίδευσης των ανάπηρων μαθητών, δεν βασίζεται σε στατιστικά στοιχεία, δεν προβλέπει καμία αντικειμενική καταγραφή και ομαδοποίηση των περιπτώσεων και ωθεί τα παιδιά στην ιδιωτική Ε.Α.Ε. Μία από τις προτάσεις που καταθέτει από το 1981 είναι η δημόσια, υποχρεωτική Ε.Α., η οποία να παρέχεται αποκλειστικά από το κράτος.
18. Για τον ΣΥΝ – ΣΥΡΙΖΑ οι 2817 και 3699 κινούνται περισσότερο σε ιατροκεντρική και όχι σε εκπαιδευτική κατεύθυνση, προβάλλουν, δηλαδή, το ιατρικό μοντέλο στη θέση του κοινωνικού και του εκπαιδευτικού, ενώ θα έπρεπε να έχουν εκπαιδευτικό προσανατολισμό και να συμβάλει στην άρση του κοινωνικού αποκλεισμού των ανάπηρών μαθητών δεν κάνουν κανένα απολογισμό της προηγούμενης κατάστασης. Το δικαίωμα των ανάπηρων παιδιών για πλήρη πρόσβαση στο εκπαιδευτικό σύστημα αποτελεί τη βασική πρόταση του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ.
Μπορούμε να συμπεράνουμε από τα προηγούμενα ότι ένα στοιχείο που χαρακτηρίζει τα κείμενα των εισηγητικών εκθέσεων είναι η γραφή τους με τρόπο που από τη μια μεριά να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των φορέων και από την άλλη να μην θίγει τις σημαντικές επιλογές των κυβερνήσεων. Αναφορές προηγούμενων εκθέσεων παρουσιάζονται ως νέα στοιχεία, βασικά χαρακτηριστικά των νόμων αποκρύπτονται από τις εισηγητικές εκθέσεις, ώστε να μην γίνονται αντιληπτά, με αποτέλεσμα άλλα να διακηρύσσονται στις εισηγητικές εκθέσεις και άλλα στα άρθρα. Η αντίληψη η οποία υποκρύπτεται στις εισηγητικές εκθέσεις του 2817 και του 3699 είναι ότι η ένταξη, ή ενσωμάτωση μπορεί να εφαρμοστεί στο Γενικό Σχολείο χωρίς αναιρεί τις βασικές παραδοχές του ατομικούιατρικού μοντέλου για την αναπηρία. Αυτό συμβαίνει με τη μετατόπιση από την ιατρική αντίληψη στην ατομική αντίληψη.
Περνώντας στις θέσεις των κομμάτων η Ν. Δ., προβαίνοντας ουσιαστικά στη διάρκεια των 30 χρόνων σε ένα αστικό εκσυγχρονισμό των απόψεων της για την εκπαίδευση των ανάπηρων παιδιών, περνά, επομένως, από τον όρο «Άτομα αποκλίνοντα εκ του φυσιολογικού» και τη σαφή θέση υπέρ της διαχωριστικής εκπαίδευσης, στον όρο «μαθητές με αναπηρία και ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες», και σε αντιλήψεις όπως, οι ίσες ευκαιρίες, η δια βίου μάθηση, η αυτόνομη διαβίωση, επιλέγοντας, όμως, την μερική ένταξη αντί της πλήρους ένταξης. Το ΠΑΣΟΚ όταν είναι στην κυβέρνηση προωθεί, όπως και η Ν. Δ. την μερική ένταξη, ενώ όταν είναι στην αντιπολίτευση εκφράζει θέσεις περισσότερο υπέρ του ενταξιακού μοντέλου,. Το ΚΚΕ προωθεί μια σειρά αιτημάτων, όπως η δημόσια, υποχρεωτική και αποκλειστικά παρεχόμενη από το κράτος Ε. Α., συνδέει τις εξελίξεις στην Ε. Α. με τις γενικότερες κοινωνικές εξελίξεις και δεν φαίνεται να έχει ξεκάθαρη θέση υπέρ του ενταξιακού μοντέλου. Ο ΣΥΝ – ΣΥΡΙΖΑ εκφράζει μεν θέσεις υπέρ του ενταξιακού μοντέλου, όμως δεν προσεγγίζει την εκπαίδευση των ανάπηρων με κοινωνικούς όρους, αλλά περισσότερο με παιδαγωγικούς.
