6ο υποκεφάλαιο: Εκπαίδευση και κρατικές προνοιακές παροχές για τους αναπήρους στην Ελλάδα από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι τη δεκαετία του 1970.
Μια σειρά από αντιλήψεις για τους σωματικώς ανάπηρους έπαιξαν ρόλο προσδιορίζοντας τη δομή και τη λειτουργία ιδρυμάτων και σχολών που συστάθηκαν από ιδιώτες γι αυτούς, το πρώτο μισό του 20ού αιώνα. Όπως έχει υποστηριχθεί: «Ως κυρίαρχη εννοιολογική θεώρηση αναδείχθηκε, στις αρχές του 20ού αιώνα και μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1960, το ιατρικό μοντέλο προσέγγισης της αναπηρίας ασκώντας σημαντικότατη επιρροή στη διαμόρφωση των κοινωνικών αντιλήψεων, πολιτικών και κατ’ επέκταση εκπαιδευτικών πρακτικών».
Βάσει αυτού του μοντέλου η αναπηρία προσεγγίζεται ως μια αυθύπαρκτη, αντικειμενική πραγματικότητα. Ο άνθρωπος με αναπηρία δομείται ως ένα πραγματοποιημένο «αντικείμενο» της επιστήμης χωρίς ιστορικά σημαινόμενα και κοινωνικοπολιτική-πολιτισμική ταυτότητα Σε αυτό το πλαίσιο, η αναπηρία έχει τις ρίζες της στη σωματική ανεπάρκεια, ενώ προσεγγίζεται ως θέμα καθαρά προσωπικό. Η υιοθέτηση της ιατρικής θεώρησης συνέβαλε σημαντικά στην αποδυνάμωση των ανθρώπων με αναπηρία, αφού οι ίδιοι είχαν περιορισμένο έως και μηδαμινό ρόλο στη διαδικασία λήψης αποφάσεων για τη «θεραπεία» τους και αντιμετωπίζονταν ως παθητικά αντικείμενα που χρήζουν παρέμβασης και αποκατάστασης.
Σε θεσμικό επίπεδο, η ιδιωτική πρωτοβουλία και η επίσημη κοινωνική πολιτική συνέπλευσαν και ενσάρκωσαν την παραπάνω θεώρηση μέσα από τη μορφή κοινωνικών παροχών και πρακτικών μέριμνας που νομιμοποιούσαν τον εγκλεισμό των ανθρώπων με αναπηρία σε ιδρύματα. Η αποδυνάμωση των αναπήρων νομιμοποιήθηκε μέσα από την επίκληση ενός «καλοκάγαθου» φιλανθρωπικού ιδεώδους. Σύμφωνα με τη φιλανθρωπική προσέγγιση, τα άτομα με αναπηρία είναι «ανίκανα», «εξαρτημένα», «αιώνια παιδιά», που έχουν ανάγκη από τον οίκτο, τη φιλανθρωπία, την προστασία, τη βοήθεια και -στην καλύτερη των περιπτώσεων- την ανοχή των συνανθρώπων τους. Κατά συνέπεια, οι άνθρωποι με αναπηρία θα πρέπει να είναι ευγνώμονες αποδέκτες των υπηρεσιών που τους παρέχονται, ενώ δεν γίνεται λόγος για τα δικαιώματά τους -ανθρώπινα και κοινωνικά- ή για την καταπάτηση αυτών των δικαιωμάτων. Σε εναρμόνιση με το ιατρικό μοντέλο, η ξεχωριστή εκπαίδευση των ατόμων με αναπηρία συνέβαλε στη νομιμοποίηση του εκπαιδευτικού και, κατ’ επέκταση, του κοινωνικού διαχωρισμού.
