4. Το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο
4.1. Από τη φιλανθρωπία στο κράτος πρόνοιας
Η ιστορική ανασκόπηση της νομοθεσίας της Ε. Α., αν και συνοπτική, μας έδειξε με ξεκάθαρο τρόπο ότι η Ε. Α. μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1970, και την απαρχή της Μεταπολίτευσης, παρέχεται σε κυρίως από ιδιώτες μέσω των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων.
[Υποσημείωση: Ένας ακόμη παράγοντας που συνηγορεί σε αυτό είναι το γεγονός ότι συνήθως την προεδρία των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων την αναλαμβάνει η εκκλησία. Τέλος υποσημείωσης].
Η φιλανθρωπία, επομένως, αποτελεί ένα από τους βασικούς τρόπους, με τους οποίους από τη μια επιτυγχάνεται ο κοινωνικός έλεγχος και από την άλλη γίνεται προσπάθεια να μειωθεί η ανθρώπινη δυστυχία μέσω της εκπαίδευσης. Σύμφωνα, όμως, με τον Αλεξίου (1998: 166-169), η άσκηση της φιλανθρωπίας, κυρίως από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα, ήταν συνυφασμένη με την ιεραρχική δόμηση της κοινωνίας και την οριοθέτηση απέναντι στα κατώτερα στρώματα. Διαπνεόμενα αυτά τα στρώματα απ’ την ωφελιμιστική αντίληψη και αποβλέποντας στην ηθική τους καταξίωση προσείδαν στη φιλανθρωπία, η οποία τα έφερνε κοντά και δίπλα στα φτωχά στρώματα, ένα πεδίο ηθικής αυτοπραγμάτωσης αλλά και μια ευκαιρία καθολικής αναγνώρισης της κοινωνικής τους θέσης και αποδοχής τους από τα στρώματα που είχαν καταστεί αποδέκτες της φιλανθρωπίας τους.
Σύμφωνα ακόμη με τη Μυλωνάκου – Κεκέ (2003: 208) η Εκκλησία και άλλες κοινωνικές οργανώσεις, (στην περίπτωση της Ε. Α. ο Σύλλογος προς Διάδοσιν των Ωφελίμων βιβλίων, ο Ροταριανός Όμιλος, η οργάνωση Εγγύς Ανατολή, πολιτικοί παράγοντες, όπως η κ. Μαρία Παπάγου, σύζυγος του πρωθυπουργού Αλέξανδρου Παπάγου, (πρόεδρος του Ιδρύματος «Η Θεοτόκος»), παίζουν το ρόλο του διαμεσολαβητή αναλαμβάνοντας να εγγυηθούν απέναντι κυρίως στους δωρητές την καλή διαχείριση των προσφορών τους.
Η σχέση όμως ανάμεσα σε αυτόν που παρέχει και σε αυτόν που λαμβάνει είναι λειτουργικά ασύμμετρη. Οι κανόνες του παιχνιδιού, προσδιορίζονται από το δωρητή ή το διαχειριστή της βοήθειας. Αυτός όμως που λαμβάνει τη βοήθεια πρέπει να προσαρμοστεί και να ευχαριστήσει παραμένοντας ήρεμος για να μη διασαλεύεται η κοινωνική τάξη. Αντίθετα ο δωρητής, ή ο διαχειριστής είναι προβεβλημένο μέλος της κοινωνίας εξαιτίας αυτής της δράσης αλλά και του εξισορροπητικού του ρόλου στην αποφυγή κοινωνικών εντάσεων.
Σε τελευταία ανάλυση, όμως, στο πεδίο της εκπαίδευσης των ανάπηρων ο βασικός σκοπός της φιλανθρωπίας, δηλ. ο κοινωνικός έλεγχος, επιτυγχάνεται. Εκτός από τις αντιδράσεις των τυφλών τη δεκαετία του 1930 δεν υπάρχουν ιδιαίτερες αντιδράσεις από τους ανάπηρους, ή τις οικογένειες τους. Η μείωση, όμως, της δυστυχίας των ανάπηρων, (Κουρουπλής, Π., 2000: ), δεν αποτελούσε το κύριο μέλημα των φιλάνθρωπων. Η επόμενη μεγάλη αντίδραση των ανάπηρων, προέρχεται πάλι από τους τυφλούς, με την πολυήμερη κατάληψη του «Οίκου Τυφλών» το 1976, όταν πλέον ο τρόπος άσκησης του κοινωνικού ελέγχου μέσω της φιλανθρωπίας έχει αρχίσει να υποχωρεί.
