5.2 Η Σύμβαση της Γενεύης και η προστασία των προσφύγων (Β’ μέρος)
Η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR) έχει επανειλημμένως τονίσει τη σημασία των κοινοτικών δράσεων μέσω του αθλητισμού, ιδιαίτερα για τα παιδιά και τους νέους που διαβιούν σε καταυλισμούς ή προσωρινές δομές φιλοξενίας, όπου η απομόνωση και η απραξία αποτελούν παράγοντες επιδείνωσης της ψυχικής υγείας (Sore & Reynard, 2025). Μέσα από αθλητικές δραστηριότητες, όπως τουρνουά, κατασκηνώσεις, σχολικά προγράμματα ή συνεργασίες με τοπικά αθλητικά σωματεία, παρέχεται ένα περιβάλλον ασφάλειας, αλληλεπίδρασης και ενδυνάμωσης.
Τέλος, σε ένα πολυεπίπεδο σύστημα διακυβέρνησης όπως αυτό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Σύμβαση της Γενεύης καθίσταται κανονιστικό υπόβαθρο για την διαμόρφωση εθνικών πολιτικών ένταξης που αναγνωρίζουν τον αθλητισμό όχι ως πάρεργο, αλλά ως στρατηγικό πυλώνα κοινωνικής πολιτικής (Adebayo, 2015). Η μετατροπή της Σύμβασης από στατικό νομικό κείμενο σε δυναμικό εργαλείο κοινωνικής ένταξης απαιτεί διατομεακή προσέγγιση, ενεργή εμπλοκή των τοπικών κοινωνιών και πολιτική βούληση για την άρση των εμποδίων που εμποδίζουν τη συμμετοχή των προσφύγων – και ιδίως των ΑμεΑ – στο συλλογικό κοινωνικό γίγνεσθαι.
Η λειτουργική αποδοτικότητα της Σύμβασης της Γενεύης ενισχύεται και από μια σειρά νομολογιακών εξελίξεων, οι οποίες αποτυπώνουν την προοδευτική ερμηνεία των διατάξεων προστασίας των προσφύγων στο πλαίσιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της κοινωνικής ένταξης. Εμβληματική είναι η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην υπόθεση M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας (App. No. 30696/09, 2011), όπου το Δικαστήριο καταδίκασε τα εμπλεκόμενα κράτη για απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση αιτούντος άσυλο, λόγω των συνθηκών διαβίωσης και του τρόπου διαχείρισης του αιτήματός του (Clayton, 2011). Η απόφαση αυτή ανέδειξε τη στενή σύνδεση ανάμεσα στο δικαίωμα αξιοπρεπούς διαβίωσης και τις θεμελιώδεις αρχές της Σύμβασης της Γενεύης – αν και η τελευταία δεν επικαλείται ρητά –, επισημαίνοντας πως η προστασία των προσφύγων εκτείνεται πέρα από τη νομική αναγνώριση και αγγίζει την ουσία της κοινωνικής τους συμμετοχής (Mallia, 2011). Σε αυτό το πλαίσιο, ο αθλητισμός αναδεικνύεται ως υποστηρικτικός μηχανισμός επανένταξης, ενισχύοντας τη συνοχή και τη συλλογική αποδοχή των ευάλωτων ομάδων.
Εξίσου σημαντική είναι η Γενική Παρατήρηση αρ. 36 (2018) της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ, η οποία αναφέρεται στο δικαίωμα στη ζωή κατά το Άρθρο 6 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (ICCPR) (Joseph, 2019). Η παρατήρηση αυτή υπογραμμίζει ότι το εν λόγω δικαίωμα δεν περιορίζεται στη φυσική επιβίωση, αλλά επεκτείνεται στη διασφάλιση αξιοπρεπούς ύπαρξης, υγείας, ψυχικής ευεξίας και κοινωνικής συμμετοχής. Ως εκ τούτου, η συμμετοχή σε αθλητικές και πολιτιστικές δραστηριότητες λογίζεται ως μέσο διασφάλισης αυτού του δικαιώματος, ειδικά για άτομα με πολλαπλή ευαλωτότητα, όπως είναι οι πρόσφυγες με αναπηρίες.
Οι παραπάνω αποφάσεις που αναφέρθηκαν ενδεικτικά, στοιχειοθετούν ένα πολυεπίπεδο νομολογιακό υπόβαθρο, το οποίο επιβεβαιώνει πως η προστασία των προσφύγων, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης, οφείλει να εκτείνεται και σε διαστάσεις κοινωνικής ένταξης (Adebayo, 2015). Ο αθλητισμός, ως μηχανισμός κοινωνικής κινητοποίησης, ορατότητας και ψυχοκοινωνικής ενδυνάμωσης, καθίσταται έτσι πολιτικά, νομικά και ηθικά τεκμηριωμένος στο πλαίσιο της ευρύτερης στρατηγικής για την ενσωμάτωση των εκτοπισμένων ΑμεΑ.
