«Η Κοινωνική Ένταξη Εκτοπισμένων ΑΜΕΑ μέσω του Αθλητισμού» -Διπλωματική Εργασία της Χριστίνας Γεράκου- Πανεπιστήμιο Πειραιώς- Μέρος 39o

Ιούν 2, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

6.2 Δομικοί αποκλεισμοί και θεσμικά εμπόδια: Η ανισότητα πίσω από την Ισότητα (Μέρος Γ’)

 

Επιπλέον, η απουσία συμμετοχής των ίδιων των προσφύγων με αναπηρία στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων ή σχεδιασμού πολιτικής καταδεικνύει μια βαθιά ριζωμένη θεσμική ετερονομία. Οι ομάδες-στόχοι αντιμετωπίζονται ως αντικείμενα πολιτικής, και όχι ως υποκείμενα με λόγο, γνώση και εμπειρία. Δεν συμμετέχουν σε συμβουλευτικά όργανα, δεν εκπροσωπούνται σε επιτροπές σχεδιασμού και σπάνια εντοπίζονται σε αξιολογήσεις ή ερωτηματολόγια αποτίμησης των δράσεων που τους αφορούν. Η φωνή τους απουσιάζει — και μαζί με αυτήν απουσιάζει και η δυνατότητα για σχεδιασμό πολιτικής βασισμένης στην εμπειρία του «κάτω» (Rfat et al., 2023).

Αυτή η έλλειψη συμμετοχικότητας οδηγεί, αναπόφευκτα, στη διαμόρφωση δράσεων που είναι τυποποιημένες, γενικευτικές και ανεπαρκείς. Τα προγράμματα ένταξης μετατρέπονται σε προϊόντα τεχνικής γραφειοκρατίας ή εφήμερης πολιτικής ατζέντας, χωρίς επαφή με την πολυπλοκότητα των βιωμάτων των προσφύγων με αναπηρία.  Έτσι,  η  ενίσχυση  της  ένταξης  παραμένει  ρητορική  —  καθώς  τα πραγματικά εμπόδια επιβιώνουν κάτω από την επιφάνεια των καλών προθέσεων (Grech & Pisani, 2022).

Μια ακόμη κρίσιμη πτυχή που επιτείνει τον αποκλεισμό των προσφύγων με αναπηρία αφορά τη χαμηλή διαθεσιμότητα και την περιορισμένη στοχοθέτηση των χρηματοδοτικών μηχανισμών που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την κοινωνική τους ενσωμάτωση. Παρότι η Ευρωπαϊκή Ένωση και τα κράτη-μέλη επενδύουν σημαντικά ποσά σε δράσεις κοινωνικής συνοχής, στήριξης μεταναστών και προώθησης της προσβασιμότητας, η διατομεακή ταυτότητα των προσφύγων με αναπηρία δεν αποτυπώνεται με συνέπεια στα χρηματοδοτικά εργαλεία και τις προκηρύξεις (Gorraiz et al., 2017).

Τα περισσότερα προγράμματα τείνουν να απευθύνονται είτε σε γενικές κατηγορίες πληθυσμού — όπως «ευάλωτες ομάδες» ή «δικαιούχοι διεθνούς προστασίας» — είτε σε πληθυσμούς με αναπηρία, αλλά χωρίς πρόβλεψη για το ιδιαίτερο νομικό και κοινωνικό καθεστώς των προσφύγων (Hamidi & Karachiwalla, 2022). Αυτή η έλλειψη θεσμικής εξειδίκευσης δεν είναι απλώς τεχνικό κενό: παράγει αποκλεισμό μέσω προϋποθέσεων, καθώς οι όροι συμμετοχής σε δράσεις, όπως η σταθερή κατοικία, η διοικητική αναγνώριση της αναπηρίας ή η εγγραφή σε κρατικά μητρώα, προϋποθέτουν ένα επίπεδο «κανονικότητας» το οποίο σπανίως μπορούν να πληρούν τα άτομα που βρίσκονται σε καθεστώς προσφυγιάς (Mirza, 2014b).

Η απουσία στοχευμένων προγραμμάτων για πρόσφυγες με αναπηρία δημιουργεί ένα είδος θεσμικού κενού — ένα «αόρατο περιθώριο», όπου η επικάλυψη ταυτοτήτων (προσφυγικής ιδιότητας και αναπηρίας) λειτουργεί όχι ενισχυτικά αλλά αποδυναμωτικά ως προς την αναγνώριση των αναγκών και την πρόσβαση στους διαθέσιμους πόρους (Hultman et al., 2025). Οι υποστηρικτικές δράσεις, ακόμη και όταν προβλέπονται, εξαντλούνται σε αποσπασματικές, πιλοτικές ή βραχύβιες παρεμβάσεις, χωρίς μακροπρόθεσμο στρατηγικό σχεδιασμό, χωρίς διατομεακή συνέργεια, και χωρίς ουσιαστική αποτίμηση του κοινωνικού τους αντίκτυπου.

Μετάβαση στο περιεχόμενο