Από την άλλη, πάλι με βάση την νομοθεσία της Ε. Α., εξάγεται το συμπέρασμα ότι η παρέμβαση του κράτους κυρίως μετά την ψήφιση του συντάγματος το 1975 γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη με αποτέλεσμα, και όπως θα φανεί και από το κύριο μέρος της εργασίας μας, στα μέσα της δεκαετίας του 1980 η τάση της φιλανθρωπίας έχει υποχωρήσει σημαντικά. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι εξαφανίζεται. Αντίθετα παρέμεινε στο παρασκήνιο, απ’ όπου εμφανίζεται είτε με τη μορφή των ραδιο – μαραθωνίων, είτε θεσμικά με την διατήρηση διαφόρων ιδρυμάτων που ανήκουν στους φιλάνθρωπους ακόμη και σήμερα.
Για την εκπαίδευση των ανάπηρων, επομένως, η ψήφιση του άρθρου 21 του συντάγματος αποτελεί ένα μεταίχμιο ανάμεσα στην παροχή εκπαίδευσης από ιδιώτες μέσω των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων και την εκπαίδευση που παρέχεται από το κράτος, μέσω αυτού που ονομάστηκε κράτος πρόνοιας. Όμως αυτό το μεταίχμιο δεν αποτελεί μέρος μιας γενικότερης τομής στα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα της Ελλάδας, με την αλλαγή του κοινωνικο – οικονομικού μοντέλου διακυβέρνησης, αλλά μια συνέχεια της άσκησης της πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης με άλλους τρόπους, που αφορούν κυρίως το κοινωνικό εποικοδόμημα και πολύ λιγότερο το χώρο της παραγωγής και της εργασίας, ή τη σχέση της Ελλάδας με τις άλλες χώρες. Ουσιαστικά πρόκειται για μια στροφή σε κεϋνσιανές πολιτικές, που οφείλονται κυρίως στις αλλαγές στο εσωτερικό της κοινωνικής δομής, στον διαφορετικό συσχετισμό των πολιτικών δυνάμεων, στην αύξηση της μισθωτής εργασίας και στις επουσιώδεις αλλαγές στους εξωτερικούς προσανατολισμούς της χώρας.
Αυτό γίνεται πιο σαφές από τη στιγμή που τα δύο κόμματα εξουσίας δεν αμφισβήτησαν ποτέ τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. Αυτό που έθεσαν τα δύο κόμματα εξουσίας, η Ν. Δ. και ο κύριος δημιουργός του κράτους πρόνοιας το ΠΑΣΟΚ, ήταν οι αλλαγές στον τρόπο κατανομής του παραγόμενου πλούτου. Προφανώς η άσκηση της πολιτικής με άλλους τρόπους απαιτούσε την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, πιο φιλεργατικούς νόμους και στα πλαίσια της ένταξης της Ελλάδας στις υπερεθνικές δομές της Ευρωπαϊκής Ένωσης προσαρμογές στο εσωτερικό της χώρας.
Από τα προηγούμενα ανακύπτουν επομένως δύο ερωτήματα σχετικά με την εργασία μας. Πως και με ποιον τρόπο εφαρμόστηκε η κοινωνική πολιτική και το κράτος πρόνοιας στην Ελλάδα μετά το 1974 και δεύτερον στο κατά πόσο αυτό εφαρμόστηκε στο πεδίο της εκπαίδευσης των ανάπηρων.
4.2. Κοινωνική πολιτική και Κράτος Πρόνοιας
[Υποσημείωση: Στους ορισμούς των εννοιών «κοινωνική πολιτική» και «κράτος πρόνοιας» μπορούμε να διακρίνουμε δύο διαφορετικές προσεγγίσεις. Η πρώτη που θεωρεί ότι εκφράζουν την προσπάθεια να μειωθούν οι κοινωνικές ανισότητες και η δεύτερη που θεωρεί ότι εκφράζουν, εκτός από την προσπάθεια περιορισμού των κοινωνικών ανισοτήτων, και την προσπάθεια της εξουσίας για νομιμοποίηση και κοινωνικό έλεγχο. Επίσης διαφορετικές προσεγγίσεις αναπτύχθηκαν για την ίδια τη δυνατότητα της κρατικής παρέμβασης. Για παράδειγμα η νεοφιλελεύθερη αντίληψη θεωρεί ότι το κράτος δεν πρέπει να παρεμβαίνει και όλα τα ζητήματα να τα ρυθμίζει η αγορά. Τέλος υποσημείωσης].
Ο όρος «κοινωνική πολιτική» πρωτοεμφανίστηκε στη Γερμανία στα τέλη του 19ου αιώνα με στενή και πολύ συγκεκριμένη έννοια, δηλαδή την κρατική παρέμβαση για την επίλυση των προβλημάτων και την εξασφάλιση της ευημερίας της εργατικής τάξης.
Σύμφωνα με τον Τσαούση (1999:125), όταν αναφερόμαστε στην οικονομική ή κοινωνική πολιτική, εννοούμε τη λήψη μέτρων με συγκεκριμένο περιεχόμενο για την παραγωγή ή διατήρηση μιας επιθυμητής κατάστασης.