Οι παραπάνω αντιλήψεις και πρακτικές υιοθετήθηκαν στην εκπαίδευση των τυφλών και συνολικότερα των αναπήρων, που ανέλαβε η ιδιωτική πρωτοβουλία, στην Ελλάδα από τις αρχές του 20ου αιώνα μέχρι τη δεκαετία του 1970. Το αίτημα που διατύπωνε ο Λαμπαδάριος σε άρθρο του στη σχολική Υγιεινή το 1938 για ίδρυση ειδικών σχολείων από το κράτος με βάση τα παραδείγματα της Γερμανίας, της Γαλλίας, της Ιταλίας, «όπου από καιρού λειτουργούν εντελώς Ειδικά Σχολεία και με ορισμένας μάλιστα κατηγορίας αναπήρων (ορθοπεδικών, αμβλυώπων κλπ)» δεν ικανοποιήθηκε. Άλλωστε, η αντίληψη ότι το κράτος πρέπει να αναλάβει πρωτοβουλίες για την παιδεία, την υγεία κ.λπ. δεν ήταν προσφιλής ούτε κυρίαρχη στα τέλη του 19ου αιώνα και μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η ιδιωτική πρωτοβουλία που αναπτύχθηκε για την εκπαίδευση των αναπήρων (τυφλοί, κωφάλαλοι, νοητικά υστερούντες) στις αρχές του 20ού αιώνα με απαρχή την ίδρυση του Οίκου Τυφλών ήταν βασισμένη στον οίκτο, ωστόσο υπήρχε η πίστη ότι αυτά τα άτομα έχουν κάποιες δυνατότητες που μέσα από την εκπαίδευση μπορούν να αναπτύξουν. Προκρίθηκε έτσι η κλειστή προστασία, η ιδρυματική περίθαλψη και η προαγωγή μέσα από την παροχή γνώσεων. Η ιδρυματοποίηση, στην οποία πρωταγωνιστούν οι φιλανθρωπικές εταιρείες, αποτελεί μια ιδιαίτερη φάση στην ιστορία της παιδικής περίθαλψης του 19ου αιώνα και ξεδιπλώνεται στην Ευρώπη μεταξύ 1830-1860, υπό το κλίμα του κινήματος της ηθικοποίησης.
Στόχος ήταν να φτιάξουν χρήσιμους πολίτες για την κοινωνία και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν ήταν η αυστηρή πειθαρχία, η επαγγελματική εκπαίδευση, η ηθική διδασκαλία, η εκμάθηση κανόνων υγιεινής. Τις αντιλήψεις αυτές ενστερνίστηκαν οι έλληνες φιλάνθρωποι του 19ου αιώνα και τις εφάρμοσαν στα ορφανοτροφεία, τα οποία ακολούθησαν αντίστοιχες παιδαγωγικές πρακτικές, που στηρίζονταν στο νόμο της σταθερότητας, της επαναληπτικότητας, της πολλαπλότητας των μέσων, ώστε να εθιστεί το παιδί στην έννοια της τάξης και της κανονικότητας, προκειμένου να αποκτήσει υγιείς συνήθειες, ηθικές αξίες, τεχνικές δεξιότητες. Στις στρατηγικές για την επίτευξη της πειθαρχίας περιλαμβάνονταν η επιτήρηση των τροφίμων, η αξιολόγηση της συμπεριφοράς τους, η λεπτομερής τήρηση του προγράμματος. Ένα ιεραρχικό σύστημα υπαλλήλων, με προεξέχοντα τον διευθυντή, όριζε τις αρμοδιότητες των υπαλλήλων. Ο διευθυντής λογοδοτούσε μόνο στην Εφορεία και ήταν επιφορτισμένος με παιδαγωγικά και πρακτικά καθήκοντα.
Οι επιρροές του ιδρυματικού μοντέλου είναι καταφανείς και στον Οίκο Τυφλών. Η επιλογή των φιλανθρώπων του Οίκου σίγουρα επισφραγίστηκε από τις αντίστοιχες αντιλήψεις και πρακτικές για την παιδική περίθαλψη που είχαν ακολουθηθεί στην Ευρώπη και την Ελλάδα. Η σταθερότητα και η επαναληπτικότητα, ώστε να εθιστεί το παιδί στην έννοια της τάξης και της κανονικότητας, είναι εμφανείς στα προγράμματα λειτουργίας του οικοτροφείου / εκπαιδευτηρίου. Το ιεραρχικό σύστημα υπαλλήλων, με προεξέχουσα τη διευθύντρια, ακολουθείται και σε αυτή την περίπτωση.
