5. Θεωρητικό πλαίσιο
Η διαπραγμάτευση του θεωρητικού πλαισίου, συνοπτική και αυτή, όπως και τα δύο προηγούμενα κεφάλαια, θα έχει ως αφετηρία πρώτον την παρουσίαση των δύο σημαντικών αντιθετικών προσεγγίσεων για την αναπηρία, του ατομικούιατρικού και του κοινωνικού μοντέλου, τον τρόπο δηλαδή, με τον οποίο γίνεται αντιληπτοί οι ανάπηροι άνθρωποι από τις διάφορες προσεγγίσεις, δεύτερον την παρουσίαση του κοινωνικού αποκλεισμού των ανάπηρων και τρίτον την παρουσίαση του ενταξιακού μοντέλου εκπαίδευσης των ανάπηρων.
5.1. Η Αναπηρία
Τι είναι άραγε η αναπηρία; Είναι αρρώστια, αποτέλεσμα φυλογενετικής αμαρτίας, όπως σημείωνε ο Άγιος Αυγουστίνος, κατάρα από τους θεούς, μίασμα, τρόπος ύπαρξης, πράγμα, βιολογική διαταραχή, αποτέλεσμα των περιβαλλοντικών συνθηκών, ή κοινωνική κατηγορία και δυνατότητα και ευκαιρία για την ανάπτυξη μιας διαφορετικής προσωπικότητας, όπως προσέγγιζε την αναπηρία ένας από τους μεγαλύτερους ψυχολόγους του 20ου αιώνα, ο L. S. Vygotsky (1993:97);
Υπάρχει αναπηρία, ή αναπηρίες; Μπορούμε να την ορίσουμε με μια λέξη, ή χρειαζόμαστε πολλές (τύφλωση, κώφωση, κινητικές αναπηρίες, νοητική καθυστέρηση, κοκ); Υπάρχουν άνθρωποι με αναπηρίες, ή ανάπηροι άνθρωποι;
Από την άλλη, όπως αναρωτιόταν εδώ και 80 περίπου χρόνια, ένας από τους μεγαλύτερους ειδικούς παιδαγωγούς του μεσοπολέμου, ο Heinrich Hanselmann, ποιος είναι ο «κανονικός» (Wer ist normal?), (Hanselmann, H., 1925). Η κανονικότητα είναι άραγε η μόνη ικανή και αναγκαία συνθήκη για την ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας; Αν ναι, τότε, πώς μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός ότι ανάπηροι άνθρωποι στο σύγχρονο κόσμο κατάκτησαν σημαντικές θέσεις στη κοινωνική και πολιτική ζωή, πώς δηλ. ένας κινητικά ανάπηρος γίνεται πρόεδρος των ΗΠΑ, ή ηγέτης της Χαμάς, ή πώς ένας τυφλοκωφός μπορεί να γίνει πρωτοβάθμιος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Μόσχας (Δαφέρμος, 2008).
Η μικρή μας, όμως, εισαγωγή, θα ήταν μη ολοκληρωμένη αν μέναμε μόνο στην αντίθεση «κανονικότητα» – «αναπηρία» και δεν τονίζαμε μια βασική έννοια που διατρέχει την ιστορία, την αρχή της επίδοσης και την συνεπακόλουθη αξιολόγηση. Όπως αναφέρει ο Bornemann, η αρχή της επίδοσης αποτελεί το πιο δομικό στοιχείο που διαφοροποιεί την πατριαρχία από τις προγενέστερες μορφές κοινωνικής οργάνωσης (Bornemann, E., 1988: 715-718). Ο ανάπηρος, ακόμη και όταν αξιολογείται με βάση τη λειτουργικότητα και όχι τη βλάβη, κρίνεται με βάση την επίδοση του και επομένως με βάση το τι δεν μπορεί να κάνει και όχι με βάση το τι δυνατότητες θα μπορούσε να αναπτύξει, εάν αυτές δεν παρεμποδίζονταν εξ’ αιτίας των κοινωνικών δομών. Κατά τη γνώμη μας, η αρχή της επίδοσης και η αξιολόγηση της αποτελεί μια από τις πιο σημαντικές βάσεις πάνω στις οποίες στηρίζεται η αντίθεση «κανονικότητα» «αναπηρία».
5.2. Η ατομική – βιολογική – ιατρική προσέγγιση
Ο τρόπος που ορίζεται η αναπηρία εξαρτάται από τις θεωρητικές παραδοχές αυτού που δίνει τον ορισμό και από το ευρύτερο κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο Επομένως με διαφορετικό τρόπο ορίζει το ατομικόιατρικό μοντέλο την αναπηρία και με άλλον το κοινωνικό, με άλλο τρόπο ορίζεται η αναπηρία τον 19ο αιώνα και με άλλον σήμερα. Κυρίαρχο μοντέλο προσέγγισης της αναπηρίας, μέχρι τη δεκαετία του 1980, αποτελεί ατομικόιατρικό, το οποίο αποδίδει τους κοινωνικούς περιορισμούς των ανάπηρων στις φυσικές δυσλειτουργίες τους, στην ίδια δηλαδή την αναπηρία τους. Το βιολογικό σώμα θεωρείται ως η κύρια αιτία της αναπηρίας (Καραγιάννη Π., & Ζώνιου – Σιδέρη, Α., 2006: 223).
Απόρροια των προηγούμενων θέσεων της βιολογικής ατομικής προσέγγισης είναι η κατηγοριοποίηση και η ταξινόμηση της αναπηρίας ανάλογα με τη βλάβη – αναπηρία, π. χ. τύφλωση, κώφωση, νοητική καθυστέρηση, η χρησιμοποίηση ποσοτικών ψυχομετρικών εργαλείων για την ψυχική ανάπτυξη του ανάπηρου παιδιού και η δημιουργία ξεχωριστών εκπαιδευτικών δομών.
Η προτεραιότητα στον εντοπισμό της οργανικής βλάβης –ατέλειας – βιολογικού ελαττώματος, έχει ως αποτέλεσμα να διαμορφώνονται ανάλογες ιατρικές και εκ