Η Λαμπίρη – Δημάκη (1990:201), ορίζει την κοινωνική πολιτική ως το οργανωμένο σύστημα κοινωνικών υπηρεσιών και θεσμών που έχουν ως αντικείμενο να βοηθήσουν άτομα και ομάδες να επιτύχουν ικανοποιητικά επίπεδα ζωής και υγείας, προσωπικούς και κοινωνικούς δεσμούς οι οποίοι θα τους επιτρέψουν να αναπτύξουν πλήρως τις ικανότητές τους και θα τους διασφαλίσουν ευημερία σε εναρμόνιση με τις οικογενειακές τους ανάγκες και τις ανάγκες της ευρύτερης κοινωνίας.
Η κοινωνική πολιτική, όμως, δεν αποσκοπεί μόνο στην προσφορά βοήθειας προς συγκεκριμένες ομάδες πληθυσμού. Σύμφωνα με τον Αλεξίου (1998: 13), η κοινωνική πολιτική δεν είναι μόνο ο κατ’ εξοχήν στρατηγικός μηχανισμός που εξασφαλίζει την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης αλλά και ο βασικός μηχανισμός ενσωμάτωσης του πληθυσμού. Η συμπεριφορά επομένως ατόμων ή ομάδων καθίσταται αντικείμενο ελέγχου από την πλευρά της κοινωνικής πολιτικής.
Ο όρος «κράτος πρόνοιας» αναφέρεται στην ιστορικά καθορισμένη μορφή του αστικού κράτους στις αναπτυγμένες καπιταλιστικά χώρες, η οποία χαρακτηρίζεται από τη μεγάλη διεύρυνση της κοινωνικής του λειτουργίας, ιδιαίτερα στη σφαίρα της κοινωνικής αναπαραγωγής. Αναλαμβάνει την ευθύνη κάλυψης αναγκών απασχόλησης, υγείας, παιδείας, κατοικίας, κοινωνικής φροντίδας, προστασίας του περιβάλλοντος και του ελεύθερου χρόνου για τον ενεργό και μη ενεργό πληθυσμό, αναπτύσσοντας το μηχανισμό του για την παροχή των ανάλογων υπηρεσιών ή για τη ρύθμιση παροχής τους από τον ιδιωτικό – κερδοσκοπικό και μη – τομέα (Στασινοπούλου, Ο., 1992: 23-26). Αποτελεί και προϋπόθεση για την κοινωνική συνοχή και αναπαραγωγή της κοινωνίας και συγχρόνως εγγύηση πολιτικής σταθερότητας, κοινωνικής δικαιοσύνης και αναδιανομής των οικονομικών πόρων (Στασινοπούλου, Ο., 1992: 70).
Σύμφωνα με τους Παπαδάκη (2003:72), και Ζαμπέτα (1994: 57), μία από τις κεντρικές λειτουργίες του κράτους πρόνοιας είναι η ισότιμη αναδιανομή των πόρων στα μέλη της κοινωνίας μέσα από θεσμούς και υπηρεσίες που σκοπό έχουν την άρση των μηχανισμών που δημιουργούν και αναπαράγουν τις κοινωνικές ανισότητες. Μία από τις βασικές υπηρεσίες του κράτους πρόνοιας είναι η εκπαίδευση, της οποίας η ισοκατανομή προϋποθέτει την διασφάλιση ίσων ευκαιριών στην εκπαίδευση με την άσκηση πολιτικών, που θέτουν ως προτεραιότητα τους τις αδύναμες ομάδες εφαρμόζοντας αντισταθμιστικά μέτρα. Η λειτουργία, επομένως, του κράτους πρόνοιας στην εκπαίδευση στοχεύει στην άρση των φραγμών και στην παροχή πρόσθετων εκπαιδευτικών ευκαιριών σε όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη, έτσι ώστε η εκπαίδευση να λειτουργεί, όχι ως θεσμός αναπαραγωγής των κοινωνικών ανισοτήτων, αλλά ως θεσμός που συμβάλει στη γενική ανάπτυξη και ευημερία.
Σύμφωνα με τη Σπανού (2005: 126-129), η ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας είχε ως αποτέλεσμα να αναπτυχθούν δημόσιες υπηρεσίες, οι οποίες υλοποιούν το ιδεώδες της κοινωνικής αλληλεγγύης και ασφάλειας και διέπονται από αρχές λειτουργίας (ισότητα, συνέχεια, προσαρμοστικότητα αλλά και ουδετερότητα και συχνά, δωρεάν παροχή υπηρεσιών) που τις διαφοροποιούν από την αγορά.
Μετά όμως τις κρίσεις του 1973 και του 1979 η πολιτική των κρατικών παρεμβάσεων αντιμετωπίζει προβλήματα. Η αύξηση των δημόσιων ελλειμμάτων και της ανεργίας, οι αλλαγές στην αγορά εργασίας και η επιβράδυνση της ανάπτυξης οδηγούν στην επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού, αρχικά στην Μ. Βρετανία και τις ΗΠΑ, και στις πολιτικές περιστολής των δαπανών.
