2.1 Η προσέγγιση του εξευρωπαϊσμού (Ε’ ΜΕΡΟΣ)
Επιπρόσθετα, επειδή ο εξευρωπαϊσμός σχετίζεται με την πολιτική αλλαγή είναι αναγκαίο να αποτυπωθούν και οι μηχανισμοί με τους οποίους διαχέονται και θεσμοθετούνται όλοι αυτοί οι μετασχηματισμοί (Radaelli, 2000). Σύμφωνα με την βιβλιογραφία λοιπόν, οι μηχανισμοί μπορούν να ταξινομηθούν σε σκληρούς (hard) και ήπιους (soft) (Λαδή, 2007) ή αντίστοιχα σε κάθετους (hard law) και οριζόντιους (soft law) (Φερώνας, 2014). Αναλυτικότερα, οι σκληροί ή αλλιώς κάθετοι μηχανισμοί αφορούν τις δεσμευτικές αποφάσεις και οδηγίες που διαβιβάζει η ένωση προς τα κράτη (Radaelli, 2000). Πρόκειται δηλαδή για την «παραδοσιακή μέθοδο» που εφαρμόζει η ΕΕ, ώστε τα κράτη να υιοθετούν άμεσα την νομοθεσία που παράγεται σε επίπεδο ένωσης (Dobrić Jambrović & Marešić, 2020). Αντίθετα, οι ήπιοι μηχανισμοί αφορούν πρωτοβουλίες, οι οποίες δεν είναι νομικά δεσμευτικές αλλά επαφίεται στα κράτη κατά πόσο θέλουν να τις ενστερνιστούν ή να τις εφαρμόσουν (Radaelli, 2000). Μάλιστα, τα αποτελέσματα αυτών των διαδικασιών προκύπτουν από την Ανοιχτή Μέθοδο Συντονισμού, όπου τα κράτη συνεργάζονται και προσπαθούν να επιτύχουν ορισμένους στόχους, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή απλά συμβουλεύει και υποστηρίζει τις ιδέες (Dobrić Jambrović & Marešić, 2020).
Από την άλλη πλευρά, οι Knill και Lehmkuhl (1999) προχώρησαν σε μία αναλυτικότερη διάκριση, η οποία αποτελείται από τρεις μηχανισμούς: α) την θεσμική συμμόρφωση, β) την αλλαγή εγχώριων δομών και ευκαιριών και γ) την διαμόρφωση εγχώριων πεποιθήσεων και προσδοκιών. Κατά τους παραπάνω συγγραφείς, ο πρώτος μηχανισμός είναι ο πιο αυστηρός καθώς τα κράτη υποχρεούνται να ενσωματώσουν την θεσμική αλλαγή στο εθνικό τους πλαίσιο έχοντας συνήθως περιορισμό ως προς τον τρόπο εφαρμογής τους. Ο δεύτερος μηχανισμός χαρακτηρίζεται μέτριος, μιας και οι ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες δύναται να δώσουν ισχύ και σε άλλους εγχώριους παράγοντες και αυτό με τη σειρά του να φέρει άλλες αλλαγές (Knill & Lehmkuhl, 1999). Τέλος, ο τρίτος μηχανισμός είναι ο πιο ήπιος, καθώς περιγράφει τις άτυπες διαστάσεις του εξευρωπαϊσμού -όπως η διάχυση βέλτιστων πρακτικών- οι οποίες καλλιεργούν την θεσμική αλλαγή εναρμονίζοντας πρωτίστως τους εθνικούς παράγοντες (Sakka & Chatzigianni, 2012). Ακόμη, αυτός ο τελευταίος μηχανισμός είναι ιδιαίτερα εύχρηστος στην περίπτωση της αθλητικής πολιτικής, καθώς θα μπορούσε να αιτιολογήσει την εσωτερική αλλαγή από την στιγμή που η ένωση δεν διαθέτει αθλητική πολιτική (Sakka & Chatzigianni, 2012).
Όμως, εκτός από τους βασικούς μηχανισμούς, υπάρχουν και διάφοροι διαμεσολαβητικοί παράγοντες στο εθνικό επίπεδο που επηρεάζουν τις μεταρρυθμίσεις. Η πιο χρήσιμη διάκριση διατυπώνεται από την Schmidt (2001), η οποία υποστηρίζει πως υπάρχουν πέντε τέτοιοι παράγοντες: α) η οικονομική ευπάθεια, β) η πολιτική θεσμική δυνατότητα, γ) τα κληροδοτήματα από πολιτικές, δ) οι πολιτικές προτιμήσεις και ε) ο λόγος.
Επιπλέον, όσον αφορά τα αποτελέσματα του εξευρωπαϊσμού οι περισσότεροι ερευνητές υπογραμμίζουν τρεις πιθανές εκβάσεις: α) την αδράνεια, β) την απορρόφηση ή σύγκλιση και γ) την περικοπή ή απόκλιση (Knill & Lehmkuhl, 1999; Radaelli, 2000; Borzel & Risse, 2007). Πιο συγκεκριμένα, η αδράνεια σχετίζεται με την έλλειψη αλλαγής (Radaelli, 2000) ενώ η απορρόφηση με την ενσωμάτωση των ευρωπαϊκών πολιτικών από τα κράτη χωρίς ωστόσο να προβαίνουν σε ουσιαστικές τροποποιήσεις (Borzel & Risse, 2007). Ο όρος σύγκλιση δεν χρησιμοποιείται για να δηλώσει την προσαρμογή των κρατών αλλά κυρίως τις αλλαγές που προκύπτουν από την συνεχή αλληλόδραση των δύο επιπέδων (Knill, 2001). Τέλος, η απόκλιση ή αλλιώς περικοπή αποτελεί ένα απρόσμενο αποτέλεσμα, μιας και τότε η πολιτική γίνεται λιγότερο ευρωπαϊκή (Radaelli, 2000).
