Είναι γνωστό οτί οι τυφλοί μπορούν να επικοινωνήσουν μέσω της γλώσσας χωρίς κανένα πρόβλημα. Υπάρχουν τυφλοί που είναι παραγωγοί ραδιοφώνου και που κανείς δεν θα καταλάβαινε ότι είναι τυφλοί αν οι ίδιοι δεν αναφέρονταν στην τυφλότητα τους. Όπως είναι προφανές το γεγονός οτί οι τυφλοί κατακτούν επιτυχώς τη γλώσσα μας κάνει να σκεφτούμε τον έμφυτο χαρακτήρα της γλώσσας. Παρ΄ όλα αυτά υπάρχουν τυφλά παιδιά που παρουσιάζουν προβλήματα στη γλωσσική τους ανάπτυξη, και αν σκεφτούμε αυτά τα παιδιά μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι πολλά από αυτά τα προβλήματα οφείλονται στον ακατάλληλο τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν μαζί τους οι οικείοι τους. Και αυτό μας κάνει να σκεφτούμε τη σημασία που έχει η κοινωνική επαφή στην ανάπτυξη της γλώσσας. Οι Pérez Pereira και Castro (1994) μελέτησαν την περίπτωση ενός τυφλού παδιού, στο οποίο έδωσαν το φανταστικό όνομα César, και το οποίο στα 4 του χρόνια δεν είχε ακόμα κατακτήσει τη γλωσσική ικανότητα και παρουσίαζε μια συμπεριφορά ανάλογη με αυτή των αυτιστικών παιδιών. Όπων αναφέρουν οι συγγραφείς, οι γονείς του παιδιού δεν απόδέχονταν την τυφλότητα του και δεν του έδιναν την απαραίτητη στοργή με αποτέλεσμα το παιδί να μεγαλώσει απομονωμένο χωρίς την αναγκαία επικοινωνία με τους άλλους. Έτσι λοιπόν αν και έχει μελετηθεί αρκετά η γλώσσα στα τυφλά παιδιά χρειάζεται ακόμα να συνεχιστούν οι έρευνες, με σκοπό να κατανοήσουμε πιο καθαρά το πώς αναπτύσσεται η κατάκτηση της γλώσσας όταν δεν λειτουργεί η αίσθηση της όρασης.
Εκτός αυτού είναι απαραίτητο να ξεκαθαρίσουμε ότι το Braille δεν είναι γλώσσα, αλλά απλώς ένα σύστημα με το οποίο οι τυφλοί γράφουν και διαβάζουν. Με αυτό το σύστημα δεν αναπαρίστανται μόνο τα γράμματα του αλφάβητου, αλλά και οι αριθμοί, τα σύμβολα των μαθηματικών, οι παρτιτούρες της μουσικής κτλ. Άρα το Braille είναι ένα σύστημα που οι τυφλοί χρησιμοποιούν για ανάγνωση και γραφή και δεν είναι μία συγκεκριμένη γλώσσα.
Στους εκ γεννετής τυφλούς καθώς και σε όσους έχασαν την όραση τους σε πολύ μικρή ηλικία η ιδέα των αντικειμένων και των έμβιων όντων δεν εμπεριέχει οπτικές εικόνες και αυτό έχει κάνει πολλούς να πουν ότι στη γλώσσα των τυφλών συναντάται πολύ μεγάλος βαθμός βερμπαλισμού. (Με τη λέξη βερμπαλισμό εννούμε εδώ την τάση να χρησιμοποιούνται περισσότερο λέξεις παρά έννοιες). Όμως σε μελέτες που έκανα για το βερμπαλισμό σε τυφλά παδιά σχολικής ηλικίας από 4 ως 7 ετών, παρατήρησα ότι ο βερμπαλισμός στους διάφορους τύπους του ήταν λιγότερος από τον αναμενόμενο. Επιπλέον, μπορούμε να πούμε ότι οι διάφοροι τύποι βερμπαλισμού (εκτός από την περίπτωση της χρόνιας ηχολαλίας δεν επηρεάζουν σημαντικά τη γλώσσα.
Χωρίς αμφιβολία η απουσία οπτικών εικόνων επιφέρει περιορισμούς στη γνώση της φύσης των πραγμάτων, όμως αυτοί οι περιορισμοί δεν φαίνεται να έχουν επιπτώσεις στην ίδια τη γλώσσα, και για αυτό το λόγο μπορούμε να διατυπώσουμε την ακόλουθη ερώτηση, που αν και δεν είναι καθόλου καινούργια, δεν παύει να είναι ενδιαφέρουσα: Γιατί είναι εφικτή η κατάκτηση της γλώσσας αν και απουσιάζει η αίσθηση της όρασης; Πράγματι, αν βρούμε μια απάντηση σε αυτή την ερώτηση, θα μπορέσουμε να κατανοήσουμε καλύτερα τί είναι πραγματικά απαραίτητο για την κατάκτηση της γλώσσας.
Από www.infociegos.com
Μετάφραση Ε.Στάθη