Σύμφωνα με τον Apple (2002: 50-52), ο νεοφιλελευθερισμός έχει ως όραμα το αδύναμο κράτος. Η αγορά είναι ο ρυθμιστής των πάντων με κυρίαρχο κανόνα την ανάλυση κόστους – οφέλους. Η έννοια του καταναλωτή διαδραματίζει κυρίαρχο ρόλο στην ιδεολογία του νεοφιλελευθερισμού. Ο κόσμος στην ουσία είναι ένα απέραντο σούπερ μάρκετ και η δυνατότητα επιλογής του καταναλωτή είναι ο εγγυητής της δημοκρατίας. Η δημοκρατία, επομένως, δεν είναι πια πολιτική έννοια, αλλά καθαρά οικονομική. Ο νεοφιλελευθερισμός στο σύνολό του συνδέεται με μια ευρύτερη διεργασία μετατόπισης απόδοσης των ευθυνών από τις κυρίαρχες ομάδες, στο κράτος και στους φτωχούς.
Σύμφωνα με τον Γρόλλιο (1999:22), η νεοφιλελεύθερη αναδιάρθρωση είναι πρωταρχικά μια ολόπλευρη επίθεση των δυνάμεων του κεφαλαίου διεθνώς, η οποία εκτυλίσσεται με διαφορετικούς ρυθμούς και επιμέρους χαρακτηριστικά σε κάθε κοινωνικό σχηματισμό, στοχεύοντας στη ριζική αλλαγή των συσχετισμών δύναμης σε βάρος των δυνάμεων της εργασίας. Κύρια συστατικά της είναι: α) ο περιορισμός των κοινωνικών πολιτικών και των επενδυτικών παρεμβάσεων του κράτους, β) οι αλλαγές στις μορφές των παραγωγικών/κοινωνικών σχέσεων και της οργάνωσης της παραγωγής στην κατεύθυνση της ευελιξίας-ευλυγισίας και γ) η δημιουργία και ισχυροποίηση υπερεθνικών-περιφερειακών μηχανισμών.
[Υποσημείωση: Οι αλλαγές στις μορφές των παραγωγικών σχέσεων στην κατεύθυνση της ευελιξίας-ευλυγισίας επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό και τις σχέσεις εργασίας στο χώρο της εκπαίδευσης. Οι πιο χαρακτηριστικές αλλαγές στις σχέσεις εργασίας των εκπαιδευτικών είναι, σύμφωνα με τον Τουλγαρίδη (2004:7): α) η αμφισβήτηση της μόνιμης και σταθερής εργασίας, β) η ελαστικοποιηση του ωραρίου, γ) η ένταση της λιτότητας και η επίτευξη της πιο φτηνής λειτουργίας του δημόσιου σχολείου, δ) η αμφισβήτηση των επαγγελματικών και εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών και ε) η επιλογή της ωρομίσθιας έναντι της σταθερής και μόνιμης εργασίας. Τέλος υποσημείωσης].
Η κριτική του παραδοσιακού κράτους πρόνοιας ως σπάταλου και αναποτελεσματικού είχε ως αποτέλεσμα κατά τη Σπανού (2005: 136-137) την αμφισβήτηση των καθολικών παροχών και τη στροφή προς τρεις νέες κατευθύνσεις: α) προτεραιότητα στην οικονομική λογική της συγκράτησης ή της συμπίεσης των κοινωνικών δαπανών, με αιχμή την αναζήτηση αποδοτικότερης και αποτελεσματικότερης χρήσης των πόρων, β) επικέντρωση σε συγκεκριμένες ομάδες-στόχο οι οποίες περιγράφονται με όλο και στενότερα κριτήρια, κατόπιν ελέγχου πόρων, και γ) ενεργοποίηση των επωφελούμενων προκειμένου να βγουν το συντομότερο από το καθεστώς ανάγκης στο οποίο βρίσκονται και έτσι να μειωθεί ο πληθυσμός που εξαρτάται από τις κοινωνικές παροχές (ενεργητικές πολιτικές). Οι τρεις αυτές τάσεις αποτυπώνονται σαφώς στις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι νέες κοινωνικές πολιτικές περιστρέφονται γύρω από την έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού και της ένταξης των αποκλεισμένων και απομακρύνονται από το στόχο του παραδοσιακού κράτους πρόνοιας που ήταν η άμβλυνση των κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων.
