ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Η ιστορία τού Οίκου Τυφλών της Ελλάδος (Μέρος 7ο: Κεφάλαιο Α – 5ο υποκεφάλαιο)

Ιαν 27, 2016 | 'Εργα συναδέλφων (μελέτες), ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

5ο υποκεφάλαιο: Αιγυπτιώτης ευεργετισμός.

Εδώ θα ασχοληθούμε με την περίπτωση των Ελλήνων της Αιγύπτου. Ειδικότερα θα δοθεί έμφαση στην κατηγορία των εύπορων Ελλήνων. Η επιλογή αυτή αιτιολογείται στη βάση τού συνεχούς και οργανωμένου ευεργετικού έργου της συγκεκριμένης κατηγορίας στο εθνικό κέντρο. Κινούμενοι άλλωστε εντός αυτού του πλαισίου, θα μπορέσουμε να φωτίσουμε περισσότερο, να αναδείξουμε αλλά και να ερμηνεύσουμε με μεγαλύτερη σαφήνεια τη μεγάλη δωρεά της οικογένειας των Αμπέτ στον Οίκο των Τυφλών.

Πριν όμως αναφερθούμε σε συγκεκριμένες περιπτώσεις εύπορων Ελλήνων, θα ήταν σκόπιμο να δώσουμε ένα ιστορικό περίγραμμα της ελληνικής διασποράς στην Αίγυπτο κατά τους Νεότερους Χρόνους. Τον 16ο, 17ο και 18ο αιώνα στη χώρα του Νείλου, οι μικρές πληθυσμιακές ομάδες των Ελλήνων Ορθόδοξων ζούσαν κυρίως στην Αλεξάνδρεια, γύρω από το ομώνυμο Πατριαρχείο, και στην Μονή της Αγίας Αικατερίνης στο Σινά. Οι πληθυσμοί αυτοί δεν οργανώθηκαν σε κοινότητες ούτε συνδέθηκαν οργανικά με τις μεταγενέστερες και αξιόλογες οικονομικά και κοινωνικά ελληνικές παροικίες. Μόνο στα όρια των δραστηριοτήτων τού Πατριαρχείου λειτούργησαν περιστασιακά κάποια ελληνικά σχολεία, σε υποτυπώδη μορφή στο μεγαλύτερο μέρος τους. Αυτά φιλοξενούνταν στην Μονή του Αγίου Γεωργίου στην παλαιά πόλη του Καΐρου και στη Μονή του Αγίου Σάββα στην Αλεξάνδρεια.

Ουσιαστικά η ιστορία του ελληνισμού τής Αιγύπτου ξεκινά τις πρώτες δεκαετίες του 19ου αιώνα και εντάσσεται στη ευρύτερη διείσδυση του ευρωπαϊκού κεφαλαίου στις αγορές τής Ανατολικής Μεσογείου την περίοδο αυτή. Η συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, λοιπόν, παρέχει ευνοϊκές συνθήκες για τη γένεση της ελληνικής παροικίας στην Αίγυπτο. Παράλληλα, οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες του καθεστώτος του Μοχάμεντ Άλι (1768-1849) να εκσυγχρονίσει την Αίγυπτο σύμφωνα με τα δυτικά πρότυπα και να συγκροτήσει μία πρώιμη αστική τάξη, έστω και ξενόφερτη, δημιούργησαν ένα φιλικό περιβάλλον και για τους Έλληνες που ζητούσαν οικονομικές ευκαιρίες.

