Το 1994, ο Ladrech σε μία πρώτη προσπάθεια όρισε των εξευρωπαϊσμό ως «μία σταδιακή διαδικασία που επαναπροσανατολίζει την κατεύθυνση και τη μορφή της πολιτικής, στο βαθμό που η πολιτική της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και η οικονομική δυναμική γίνονται μέρος της οργανωτικής λογικής της εθνικής πολιτικής και της χάραξης πολιτικής». Πρόκειται λοιπόν για μία “top-down” προσέγγιση, καθώς ο εξευρωπαϊσμός νοείται ως μία αλλαγή, η οποία προκαλείται από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και εστιάζει στην εθνική ενσωμάτωση (Ladrech, 1994; Hang, 2011). Στο ίδιο μήκος κύματος με τον Ladrech βρίσκεται και η προσέγγιση των Borzel και Risse (2000). Σύμφωνα με αυτούς ο εξευρωπαϊσμός νοείται «ως μία διαδικασία αλλαγής σε εσωτερικό επίπεδο κατά την οποία τα κράτη προσαρμόζουν τις διαδικασίες, τις πολιτικές και τους θεσμούς τους σε νέες πρακτικές, νόρμες, κανόνες και διαδικασίες που προκύπτουν από την εμφάνιση ενός ευρωπαϊκού συστήματος διακυβέρνησης» (Borzel & Risse, 2000). Οι περισσότεροι λοιπόν, αντιλαμβάνονται τον εξευρωπαϊσμό ως μία διαδικασία εγχώριας προσαρμογής, η οποία έχει πάντοτε ‘‘σημείο εκκίνησης’’ την ΕΕ (Kaliber, 2013).
Ειδικότερα, το ζήτημα της προσαρμογής μελετήθηκε εκτενέστερα και από τους Cowles, Caporaso και Risse (2001), οι οποίοι περιγράφουν τον εξευρωπαϊσμό ως την «ανάδυση και ανάπτυξη σε ευρωπαϊκό επίπεδο διακριτικών δομών διακυβέρνησης, δηλαδή, πολιτικών, νομικών και κοινωνικών θεσμών που σχετίζονται με την επίλυση πολιτικών προβλημάτων που επισημοποιεί αλληλεπιδράσεις μεταξύ των παραγόντων και των δικτύων πολιτικής που ειδικεύονται στην δημιουργία έγκυρων κανόνων». Σύμφωνα με αυτούς, ο βαθμός πίεσης για εθνική προσαρμογή στις ευρωπαϊκές πολιτικές εξαρτάται από την συμβατότητα των δύο επιπέδων (Cowles et al., 2001). Πιο συγκεκριμένα, όσο πιο χαμηλή είναι η συμβατότητα ανάμεσα στο εθνικό και το ευρωπαϊκό πεδίο, τόσο πιο υψηλή είναι και η προσαρμοστική πίεση που δέχονται τα κράτη-μέλη (Borzel & Risse, 2000). Μάλιστα, οι παραπάνω ερευνητές, χρησιμοποιούν και τον όρο «goodness of fit», που σημαίνει «καλή προσαρμογή», για να τονίσουν πως το ταίριασμα της ευρωπαϊκής και της εγχώριας πολιτικής καθορίζει και το βαθμό της πίεσης που υφίστανται τα κράτη στα πλαίσια του εξευρωπαϊσμού (Borzel & Risse, 2000). Ως εκ τούτου, τα κράτη παρουσιάζουν διαφορές ως προς τον βαθμό πιέσεων και τις διαδικασίες προσαρμογής, καθώς δεν διαθέτουν τις ίδιες θεσμικές δομές (Cowles et al., 2001).