4.3. Κοινωνική πολιτική και κράτος πρόνοιας στην Ελλάδα
Η περιοδολόγηση της κοινωνικής πολιτικής στην Ελλάδα, σύμφωνα με τον Αλεξίου (2008: 169), διακρίνεται σε τρεις περιόδους ανάλογα με τους στόχους και τις προτεραιότητες που κάθε φορά τίθενται: α) την κοινωνικοποιητική περίοδο, που αποσκοπεί στην ανάπλαση των προκαπιταλιστικών (κοινοτιστικών έξεων και συνηθειών και στην εναρμόνιση του (κοινωνικού) σώματος με πρακτικές και αξίες της αναδυόμενης αστικής καπιταλιστικής πραγματικότητας, β) την περίοδο της απόσπασης διαχείρισης και μονοπώλησης της εργατικής δύναμης από τα κρατικά συστήματα κοινωνικών ασφαλίσεων που αρχίζει το 1911 και φτάνει μέχρι τη δεκαετία του 1960 και γ) την περίοδο όπου η κοινωνική πολιτική λειτουργεί σ’ ένα βαθμό με βάση τα «κεϋνσιανά» πρότυπα (διασφάλιση της διευρυμένης αναπαραγωγής) με έντονα τα αναδιανεμητικά στοιχεία (κυρίως δεκαετία του 1980).
Η συγκεκριμένη εξέλιξη οφείλεται, σύμφωνα με τον Αλεξίου (2008: 159), στο γεγονός, ότι «ο χαρακτήρας της καπιταλιστικής ανάπτυξης και ο τύπος εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα δεν επέτρεψαν τη γενίκευση της μισθωτής εργασίας και την προλεταριοποίηση του πληθυσμού, παράγοντας που θα καθιστούσε, μαζί με τη μετάβαση σε φορντικές – τεϊλορικές συνθήκες παραγωγής, την αναγκαία εμπέδωση ενός κράτους πρόνοιας. Η ανάληψη από το κράτος των συνθηκών αναπαραγωγής της ελληνικής κοινωνίας αναπτύσσεται μέσα από την απώθηση αλλά και τη διατήρηση των αυτοπαραγωγικών συστημάτων, ενώ, όταν διευρύνεται η μισθωτοποίηση και διαμορφώνεται μια πλατιά βάση μισθωτών εργαζομένων, τίθεται και το ζήτημα της νομιμοποίησης της πολιτικής εξουσίας (μετά το 1974, κυρίως όμως στη δεκαετία του 1980) μέσα από μέτρα κοινωνικής πολιτικής».
[Υποσημείωση: Στη βάση αυτής της ανάλυσης μπορεί να εξηγηθεί το γεγονός της κυριαρχίας του ΠΑΣΟΚ στις ενώσεις, τις Ομοσπονδίες και τα συνδικαλιστικά όργανα των αναπήρων και των οικογενειών τους. Τέλος υποσημείωσης].
Ουσιαστικά η ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας στην Ελλάδα αρχίζει μετά τα μέσα της δεκαετίας του 1970. Τότε υπάρχουν τα βασικά συστατικά στοιχεία για την ανάπτυξη του, δηλ. μία ομοιογενή κοινωνική ομάδα (οι μισθωτοί αποτελούν το 60% του εργατικού δυναμικού), επέκταση των πολιτικών και δημοκρατικών ελευθεριών και την ανάπτυξη της αντίληψης ότι η κοινωνία είναι υπεύθυνη απέναντι στον πολίτη θεωρώντας την αναπαραγωγή του ατόμου και της εργατικής του δύναμης ως αποκλειστικό της καθήκον (Χλέτσος, Μ., 1999: 276).
Η επέκταση του κράτους πρόνοιας, κυρίως μετά το 1981, απόρροια μέχρι ένα σημείο της πολιτικής πολυσυλλεκτικής συμμαχίας που συγκροτεί το ΠΑΣΟΚ υπό τον τίτλο «μπλοκ των μη προνομιούχων», οδηγεί αφ’ ενός στην πολιτική επικράτηση του για την επόμενη 20ετία και στην συνδικαλιστική κυριαρχία του στο εσωτερικό των δημόσιων υπηρεσιών και αφ’ ετέρου στην νομιμοποίηση της πολιτικής εξουσίας της αστικής τάξης για τα επόμενα 30 χρόνια και στην επιτυχή άσκηση του κοινωνικού ελέγχου στο χώρο της αναπηρίας.
Μετά το 1981 εγκαινιάζεται μια περίοδος επέκτασης του κοινωνικού κράτους, που χαρακτηρίζεται από την αύξηση των κατώτατων ημερομισθίων, την αύξηση των συντάξεων και των επιδομάτων, την ίδρυση του ΕΣΥ, τη θεσμοθέτηση των ΚΑΠΗ, καθιερώθηκε το ΕΚΑΣ, ενώ στα πλαίσια των προσωπικών κοινωνικών υπηρεσιών το 2002 εφαρμόστηκε πιλοτικά το πρόγραμμα «βοήθεια στο σπίτι» και δημιουργήθηκε Εθνικός Οργανισμός Κοινωνικής Φροντίδας με σκοπό το συντονισμό των διάσπαρτων πρωτοβουλιών σε αυτόν τον τομέα (Ματσαγγάνης, 2004).