Η κυριαρχία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στην εκπαίδευση των τυφλών δεν θα κλονιστεί μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του 1970. Το ίδιο θα συμβεί και με την εκπαίδευση και άλλων κατηγοριών αναπήρων όπως οι κωφοί. Από το 1907 είχε ιδρυθεί ο Οίκος Κωφαλάλων Χαραλάμπου και Ελένης Σπηλιοπούλου, ενώ από το 1923 λειτούργησε εντός του και σχολείο. Δύο μοναδικές εξαιρέσεις προβάλουν σε αυτόν τον κανόνα της μονοπώλησης της εκπαίδευσης των αναπήρων από την ιδιωτική πρωτοβουλία: αφενός η ίδρυση από την Πολιτεία της Στέγης Πατρίδος, μετά τη λήξη τού Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με το Ν. 1319/2-4-1918 «Περί ιδρύσεως επαγγελματικής εκπαιδεύσεως αναπήρων πολέμου», που στόχευε στην αντιμετώπιση των έκτακτων αναγκών που είχε δημιουργήσει ο πόλεμος και στην ικανοποίηση της ανάγκης αποκατάστασης των χιλιάδων αναπήρων που είχαν προκύψει από αυτόν. Αφετέρου η ανάληψη πρωτοβουλιών από την Πολιτεία στο Μεσοπόλεμο για την εκπαίδευση των «νοητικώς αναπήρων». Με αυτή την κατηγορία αναπήρων δεν ασχολήθηκε η ιδιωτική πρωτοβουλία και την απουσία αυτή κάλυψε το κράτος. Με τον Α.Ν. 453/1937, επί δικτατορίας Μεταξά, ιδρύθηκε το Πρότυπον Ειδικόν Σχολείον Αθηνών για «ανώμαλους και καθυστερημένους παίδες». Ο νόμος δίνει τη δυνατότητα ίδρυσης και άλλων ειδικών σχολείων ή τάξεων, ωστόσο μέχρι το 1970 δεν έγινε χρήση του. Όπως έχει υποστηριχθεί η επιλογή έγινε υπό το βάρος των εξής γεγονότων: την καθιέρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, τις προόδους στην ψυχολογία, την παιδαγωγική, την ιατρική, το γεγονός ότι ήταν πολυπληθής ομάδα, την τάση των αυταρχικών καθεστώτων για μια κρατική παρεμβατική πολιτική που θα εξωράιζε άσχημες πλευρές του καθεστώτος.
Ένα βήμα για την ανάληψη κρατικών πρωτοβουλιών αναφορικά με την εκπαίδευση των αναπήρων έγινε κατά τη διάρκεια της χούντας των συνταγματαρχών, και αφού η ιδέα του κοινωνικού κράτους είχε διατυπωθεί στη Δύση με σαφήνεια από τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και ύστερα. Έτσι ιδρύθηκε το γραφείο Ειδικής Εκπαίδευσης το 1969, υπό την πίεση των συσσωρευμένων προβλημάτων. Αυτό εισηγούνταν σεμινάρια επιμόρφωσης ειδικών παιδαγωγών, ίδρυση μικρού αριθμού σχολείων ειδικής αγωγής στις έδρες των παιδαγωγικών ακαδημιών, εκπόνηση αναλυτικού προγράμματος για τα ειδικά σχολεία κ.λπ. Ωστόσο, λίγα έγιναν. Έχει υποστηριχθεί ότι το «Γραφείο Ειδικής Αγωγής» ήταν υποστελεχωμένο, και «δεν αποτελούσε μέρος μιας ευρύτερης κρατικής πολιτικής, με αποτέλεσμα τα όποια μέτρα που εισηγήθηκε να έχουν αποσπασματικό χαρακτήρα και περιορισμένο ορίζοντα».
Το 1972 σε Έκθεση επιτροπής για την Ειδική Εκπαίδευση αναφερόταν ότι στην αρχή της χρονιάς λειτουργούσαν 40 ειδικά σχολεία και ιδρύματα για τυφλούς, κωφούς, σωματικά ανάπηρους, νοητικώς υστερούντα παιδιά. Η επιτροπή αναγνώριζε ότι σε σχέση με το πρόβλημα τα σχολεία ήταν ελάχιστα, ενώ αναφερόταν στην έλλειψη νομοθεσίας, κατάλληλου διδακτικού προσωπικού, ειδικών παιδαγωγικών προγραμμάτων και διδακτικού υλικού, στην ανυπαρξία επαγγελματικής εκπαίδευσης, στις ελάχιστες νομοθετικές παρεμβάσεις που είχαν γίνει από μεριάς του κράτους για την επαγγελματική τους αποκατάσταση. Εισηγούνταν δε, νομοθετικές ρυθμίσεις, εξειδίκευση του προσωπικού, οικονομική ενίσχυση των ιδρυμάτων, ίδρυση ειδικών σχολείων, διαφώτιση της κοινής γνώμης και οικογένειας γύρω από την εκπαίδευση των αναπήρων. Ωστόσο από την εξαγγελία στην υλοποίηση υπήρχε απόσταση και τα περισσότερο προτεινόμενα μέτρα δεν υλοποιήθηκαν παρά μόνο μεταπολιτευτικά.
Η πιο σημαντική όμως νομοθετική παρέμβαση αυτής της περιόδου ήταν η αναγνώριση με το Σύνταγμα του 1975, του δικαιώματος των αναπήρων στην εκπαίδευση (άρθρ. 16, παρ. 4, & άρθρ. 21). Είναι η πρώτη φορά που αναγνωρίζεται κάτι τέτοιο σε τόσο σημαντικό νομικό κείμενο. Μια ακόμη σημαντική στιγμή αυτής της περιόδου αποτελεί η σύσταση με το Π.Δ. 265/6-4-1979 του Κέντρου Εκπαιδεύσεως και Αποκαταστάσεως Τυφλών (στο εξής ΚΕΑΤ), στη θέση του «Οίκου Τυφλών», ως αποτέλεσμα του πολύμηνου αγώνα των τυφλών. Τελικά ο πρώτος νόμος για την Ειδική αγωγή ψηφίστηκε το 1981.