Η παρουσία του αιγυπτιώτικου Ελληνισμού διαιρείται σε τέσσερις διακριτές περιόδους. Στην πρώτη (1830-1881) σημειώθηκαν οι πρώτες μεγάλες εγκαταστάσεις στην Αλεξάνδρεια, στις παλιές και νεοϊδρυθείσες πόλεις του Δέλτα και της Διώρυγας, καθώς και στο Κάιρο. Την ίδια περίοδο σχηματίστηκαν και οι πρώτες οργανωμένες ελληνικές συλλογικότητες (κοινότητες, σωματεία, αδελφότητες, κ.λπ.), τις οποίες αναγνώρισε επίσημα το Αιγυπτιακό κράτος. Η δεύτερη περίοδος (1882-1913) συνιστά την εποχή της άνθισης, με τις εντυπωσιακές επιδόσεις της παροικίας σε οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό επίπεδο. Την περίοδο που ακολουθεί (1914-1940) η ακμή συνεχίστηκε. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια αυτής της 25ετίας οι ελληνικές κοινότητες της Αιγύπτου υπέστησαν τις πρώτες μεγάλες δημογραφικές αναταράξεις και αρκετά μέλη τους πήραν το δρόμο της «εξόδου» από τη χώρα. Τέλος, στην τέταρτη περίοδο (1940 έως τις μέρες μας) οι ελληνικές παροικίες της Αιγύπτου σταδιακά φθίνουν και συρρικνώνονται? το φαινόμενο αυτό επιταχύνεται ιδιαίτερα τη δεκαετία του 1950 με το κίνημα του Νάσερ. Οι ελληνικοί πληθυσμοί της Αιγύπτου είτε επαναπατρίζονται είτε εγκαθίστανται σε άλλα κράτη της Αφρικής, κυρίως στη Νότια Αφρική, την Αυστραλία και στη Βόρεια και Νότια Αμερική.

Σχετικά με τη δημογραφική εξέλιξη της ελληνικής διασποράς στην Αίγυπτο αξίζει να αναφέρουμε τα εξής: Κατά καιρούς ο ελληνικός πληθυσμός υπολογίστηκε αριθμητικά, όμως χωρίς επαρκή ακρίβεια. Σίγουρα, πάντως, στα τέλη του 19ου αιώνα θα πρέπει να ξεπερνούσε τα 75.000 άτομα. Η πρώτη επίσημη αιγυπτιακή απογραφή του 1907 κατέγραψε 131.947 Έλληνες να διαβιούν στη χώρα, από τους οποίους 62.973 είχαν ελληνική υπηκοότητα, 40.000 προέρχονταν από οθωμανικές κτήσεις και 30.000 μη αναγνωρισμένης υπηκοότητας, δηλαδή «απάτριδες». Πηγή από το Πατριαρχείο της Αλεξάνδρειας το 1932 καταγράφει το ορθόδοξο ποίμνιο, που υπαγόταν στη δικαιοδοσία του, στα 152.000 άτομα. Το 88% από αυτά (περίπου 134.000) ήταν Έλληνες στο γένος. Μία πενταετία αργότερα, το 1937, αιγυπτιακή απογραφή ανεβάζει τον αριθμό των Ελλήνων της χώρας σε 187.770. Οι αριθμοί αυτοί αρχίζουν να φθίνουν από τα μέσα της δεκαετίας του 1950. Την επόμενη δεκαετία και πιο συγκεκριμένα το 1962, προξενικοί υπολογισμοί κάνουν λόγο για 27.500 Έλληνες στην Αίγυπτο, ενώ δέκα χρόνια αργότερα, το 1972, η ίδια πηγή αναφέρει πως ο ελληνικός πληθυσμός δεν ξεπερνούσε τα 15.000 άτομα. Στις μέρες μας υπολογίζεται ότι στο Κάιρο και στην Αλεξάνδρεια ζουν περί τους 1.000 Έλληνες, γόνοι αμιγών ελληνικών αλλά και μεικτών γάμων.