Η κριτική που ασκείται στο κράτος πρόνοιας στην Ελλάδα αναφέρεται στην την ανεπαρκή κάλυψη ομάδων πληθυσμού, όπως άνεργοι, φτωχοί, άτομα με ειδικές ανάγκες. Η ανεπάρκεια κάλυψης μερίδων του πληθυσμού προδίδει, σύμφωνα με το Σωτηρόπουλο, (1999: 145), την προβληματική δομή του ελληνικού κράτους πρόνοιας.
Σύμφωνα με τον Ματσαγγάνη (2004: 128), οι ομάδες ή τα άτομα που δεν καλύπτονται καθόλου, ή τους παρέχεται ανεπαρκής κάλυψη είναι οι: α) άνεργοι που δεν έχουν δικαίωμα επιδότησης ανεργίας ή το έχουν εξαντλήσει, β) εργαζόμενοι με αμοιβή χαμηλότερη του ανειδίκευτου εργάτη, γ) εργαζόμενοι με μερική ή εποχιακή απασχόληση χωρίς κοινωνική ασφάλιση, δ) αγρότες με εκμεταλλεύσεις χαμηλής απόδοσης, ε) άτομα εκτός εργατικού δυναμικού (π.χ. νοικοκυρές), στ) άτομα με ειδικές ανάγκες τα οποία για διάφορους λόγους δεν ανήκουν σε κάποια απ’ τις κατηγορίες που αναγνωρίζονται και ενισχύονται από την Πρόνοια, ζ) παλιννοστούντες, ξένοι μετανάστες, τσιγγάνοι, εξαρτημένα άτομα κ.λπ.
4.4. Το κράτος πρόνοιας στην εκπαίδευση των ανάπηρων.
Όπως περιγράψαμε και πιο πριν το κράτος πρόνοιας στην Ελλάδα αναπτύσσεται σε χρονική αναντιστοιχία με τις άλλες χώρες. Στο πεδίο, όμως, της εκπαίδευσης των ανάπηρων παρουσιάζονται επιπλέον προβλήματα, τα οποία σχετίζονται με τον τρόπο που αντιμετωπιζόταν μέχρι τότε από το ελληνικό κράτος. Η παρέμβαση του ελληνικού κράτους στην κοινωνική πολιτική ξεκινά στις αρχές του 20ου αιώνα, ενώ μετά τη Μεταπολίτευση η πολιτική εξουσία επιζητεί τη νομιμοποίησή της με μέτρα κοινωνικής πολιτικής. Αυτό συνεπάγεται ένα μακρόχρονο στάδιο, στο οποίο σε διάφορους τομείς, όπως π. χ. η κοινωνική ασφάλιση, υπάρχει το χρονικό περιθώριο να δημιουργηθούν υποδομές και να αποκτηθεί τεχνογνωσία, στη βάση των οποίων τα μέτρα κοινωνικής πολιτικής εφαρμόζονται με αποτελεσματικότερο τρόπο.
Στο πεδίο, όμως, της αναπηρίας και πιο ειδικά στο πεδίο της εκπαίδευσης τους, περνάμε ουσιαστικά στο δεύτερο και στο τρίτο στάδιο ταυτόχρονα, δηλ. η απόσπαση της εκπαίδευσης των ανάπηρων από τους ιδιώτες λαμβάνει χώρα με την ταυτόχρονη ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας. Αυτό δημιουργεί αρχικά δύο βασικά ερωτήματα για την κατανόηση των εξελίξεων στο χώρο της Ε. Α. Πρώτον και με κατεύθυνση το παρελθόν, «ποιοι είναι οι λόγοι που το ελληνικό κράτος δεν αναλαμβάνει μέχρι το 1975 την εκπαίδευση των ανάπηρων αφήνοντας την στη φιλανθρωπία;» και δεύτερον με κατεύθυνση το παρόν και το μέλλον «ποιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή το κράτος αναλαμβάνει την εκπαίδευση των ανάπηρων;» Όσο αφορά το πρώτο ερώτημα, πέρα από το γεγονός ότι είναι εκτός των πλαισίων της εργασίας μας, η απουσία ερμηνευτικών μελετών καθιστά αδύνατο και τον απλό σχολιασμό του ερωτήματος. Όσον αφορά το δεύτερο δώσαμε στην προηγούμενη ενότητα μια πρώτη απάντηση, θεωρώντας ότι η ολοκληρωμένη απάντηση του και δεν έχει δοθεί ακόμη και βέβαια ξεπερνά και αυτή τα πλαίσια της εργασίας μας. Επίσης, όπως θα αναφέρουμε πιο αναλυτικά παρακάτω, το ταυτόχρονο πέρασμα δημιουργεί αντιφάσεις στον τρόπο ανάπτυξης της εκπαίδευσης των ανάπηρων.