***
Παρακάτω θα εξετάσουμε τις ελάχιστες πρωτοβουλίες που ανέλαβε το ελληνικό κράτος, μέχρι τη δεκαετία του 1970, μέσα από την κρατική νομοθεσία, οι οποίες στόχευαν να παράσχουν διευκολύνσεις και προνοιακές παροχές στους αναπήρους. Οι αντίστοιχες πρωτοβουλίες μέχρι το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ελάχιστες: Συγκεκριμένα: ο Ν. 1486/27-5-1918 «Περί ιδρύσεως ορθοπεδικού κέντρου». Η εγκύκλιος του Κεντρικού Ταχυδρομείου με την οποία λαμβάνεται πρόνοια για μειωμένα τέλη στην αποστολή βιβλίων σε γραφή Braille, το 1926. Ο νόμος περί ενοικιοστασίου, που εκτός των άλλων κατηγοριών, προστατεύει και τους ανάπηρους εν γένει, φυματικούς, τυφλούς, κ.λπ., το 1946.
Η απόφαση του υπουργού Εφοδιασμού, το 1948, για αύξηση της επικουρικής μερίδας τροφίμων, κατά το ήμισυ, σε ανάπηρους αξιωματικούς του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας, που δεν είχαν ολοκληρωτική αναπηρία και στα θύματα της κατοχής, του δεκεμβριανού κινήματος και του συμμοριακού πολέμου, ενώ με την ίδια απόφαση, χορηγήθηκε βελτιωμένη επικουρική μερίδα στους αναπήρους ολοκληρωτικής αναπηρίας, στους τυφλούς ανάπηρους αξιωματικούς και οπλίτες όλων των όπλων, στους ανάπηρους πάσχοντες από παράλυση και στους φυματικούς ανάπηρους.
Μετά την Κατοχή και τον Εμφύλιο οι νομοθετικές πρωτοβουλίες πληθαίνουν: Έτσι το 1951 με τον Α.Ν. 1854/1951 Περί απονομής των Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (ΦΕΚ 182, τεύχος πρώτο, 23/6/1951) αποκαθίστανται συνταξιοδοτικά τα θύματα πολέμου και ειρηνικής περιόδου. Όπως βλέπουμε, η κρατική μέριμνα για τους αναπήρους πολέμου είναι διαρκής και αποτελεί τη μόνη σταθερά των κρατικών πρωτοβουλιών που αφορούν τους αναπήρους.
Επίσης, το 1956, με απόφαση της υπουργού Πρόνοιας, Λ. Τσαλδάρη, καθορίστηκαν οι δικαιούμενοι δωρεάν ιατροφαρμακευτικής και νοσοκομειακής περίθαλψης, ανάμεσα στους οποίους ήταν και οι ανάπηροι. Σύμφωνα με την απόφαση, οι συγκεκριμένοι δικαιούχοι ήταν: οι ανάπηροι, οι επικίνδυνοι ψυχοπαθείς, τα θύματα πολέμου και οι οικογένειες αυτών, εφόσον είχαν κριθεί άποροι, οι ανάπηροι της χωροφυλακής και οι αστυνομικοί υπάλληλοι, οι τρόφιμοι διαφόρων ιδρυμάτων (ορφανοτροφείων, παιδοπόλεων, παιδικών κατασκηνώσεων, αναμορφωτικών καταστημάτων) μεταξύ των οποίων, των ιδρυμάτων κωφαλάλων και τυφλών.
Επιπλέον, στις δαπάνες για την υγεία και την κοινωνική πρόνοια, σύμφωνα με τον προϋπολογισμό τού 1957, προβλέπονταν κονδύλια για τους αναπήρους. Συγκεκριμένα στο σύνολο δαπανών, που ήταν 706.000.000 δρχ, δόθηκαν: 26.000.000 δρχ. για την οικονομική ενίσχυση ιδιωτικού δικαίου φιλανθρωπικών ιδρυμάτων που παρείχαν κοινωνική πρόνοια, 3.000.000 δρχ για την περίθαλψη αναπήρων και ιδιωτών τυφλών. Τέλος, νομοθετική πρωτοβουλία από τη δικτατορία των συνταγματαρχών για τους αναπήρους ήταν το Ν.Δ. 634/1970 (ΦΕΚ 173, τεύχ. 1, 21/8/1970) που καθιέρωσε τη δωρεάν μετακίνηση των αναπήρων στις αστικές συγκοινωνίες, καθώς και μειωμένη εισφορά κατά 50% στις υπεραστικές.