Η διαστρωμάτωση του αιγυπτιώτικου Ελληνισμού σύμφωνα με οικονομικά, επαγγελματικά και κοινωνικά κριτήρια είναι η ακόλουθη: α) τραπεζίτες, μεγαλοεπιχειρηματίες μεγαλέμποροι και γαιοκτήμονες, β) καταστηματάρχες, μικρομεσαίοι έμποροι, γ) βιοτέχνες, χειροτέχνες, υπάλληλοι (σε ασφαλιστικές εταιρείες, πωλητές μεγάλων καταστημάτων, λογιστές, κ.ά.), δ) εργάτες, μισθωτοί, μικροϋπάλληλοι, ε) χειρώνακτες, υποαπασχολούμενοι, άποροι. Οι δύο πρώτες κατηγορίες, που αποτελούσαν την κορυφή της οικονομικής-κοινωνικής πυραμίδας, αντιστοιχούσαν στο 1/5 του συνόλου του ελληνικού πληθυσμού. Η τρίτη κατηγορία αντιστοιχούσε στα 2/5, η τέταρτη στο 1/5 και η πέμπτη στο υπόλοιπο 1/5. Στον επιστημονικό και πνευματικό τομέα δραστηριοποιούνταν ιατροί, νομικοί, αρχιτέκτονες, μουσικοί, εκπαιδευτικοί, κληρικοί, δημοσιογράφοι κ.ά. Όσον αφορά τα αστικά ή ελεύθερα επαγγέλματα, οι αριθμοί και οι αναλογίες αποκαλύπτουν μία εκπληκτική δραστηριοποίηση του ελληνικού στοιχείου στην χώρα του Νείλου. Σε μία χρονική περίοδο από το 1829 ως το 1927 εργάστηκαν 619 ιατροί σε σύνολο 4.480 ολόκληρης της επικράτειας, 72 οδοντίατροι σε σύνολο 506, 126 φαρμακοποιοί σε σύνολο 1.236, 126 βοηθοί φαρμακοποιοί σε σύνολο 439 και 104 μαίες σε σύνολο 725.

Από τον πρώτο κιόλας καιρό που οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στην Αίγυπτο, συγκροτώντας παροικία, φρόντισαν να ιδρύσουν και να συντηρήσουν συνολικά 40 κοινότητες και γύρω στους 100 συλλόγους σε ολόκληρη την επικράτεια. Οι δραστηριότητες που ανέπτυξαν οι ελληνικές κοινότητες εντάσσονταν στον τομέα της εκπαίδευσης και της κοινωνικής πρόνοιας και αρωγής. Ειδικότερα, η λειτουργία σχολείων, ναών, γηροκομείων, ορφανοτροφείων, συσσιτίων στόχευε στην οργάνωση και την ενδυνάμωση του συνόλου των παροίκων. Δεν στάθηκαν όμως μόνο σε αυτά. Τα ελληνικά σωματεία ανέπτυξαν αθλητική, καλλιτεχνική, πνευματική και ψυχαγωγική δράση.

Κομβικό σταθμό και ορόσημο αποτελεί η ίδρυση της ελληνικής κοινότητας της Αλεξάνδρειας το 1843. Η κοινότητα, έχοντας την οικονομική αρωγή των πλουσίων μελών της -όπως των αδελφών Μιχαήλ, Κωνσταντίνου και Θεοδώρου Τοσίτσα, του Δ. Αναστάση, του Ν. Στουρνάρη- ίδρυσε δημοτικό σχολείο, την Τοσιτσαία Σχολή, σημερινή έδρα του Πατριαρχείου Αλεξάνδρειας και την ανέγειρε ναό, αφιερωμένο στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Ακολούθησαν η ίδρυση νοσοκομείου, σχολείων δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, γηροκομείου με χορηγίες των Γ. Αβέρωφ, Ε. Μπενάκη και άλλων. Η ελληνική κοινότητα του Καΐρου ιδρύθηκε το 1856 και πλαισιώθηκε με σχολεία, νοσοκομείο, γηροκομείο και ναούς, με τη χρηματοδότηση των οικογενειών Αμπέτ, Ξενάκη, Σπετσερόπουλου και λοιπών. Η ίδρυση των ελληνικών κοινοτήτων δε σταμάτησε και από το 1860 ως και την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα έχουμε μία σειρά από ιδρύσεις και άλλων κοινοτήτων στις πόλεις του Δέλτα, της Διώρυγας, στην Κεντρική και την Άνω Αίγυπτο.