Στα πλαίσια αυτά η κρατική παρέμβαση για την ανάπτυξη της Ε. Α., από το 1975 μέχρι το 2008, μπορεί να διακριθεί σε δύο περιόδους. Η πρώτη διαρκεί μέχρι το 2000 και την ψήφιση του 2817 και η δεύτερη μέχρι την ψήφιση του 3699. Τα χαρακτηριστικά της πρώτης περιόδου είναι η ανάπτυξη μόνο της Πρωτοβάθμιας Ε. Α., και μόνο στο επίπεδο των Ειδικών Σχολείων και των Ειδικών Τάξεων. Η ανάπτυξη της Δευτεροβάθμιας Ε. Α., της Ειδικής Επαγγελματικής Ειδικής Εκπαίδευσης, (στο εξής ΕΕΕ), των διαγνωστικών δομών, των σπουδών για εξειδικευμένο προσωπικό, της παράλληλης στήριξης είναι ελάχιστη, ενώ μόνο από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 παίρνονται μέτρα ανάπτυξης των σπουδών για την εξειδίκευση του προσωπικού με την ψήφιση του νόμου 23271995 για τα Διδασκαλεία.
Στη δεύτερη περίοδο 2000-2008 αρχίζει η ανάπτυξη της Δευτεροβάθμιας Ε. Α., της ΕΕΕ και των διαγνωστικών δομών. Δημιουργούνται επίσης θεσμικά επιστημονικά όργανα, για την νομιμοποίηση των πολιτικών επιλογών, όπως το Τμήμα Ε.Α. στο Π.Ι. και αρχίζει η ανάπτυξη των επιμέρους αναλυτικών προγραμμάτων. Ταυτόχρονα υπάρχει έλλειψη στατιστικών στοιχείων, μεγάλα κενά στις υποδομές και το προσωπικό, έλλειψη συντονισμού των κρατικών υπηρεσιών, μακρόχρονη έλλειψη δομών για την εκπαίδευση του προσωπικού και παροχή Ε. Α. μόνο σε ένα μέρος των ανάπηρων παιδιών. Παράλληλα επιβεβαιώνονται τα όσα γράψαμε για την άσκηση του κοινωνικού ελέγχου, αφού το μεγαλύτερο μέρος των ενώσεων των ανάπηρων και των φορέων που ασχολούνται με την Ε. Α. ελέγχονται από την πολιτική εξουσία.
Με βάση τα στοιχεία που παρουσιάζονται στον πίνακα 1 είναι προφανές ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1950 δεν φοιτά παρά ένας ελάχιστος αριθμός μαθητών (299), και αυτός μόνο στα Ειδικά Σχολεία. Στον επόμενο αριθμό που παρουσιάζεται στον πίνακα στις αρχές της δεκαετίας του 1970 παρατηρούμε ότι ο αριθμός έχει αυξηθεί στους 1159, από τους οποίους οι 430 είναι κορίτσια. Από αυτούς 288 (165 αγόρια και 123 κορίτσια) φοιτούσαν στα δημόσια σχολεία και 871 (564 αγόρια και 307 κορίτσια) στα ιδιωτικά σχολεία. Ο αριθμός των παιδιών που φοιτούν στις δομές της Ε. Α. αυξάνεται τα επόμενα χρόνια και ανεβαίνει λίγο πάνω από τους 3000 στα μέσα της δεκαετίας του 1970. Μετά την ψήφιση των νόμων 1143 & 1566 και την ίδρυση των Ειδικών Τάξεων (στο εξής Ε. Τ.), ο αριθμός αυξάνεται στα μέσα της δεκαετίας του 1980 στις 4399 και στις 12351 στις αρχές της δεκαετίας του 1990. Μπορούμε όμως να δούμε ότι ο μεγάλος αριθμός του μαθητικού δυναμικού είναι στο χώρο της Πρωτοβάθμιας, ενώ το ποσοστό διαρροής από την Πρωτοβάθμια στη Δευτεροβάθμια είναι απίστευτα υψηλό. Από τους 2940 μαθητές και μαθήτριες που φοιτούν στην Πρωτοβάθμια Ε. Α. (Ειδικά Σχολεία), και δεν εντάσσουμε σε αυτούς όσους και όσες φοιτούσαν στις Ειδικές τάξεις, γιατί δεν έχουμε στοιχεία για την περαιτέρω εξέλιξη τους, στη Δευτεροβάθμια ο αριθμός πέφτει στους 332, ποσοστό μόλις 11, 29% και ακόμη λιγότερο στην ΕΕΕ, μόνο 204 μαθητές και ποσοστό 6,93%. Αυτό εξηγείται από το γεγονός ότι ουσιαστικά δεν υπάρχουν δομές Δευτεροβάθμιας Ε. Α. και ΕΕΕ.
