«Η Κοινωνική Ένταξη Εκτοπισμένων ΑΜΕΑ μέσω του Αθλητισμού» -Διπλωματική Εργασία της Χριστίνας Γεράκου- Πανεπιστήμιο Πειραιώς- Μέρος 16ο

Μάι 20, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

Αν και η Ένωση άρχισε σταδιακά να παρεμβαίνει σε ορισμένες αθλητικές υποθέσεις, στο ευρωπαϊκό μοντέλου αθλητισμού κυριαρχούσε αμετάβλητη για χρόνια η πυραμιδική διακυβέρνηση (Garcia, 2009; Garcia & De Wolff, 2018). Πιο συγκεκριμένα, αυτή η πυραμιδοειδής και ιεραρχική δομή ενίσχυε τα κάθετα κανάλια εξουσίας από πάνω προς τα κάτω, όπου οι διεθνείς, ευρωπαϊκές και εθνικές ομοσπονδίες ασκούσαν εξουσία στους κατώτερους συλλόγους και στους υπόλοιπους ενδιαφερομένους (Garcia, 2007b; Garcia, 2009). Αυτή λοιπόν η παραδοσιακή μορφή διακυβέρνησης έθετε τα ανώτερα διοικητικά όργανα στην κορυφή της πυραμίδας, ενώ αντίθετα έθετε τους αθλητές στην βάση αυτής, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να μην έχουν καμία εμπλοκή στη διαδικασία λήψης των στρατηγικών αποφάσεων (Garcia & De Wolff, 2018).

Ωστόσο, με την πάροδο των χρόνων, η παρέμβαση της ΕΕ στην εφαρμογή της αθλητικής νομοθεσίας άρχισε να μεταβάλλει την πυραμιδική δομή (Garcia & De Wolff, 2018) και να δίνει την θέση της σε μια νέα δομή οριζόντων δικτύων (Garcia, 2007). Τα κάθετα κανάλια αποδυναμώθηκαν καθώς οι δομές έγιναν πιο περίπλοκες με την εμφάνιση νέων ενδιαφερομένων στην αθλητική διακυβέρνηση (Garcia, 2007b). Τα ευρωπαϊκά όργανα και ιδίως η Επιτροπή αποτελούν μέλη αυτού του πολύπλοκου δικτύου έχοντας μάλιστα διττό ρόλο (Garcia, 2009). Αφενός, λειτουργούν ως επόπτες της εφαρμογής της νομοθεσίας και αφετέρου, λειτουργούν ως εταίροι ενθαρρύνοντας βέλτιστες πρακτικές και διασφαλίζοντας την ανάπτυξη του κλάδου (Garcia, 2009). Αυτός ο διπλός ρόλος αναλύεται ιδιαίτερα στην έννοια της «εποπτευόμενης αυτονομίας» του Foster, σύμφωνα με την οποία οι αθλητικές διοργανώσεις διατηρούν την αυτονομία στις αθλητικές ρυθμίσεις, ενώ η ΕΕ διασφαλίζει την τήρηση της αθλητικής νομοθεσίας (Garcia, 2007b).

