Η παρούσα μελέτη, παρότι αναδεικνύει σημαντικά συμπεράσματα και συμβάλλει στη συστηματική κατανόηση της κοινωνικής ένταξης εκτοπισμένων ατόμων με αναπηρία μέσω του αθλητισμού, θέτει ταυτόχρονα τη βάση για περαιτέρω επιστημονική διερεύνηση του ζητήματος. Ο περιορισμένος αριθμός διαθέσιμων ερευνών στο συγκεκριμένο θεματικό πεδίο, καθώς και η διαπιστωμένη απουσία εθνικών και ευρωπαϊκών δεδομένων που να αφορούν ρητά το σύνολο των προσφύγων με αναπηρία, καθιστούν αναγκαία την ενίσχυση της ερευνητικής παραγωγής με νέες μελέτες, οι οποίες θα εμβαθύνουν στις πολλαπλές διαστάσεις του φαινομένου.
Αρχικά, προτείνεται η διεξαγωγή συγκριτικών μελετών μεταξύ διαφορετικών χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με στόχο την αποτύπωση των εθνικών αποκλίσεων και συγκλίσεων ως προς τις πολιτικές, τα προγράμματα και την προσβασιμότητα του αθλητισμού για εκτοπισμένα άτομα με αναπηρία. Τέτοιου τύπου έρευνες μπορούν να συμβάλουν στη χαρτογράφηση των καλών πρακτικών, αλλά και στην κατανόηση των δομικών παραγόντων που ευνοούν ή παρεμποδίζουν την ενταξιακή λειτουργία του αθλητισμού.
Παράλληλα, κρίνεται σκόπιμο να ενισχυθεί η συμμετοχή των ίδιων των εκτοπισμένων ΑμεΑ στην ερευνητική διαδικασία, τόσο ως υποκείμενα λόγου όσο και ως συμπαραγωγοί γνώσης. Μέσα από συμμετοχικές μεθόδους και εργαλεία όπως οι βιογραφικές αφηγήσεις, οι ομάδες εστιασμένης συζήτησης και η συμπερίληψη εκπροσώπων τους στον σχεδιασμό ερευνητικών προγραμμάτων, μπορούν να αναδειχθούν εμπειρίες, ανάγκες και οπτικές που δεν αποτυπώνονται επαρκώς σε παραδοσιακές, ποσοτικοκεντρικές προσεγγίσεις (Harris & Roberts, 2003).
Τέλος, θεωρείται απαραίτητη η διεύρυνση της ερευνητικής εστίασης προς τις διαθεματικές πτυχές της εμπειρίας των εκτοπισμένων ΑμεΑ, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία, το φύλο, την ψυχική υγεία, την πολιτισμική καταγωγή και το καθεστώς διαμονής (Rfat et al., 2023). Η ερμηνευτική προσέγγιση της κοινωνικής ένταξης απαιτεί πολυπαραγοντική ανάλυση και αποφυγή γενικεύσεων, ώστε να διασφαλίζεται η κοινωνική ορατότητα και η ουσιαστική ένταξη όλων των υποομάδων.
Συνοψίζοντας, η παρούσα εργασία θέτει τις βάσεις για την επιστημονική θεμελίωση ενός νέου ερευνητικού πεδίου που συνδέει την αναπηρία, το προσφυγικό βίωμα και τον αθλητισμό υπό το πρίσμα της κοινωνικής ένταξης και της θεσμικής μεταρρύθμισης. Οι μελλοντικές ερευνητικές κατευθύνσεις που προτείνονται δεν στοχεύουν μόνο στην παραγωγή γνώσης, αλλά και στη διαμόρφωση ενός πιο δίκαιου, περιεκτικού και κοινωνικά ευαίσθητου μοντέλου πολιτικής.
Εν κατακλείδι, η μελέτη αυτή δεν φιλοδοξεί να δώσει οριστικές απαντήσεις, αλλά να συμβάλει σε έναν ανοιχτό και ουσιαστικό διάλογο γύρω από τις έννοιες της κοινωνικής ένταξης, της ορατότητας και της αξιοπρέπειας για εκείνους που συχνά παραμένουν στο περιθώριο των πολιτικών και θεσμικών προτεραιοτήτων. Η μελέτη των εκτοπισμένων ατόμων με αναπηρία και η αναγνώριση του αθλητισμού ως ενός εν δυνάμει μετασχηματιστικού εργαλείου, υπενθυμίζει ότι οι πολιτικές ισότητας δεν εξαντλούνται σε ρυθμίσεις και στρατηγικές, αλλά απαιτούν την επαναδιαπραγμάτευση των ίδιων των αξιών που διέπουν τον κοινωνικό ιστό. Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από μετατοπίσεις, αποκλεισμούς και ανισότητες, η συμπερίληψη δεν αποτελεί απλώς τεχνικό ζητούμενο, αλλά ηθική και πολιτική αναγκαιότητα. Μέσα από την ανάδειξη αυτής της πολλαπλά ευάλωτης ομάδας, επιβεβαιώνεται ότι η κοινωνική αλλαγή μπορεί να ξεκινήσει από το πεδίο των μικρών παρεμβάσεων — από τον αθλητικό χώρο, τον χώρο συνάντησης και αποδοχής — και να εξελιχθεί σε συστημική μετατόπιση με οικουμενικές προεκτάσεις.
