6.3.2 Έλλειψη κατάλληλα καταρτισμένου ανθρώπινου δυναμικού
Η ανθρώπινη διάσταση των αθλητικών παρεμβάσεων είναι καθοριστική για την επιτυχία κάθε προγράμματος ένταξης — και αυτό ισχύει πολλαπλάσια όταν πρόκειται για εξαιρετικά ευάλωτες κατηγορίες, όπως οι πρόσφυγες με αναπηρία. Η ύπαρξη εξειδικευμένου προσωπικού δεν αποτελεί απλώς οργανωτική επιλογή ή ποιοτικό πλεονέκτημα, αλλά θεμελιώδη όρο προσβασιμότητας και ουσιαστικής συμμετοχής. Παρόλα αυτά, η απουσία κατάλληλα καταρτισμένων στελεχών εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους πιο σημαντικούς φραγμούς.
Στην πράξη, τα περισσότερα αθλητικά προγράμματα είτε στελεχώνονται από εθελοντές με περιορισμένη εμπειρία και γνώση πάνω σε ζητήματα αναπηρίας, προσφυγιάς και πολιτισμικής πολυπλοκότητας, είτε υλοποιούνται από επαγγελματίες του αθλητισμού χωρίς σαφή εκπαίδευση σε διεπιστημονικές προσεγγίσεις (Cottingham et al., 2023). Η απουσία γνώσης σχετικά με τις μορφές αναπηρίας, την επίδραση του τραύματος, τη σημασία της γλωσσικής διαμεσολάβησης ή την ανάγκη για πολιτισμικά ευαίσθητη καθοδήγηση οδηγεί σε μια εν γένει αδυναμία κατανόησης του σύνθετου προφίλ των προσφύγων με αναπηρία.
Αυτό μεταφράζεται σε προγράμματα που —αν και με καλές προθέσεις— αποτυγχάνουν να δημιουργήσουν ένα πλαίσιο ασφάλειας, ενδυνάμωσης και συμμετοχής. Οι δραστηριότητες είναι συχνά ακατάλληλες ή ανεπαρκώς προσαρμοσμένες· οι επικοινωνιακές γέφυρες ανύπαρκτες· η ενσυναίσθηση αποσπασματική και μη εκπαιδευμένη. Οι συμμετέχοντες, αντί να αισθάνονται ενταγμένοι, έρχονται αντιμέτωποι με ένα περιβάλλον αμηχανίας, ελλιπούς καθοδήγησης ή ακόμα και καλοπροαίρετης παρεξήγησης (Papageorgiou et al., 2023).
Αποτέλεσμα αυτής της κατάστασης είναι η δημιουργία ενός φαύλου κύκλου επιφυλακτικότητας: οι πρόσφυγες με αναπηρία συχνά εκλαμβάνονται ως «δύσκολες περιπτώσεις», προκαλώντας ανασφάλεια ή αποφυγή από μέρους των επαγγελματιών. Η ελλιπής εκπαίδευση οδηγεί σε απουσία ευελιξίας και δημιουργικότητας στην προσέγγιση, με συνέπεια η προσαρμογή των αθλητικών δράσεων να περιορίζεται στο ελάχιστο ή να μην επιχειρείται καθόλου (Cottingham et al., 2023). Η απόσταση μεταξύ του προγράμματος και των υποκειμένων που καλείται να εξυπηρετήσει διευρύνεται, και η δυνατότητα για ουσιαστική συμμετοχή υπονομεύεται εκ των έσω.
Η ανάγκη για διεπιστημονικά εκπαιδευμένα στελέχη —που να συνδυάζουν γνώσεις αναπηρίας, πολιτισμικής μεσολάβησης, τραυματολογίας, αλλά και αθλητικής παιδαγωγικής— είναι επομένως επιτακτική. Δεν πρόκειται για ζήτημα τεχνοκρατικής βελτιστοποίησης, αλλά για ηθική και πολιτική υποχρέωση των θεσμών που επιθυμούν να προσφέρουν αληθινά συμπεριληπτικά προγράμματα. Χωρίς αυτό το στοιχείο, ο αθλητισμός παραμένει προσβάσιμος μόνο σε εκείνους που εντάσσονται ομαλά στις «κανονικές» κατηγορίες συμμετεχόντων, αφήνοντας εκτός εκείνους που έχουν ακριβώς τη μεγαλύτερη ανάγκη να ακουστούν, να συμμετάσχουν και να ενδυναμωθούν (Papageorgiou et al., 2023).