Αξίζει να αναφερθεί, πως η υπόθεση Bosman (1995) αποτελεί σταθμό τόσο στην εξασθένιση των κάθετων διαύλων εξουσίας (Garcia, 2007b) όσο και στην διαμόρφωση της αθλητικής πολιτικής της Ένωσης (Garcia, 2007a). Ο ποδοσφαιριστής Ζαν-Μαρκ Μποσμάν, μετά τη λήξη του συμβολαίου του το 1990 στη βελγική ομάδα RC Liege, θέλησε να μετακινηθεί στη γαλλική ομάδα Dunkerque (Garcia, 2007b). Η μεταγραφή αυτή όμως δεν ολοκληρώθηκε μιας και δεν του έδιναν το απαραίτητο πιστοποιητικό για την μετακόμισή του στη νέα ομάδα (Garcia, 2007b). Έτσι, ο Bosman αμφισβητώντας τους κανόνες που διέπουν τις μεταγραφές στο διεθνές και ευρωπαϊκό σύστημα, προσέφυγε εναντίον των δύο παραπάνω ομάδων καθώς και εναντίον των ομοσπονδιών FIFA και UEFA (Garcia, 2007b). Το 1995, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τον δικαίωσε και η Επιτροπή επέτρεψε την ελεύθερη μετακίνηση των παικτών στην αγορά της ΕΕ, όπως ακριβώς ορίζει το άρθρο 48 στην συνθήκη της Ρώμης, το δικαίωμα της ελεύθερης διακίνησης εργασίας μέσα στα πλαίσια της Ευρωζώνης (Nashville, 2003).

Η ετυμηγορία αυτή μαζί με την επακόλουθη εμπλοκή της Πολιτικής Ανταγωνισμού στον αθλητικό τομέα, ανάγκασε την FIFA και την UEFA να προσαρμοστούν, κατήργησε τις ποσοστώσεις εθνικότητας στους αθλητικούς συλλόγους και κατέστησε τον αθλητισμό ένα εξέχον θέμα προωθώντας τον πιο ψηλά στην λίστα της ευρωπαϊκής ατζέντας (Garcia, 2007a).

Η υπόθεση Bosman εκτός από σημείο καμπής για την ελευθερία μετακίνησης των αθλητών και τον περιορισμό της αυθαίρετης εξουσίας των ομοσπονδιών, επιτάχυνε τον διάλογο για την ανάγκη θεσμικής οριοθέτησης του αθλητισμού εντός της ΕΕ. Σε αυτό το πλαίσιο, το 1997, με τη Διακήρυξη του Άμστερνταμ, έγινε το πρώτο βήμα προς τη θεσμική αναγνώριση του “κοινωνικού ρόλου του αθλητισμού” (Valeri, 2019). Παρότι δεν εντάχθηκε ακόμη στις συνθήκες ως ρητή αρμοδιότητα, το Συμβούλιο επεσήμανε ότι ο αθλητισμός διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της υγείας, στην ενίσχυση της κοινωνικής συνοχής, στην ενσωμάτωση των νέων και την προώθηση της ανεκτικότητας και της συμμετοχής.

Λίγο αργότερα, η Διακήρυξη της Νίκαιας το 2000, αποτέλεσε τη συνέχεια αυτής της προσπάθειας, προσδίδοντας πολιτική βαρύτητα στη διατήρηση των ιδιαιτεροτήτων του ευρωπαϊκού μοντέλου αθλητισμού, ενώ παράλληλα τόνιζε τη σημασία της εθελοντικής δράσης και του μη εμπορικού χαρακτήρα πολλών πτυχών του αθλητισμού. Η Διακήρυξη αυτή υπογράμμισε ότι, παρά την αυξανόμενη εμπορευματοποίηση, η ΕΕ θα πρέπει να αναγνωρίζει και να σέβεται τις ιδιαίτερες συνθήκες που χαρακτηρίζουν τον χώρο αυτό (Valeri, 2019) – αναγκαία συνθήκη ώστε να διατηρηθεί η ισορροπία μεταξύ ανταγωνιστικού και κοινωνικού/συμμετοχικού αθλητισμού.

Οι παραπάνω θεσμικές παρεμβάσεις, αν και μη δεσμευτικές νομικά, συνιστούν ένα κρίσιμο ενδιάμεσο βήμα προς την πλήρη ενσωμάτωση του αθλητισμού στο νομικό και πολιτικό οπλοστάσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αποτελούν τη “γέφυρα” μεταξύ της αρχικής αδράνειας και της καθιέρωσης του αθλητισμού ως τομέα υποστηρικτικής αρμοδιότητας (Moustakas, 2023).

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο