«Η Κοινωνική Ένταξη Εκτοπισμένων ΑΜΕΑ μέσω του Αθλητισμού» -Διπλωματική Εργασία της Χριστίνας Γεράκου- Πανεπιστήμιο Πειραιώς- Μέρος 13ο

Μάι 19, 2026 | Άλλες προσεγγίσεις της τυφλότητας και της αναπηρίας, ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

2.2          Ο εξευρωπαϊσμός στην αθλητική πολιτική (Α’ ΜΕΡΟΣ)

Ο εξευρωπαϊσμός στην αθλητική πολιτική νοείται ως μια «διαδικασία μάθησης», όπου η Ένωση παρέχει ένα φόρουμ κοινωνικού διαλόγου και ένα δίαυλο συζήτησης και συνεργασίας για την διάχυση και μεταφορά πολιτικής ανάμεσα στα κράτη- μέλη (Bulmer & Radaelli, 2004). Παρόλο που στην περίπτωση του αθλητισμού, η ΕΕ δεν διαθέτει σχετική πολιτική, ο εξευρωπαϊσμός βρίσκει εφαρμογή ή κατά την δημιουργία της πολιτικής (δηλαδή στα πρώτα στάδια κατασκευής της) ή κατά την υλοποίηση μιας άλλης πολιτικής που προμοτάρει τις αθλητικές πρωτοβουλίες ή με έναν πιο άτυπο τρόπο, όταν οι ευρωπαϊκοί και οι εγχώριοι παράγοντες συζητούν και διαμοιράζονται τα αθλητικά θέματα και γεγονότα (Sakka & Chatzigianni, 2012).

Μάλιστα, αυτός ο τελευταίος μη δομημένος τύπος εξευρωπαϊσμού διευκολύνει τον συντονισμό, όταν οι πολιτικές διαδικασίες δεν βασίζονται στο ευρωπαϊκό δίκαιο αλλά στις ομόφωνες αποφάσεις των κρατών, οι οποίες υιοθετούνται μέσα στο πλαίσιο που προσφέρει η ΕΕ για ανταλλαγή ιδεών (Bulmer & Radaelli, 2004). Αυτό το δίκτυο συντονισμού, μέσα στο οποίο κύριοι δρώντες είναι οι εθνικές κυβερνήσεις και οι συμφωνίες έχουν την μορφή ήπιου δικαίου, σε συνδυασμό με την έλλειψη εξουσίας από τα υπερεθνικά όργανα, αιτιολογεί την οριζόντια δράση του εξευρωπαϊσμού και θέτει ως βασικά συστατικά της πολιτικής διαδικασίας την συλλογική μάθηση, την μίμηση, την ανταλλαγή ιδεών και την μεταφορά πολιτικής (Bulmer & Radaelli, 2004). Έτσι, κατά τους Bulmer και Radaelli (2004), όλες οι αλλαγές που συντελούνται οφείλονται στις «οριζόντιες ανταλλαγές μεταξύ των κυβερνητικών μελών και στην συνακόλουθη εκμάθηση των αρχών κοινής πολιτικής».

Παρόλα αυτά, φαίνεται πως ο εξευρωπαϊσμός είναι απαραίτητος, όταν τα κράτη- μέλη θέλουν να καρπωθούν τα ευρωπαϊκά κονδύλια, τα οποία παρέχονται στις κυβερνήσεις με την συμμετοχή τους στα διάφορα κοινοτικά προγράμματα της Ένωσης (Sakka & Chatzigianni, 2012). Με άλλα λόγια, τα προγράμματα αυτά σε συνδυασμό με την χρηματοδότηση που προσφέρουν ωθούν τους εγχώριους φορείς να εξευρωπαϊστούν, εναρμονίζοντας όλο και περισσότερο την εθνική αθλητική πολιτική τους με το ευρωπαϊκό αθλητικό μοντέλο (Sakka & Chatzigianni, 2012).

Το αθλητικό κίνημα, θέλοντας να προωθήσει τόσο την ιδιαίτερη φύση του αθλητισμού όσο και την αυτονομία των αθλητικών ομοσπονδιών, προχώρησε σε μία εντατική στρατηγική, αφού συνυπολόγισε τον πολυεπίπεδο και πολυσύνθετο χαρακτήρα της Ένωσης, τους πόρους των Βρυξελλών από τις αθλητικές διοργανώσεις αλλά κυρίως τις διασυνδέσεις τους σε εθνικό επίπεδο μέσω των εθνικών ομοσπονδιών αλλά και των Ολυμπιακών Επιτροπών (García & Weatherill, 2012). Σύμφωνα με τους ίδιους συγγραφείς, το κίνημα αυτό κατάφερε να φέρει τον αθλητισμό στις διαπραγματεύσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, το οποίο αναγνώρισε την σχέση μεταξύ του αθλητισμού και του δικαίου της ΕΕ και έδωσε έτσι την δυνατότητα παρέμβασης στους αθλητικούς παράγοντες (García, 2007; García & Weatherill, 2012). Μάλιστα, στην Συνθήκη του Άμστερνταμ, ενσωματώθηκε η Δήλωση για τον Αθλητισμό (αρ. 29), η οποία αν και νομικά είναι μη δεσμευτική, τονίζει τον κοινωνικό ρόλο του αθλητισμού και ιδιαίτερα τη σημασία του στην διαμόρφωση ταυτότητας και στην δημιουργία στενών δεσμών μεταξύ των ανθρώπων (García & Weatherill, 2012).

 

Μετάβαση στο περιεχόμενο