6.3.3 Αποσπασματικότητα και θεσμική ασυνέχεια στις πολιτικές ένταξης μέσω του αθλητισμού
Παρά την αναγνώριση του αθλητισμού ως εργαλείου ενδυνάμωσης και κοινωνικής συνοχής, σε επίπεδο δημόσιας πολιτικής η αξιοποίησή του για την ένταξη των προσφύγων με αναπηρία παραμένει εξαιρετικά περιορισμένη και αποσπασματική (Spaaij et al., 2019). Η έλλειψη ενός συνεκτικού και διαρκούς πλαισίου στρατηγικής καθιστά τις υπάρχουσες παρεμβάσεις ασταθείς, προσωρινές και θεσμικά ευάλωτες στην πολιτική ή χρηματοδοτική συγκυρία.
Οι περισσότερες δράσεις στον τομέα αυτό αναπτύσσονται μεμονωμένα — στο περιθώριο τοπικών πρωτοβουλιών, Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, ερευνητικών προγραμμάτων ή βραχύβιων ευρωπαϊκών έργων. Αν και αρκετές από αυτές επιδεικνύουν αξιοσημείωτη κοινωνική ευαισθησία και καινοτομία, η εμβέλειά τους παραμένει περιορισμένη και ο κοινωνικός τους αντίκτυπος δεν μετουσιώνεται σε μακροπρόθεσμες δημόσιες πολιτικές (Cottingham et al., 2023). Απουσιάζει ένας μηχανισμός θεσμικής εδραίωσης, παρακολούθησης και επανατροφοδότησης, με αποτέλεσμα η καλή πρακτική να παραμένει εξαιρέσεις — και όχι δομικός κανόνας.
Ακόμη και όταν υφίστανται εθνικές ή περιφερειακές στρατηγικές κοινωνικής ένταξης που περιλαμβάνουν τον αθλητισμό ως πεδίο παρέμβασης, σπανίως προβλέπεται η ενσωμάτωση του προσφυγικού πληθυσμού με αναπηρία. Η «συμπερίληψη» συχνά εξαντλείται σε γενικές αναφορές σε ευάλωτες ομάδες, χωρίς ειδική μέριμνα για τη διασταυρούμενη ευαλωτότητα που προκύπτει από τον συνδυασμό του καθεστώτος του πρόσφυγα και της εμπειρίας της αναπηρίας. Έτσι, απουσιάζει τόσο η λειτουργική προσαρμογή των δράσεων όσο και η πολιτική πρόβλεψη για μακροπρόθεσμη προσβασιμότητα (Rfat et al., 2023).
Η θεσμική αυτή ασυνέχεια αποτυπώνεται και στο χρηματοδοτικό επίπεδο: τα κονδύλια που κατευθύνονται στον αθλητισμό ως μέσο κοινωνικής ένταξης είναι συχνά προσανατολισμένα είτε σε γενικούς πληθυσμούς προσφύγων είτε σε ΑμεΑ χωρίς προσφυγικό υπόβαθρο, χωρίς διατομεακή στοχοθέτηση ή διακριτή κατηγορία για την ομάδα που μας απασχολεί. Η απουσία αυτής της στόχευσης δεν είναι απλώς οργανωτικό έλλειμμα, αλλά ενδεικτική μιας βαθύτερης αδυναμίας του πολιτικού σχεδιασμού να ενσωματώσει σύνθετες κοινωνικές πραγματικότητες (Hamidi & Karachiwalla, 2022).
Επιπλέον, δεν υφίστανται δομημένοι μηχανισμοί παρακολούθησης και αξιολόγησης της επίδρασης των παρεμβάσεων που υλοποιούνται. Η αποτίμηση του κοινωνικού αντίκτυπου (social impact assessment), η αναγκαία επιστημονική τεκμηρίωση και η ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των ενδιαφερόμενων απουσιάζουν σχεδόν πλήρως από το θεσμικό ρεπερτόριο (Crock & Ernst, 2017). Το αποτέλεσμα είναι ένα τοπίο ασυντόνιστο, που χαρακτηρίζεται από κατακερματισμό, επικαλύψεις και αδυναμία στρατηγικής εμβάθυνσης.
Αυτή η αδυναμία διαμόρφωσης πολιτικής συνέχειας και θεσμικής ευθύνης αποστερεί από τον αθλητισμό τον ρόλο του ως γέφυρα ισότητας και ένταξης. Η εφήμερη και περιθωριοποιημένη χρήση του σε προγράμματα που αφορούν πρόσφυγες με αναπηρία αναπαράγει την άνιση μεταχείριση και περιορίζει τις δυνατότητες για κοινωνική επανένταξη, ψυχολογική αποκατάσταση και δημόσια ορατότητα (Lange et al., 2024). Αν δεν υπάρξει μια σαφής πολιτική δέσμευση για διατομεακές, διαρκείς και συμμετοχικές στρατηγικές, η ένταξη μέσω του αθλητισμού θα παραμείνει μια υπόσχεση με περιορισμένη πρακτική εφαρμογή — και οι πιο ευάλωτοι θα συνεχίσουν να αποκλείονται από αυτήν.