Τη σχολική χρονιά 1993-94 (τα στοιχεία του πίνακα είναι ελλιπή) παραμένουν τα ίδια περίπου ποσοστά. Δεν έχουμε στοιχεία για την επόμενη πενταετία αλλά και μόνο από το γεγονός ότι δομές στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση δεν υπάρχουν υποθέτουμε ότι η κατάσταση παραμένει η ίδια. Με τα στοιχεία που παρουσιάζονται στην χαρτογράφηση Ειδικής Αγωγής που έγινε τη σχολική χρονιά 2003 – 2004 ο αριθμός των μαθητών ανέρχεται σε 15850, ο αριθμός των δομών της Ε. Α. 1192, και το προσωπικό σε 3078. Δεν υπάρχουν όμως στη χαρτογράφηση στατιστικά στοιχεία για τον αριθμό των μαθητών ανά βαθμίδα ώστε να μπορέσουμε να δούμε ποια είναι η εξέλιξη της σχέσης Πρωτοβάθμιας Δευτεροβάθμιας και Επαγγελματικής Εκπαίδευσης. Αυξημένα νούμερα δίνει την επόμενη χρονιά το ΥΠΕΠΘ, στα οποία ο αριθμός των μαθητών ανέρχεται στους 19038 και ο αριθμός των σχολικών μονάδων σε 2759.
[Υποσημείωση: Η σύγκριση των στοιχείων των ετών 2003-2004 και 2004-2005 μας δείχνει ότι τα στοιχεία μιας χρονιάς είναι λάθος. Ή η χαρτογράφηση μας δίνει ελλιπή στοιχεία ή το ΥΠΕΠΘ. Είναι αδύνατο να δημιουργήθηκαν μέσα σε ένα χρόνο περίπου 1600 δομές Ε.Α. και να αυξήθηκε ο αριθμός των μαθητών κατά 4.000 περίπου χιλιάδες. Τέλος υποσημείωσης].
Σταδιακή αύξηση στους αριθμούς παρατηρείται και στις δομές της Ε. Α. και του προσωπικού, η οποία αποτυπώνεται στους πίνακες 2 & 3. Η ιδιαίτερη αύξηση που παρατηρείται μετά το 2000 πρέπει να αποδοθεί στη δημιουργία των δομών της Δευτεροβάθμιας Ε. Α. και της ΕΕΕ. Δεν έχουμε επίσης πλήρη εικόνα για την χρονολογική κατανομή ανά νομό και περιφέρεια. Εκτός από τον πίνακα που δημοσιεύεται στο Δελτίο Ειδικής Αγωγής του 1994 και την χαρτογράφηση του 2003-2004, δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία για την ανάπτυξη της Ε. Α. ανά νομό και περιφέρεια, ανά βαθμίδα εκπαίδευσης, για τα κενά στο προσωπικό κτλ. Τέλος δεν έχουμε στοιχεία για την κατανομή των σπουδών του προσωπικού που εργαζόταν κάθε χρόνο στην Ε. Α.
Αν όμως μείνουμε μόνο στους αριθμούς θα έχουμε μια ψεύτικη εικόνα για την Ε. Α. στην Ελλάδα. Σε κάθε περίπτωση οι αριθμοί που παρουσιάζονται στους πίνακες αντιπροσωπεύουν ένα μόνο μέρος του αναμενόμενου αριθμού μαθητών με βάση τις διεθνείς στατιστικές, στις οποίες ανατρέχουν οι έλληνες βουλευτές, μιας και στην Ελλάδα στατιστικά δεδομένα για τον ακριβή αριθμό των ανάπηρων δεν υπάρχουν.
Τρεις παρατηρήσεις που θα μπορούσαμε να κάνουμε σε σχέση με την ανάπτυξη του κράτους πρόνοιας στην Ελλάδα. Πρώτον ότι αρχίζει να αναπτύσσεται με καθυστέρηση 30 ετών σε σχέση με την Ευρώπη και τις ΗΠΑ, δεύτερον ότι όταν αρχίζει αυτή η ανάπτυξη στην Ελλάδα, στον υπόλοιπο κόσμο το κράτος πρόνοιας αντιμετωπίζει προβλήματα, και τρίτον όταν βρίσκεται σε πλήρη ανάπτυξη, τη δεκαετία του 1990, στις χώρες της Ευρώπης (Γερμανία) και στις ΗΠΑ υπογράφεται η «ληξιαρχική πράξη του τέλους» (Μηνακάκης, Β., 1996: 10-16). Σε σχέση με τον τρόπο που εφαρμόζεται το κράτος πρόνοιας στην εκπαίδευση των ανάπηρων μπορούμε να δούμε ότι συντελείται μια σταδιακή ανάπτυξη της εκπαίδευσης των ανάπηρων, η οποία δεν μπορεί να ανταποκριθεί στα προβλήματα περισσότερο κατά τη διάρκεια της πρώτης και λιγότερο κατά της διάρκεια της δεύτερης περιόδου.