Η οικονομική ευρωστία των Ελλήνων της Αιγύπτου όχι μόνο συνετέλεσε στην ανύψωση του επιπέδου ζωής της παροικίας, αλλά έδωσε ώθηση στον εκσυγχρονισμό της χώρας, στην ανάπτυξη της εμπορευματικής γεωργίας και στην εξάπλωση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Τα οικονομικά επιτεύγματα της ελληνικής παροικίας, με τον έντονο αστικό χαρακτήρα της, προκάλεσαν τον ανταγωνισμό και την αντιπαλότητα της βρετανικής παρουσίας στην Αίγυπτο, η οποία δραστηριοποιούνταν στους ίδιους τομείς.

Εκτός από τη σημαντική παρουσία της ελληνικής κοινότητας στην οικονομική και κοινωνική ζωή, αξιολογότατη και διόλου αμελητέα ήταν η παραγωγή της και στο χώρο των Τεχνών. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε τα ονόματα του Κ. Καβάφη και Στρ. Τσίρκα στη λογοτεχνία, του Κώστα Παρθένη στη ζωγραφική και του Μάνου Λοΐζου στη μουσική σύνθεση. Σπουδαία υπήρξε και η παραγωγή των εντύπων. Σχεδόν πάνω από 4.000 τίτλοι τυπώθηκαν από Έλληνες συγγραφείς στα ελληνικά τυπογραφεία της Αιγύπτου. Επιπλέον, γύρω στα 400 περιοδικά κυκλοφορούσαν ανάμεσα στο ελληνικό κοινό μεταξύ του 1853-1983.Τέλος, σπουδαίος και σημαντικός είναι ο αριθμός του περιοδικού τύπου με χαρακτήρα, ως επί το πλείστον, παροικιακό.

Τα εύπορα μέλη της ελληνικής παροικίας, πέρα από τις χορηγίες και ευεργεσίες τους στην ίδια την κοινότητα της Αιγύπτου, άσκησαν το ίδιο έργο και στο εθνικό κέντρο. Το γεγονός αυτό πυροδότησε στο χώρο της ιστοριογραφίας για την ελληνική διασπορά μία ολόκληρη συζήτηση. Η εθνική σχολή της ιστοριογραφίας έφτασε μάλιστα στο σημείο να υποστηρίξει πως οι λειτουργίες των κοινοτήτων και αδελφοτήτων συμπυκνώθηκαν και συμπράχθηκαν σε ένα πρόσωπο, τον ευεργέτη, που λειτουργούσε ατομικά ως δεξαμενή πλούτου και «χρηματοφόρο υποκείμενο», ικανό να αναλάβει εγχειρήματα συλλογικά με όρους ατομικού έργου. Αυτή η άποψη βέβαια αγγίζει τα όρια της υπερβολής. Ωστόσο, τέτοιου είδους θέσεις προχώρησαν και παραπέρα. Η Ματούλα Τομαρά-Σιδέρη εξέφρασε την άποψη ότι ο Αιγυπτιώτης ευεργετισμός «δεν περιορίστηκε σε πράξεις φιλανθρωπίας και κοινωνικής αλληλεγγύης. Υπήρξε ιστορικά προοδευτικός και καθοριστικός για τη θεσμική συγκρότηση του Νεοελληνικού κράτους, τη διαμόρφωση της εθνικής συνείδησης και τη διάδοση της αστικής κουλτούρας. (…) Λειτούργησε σαν “οργανικός διανοούμενος” (με την Γκραμσιανή έννοια), έχοντας ανεπτυγμένη ταξική συνείδηση και επίγνωση των σκοπών της τάξης τους».  Ασφαλώς αυτή η άποψη είναι εσφαλμένη, αφού εκτός του Νεοελληνικού κράτους δεν υπήρξε αυτό το φαινόμενο. Η περίπτωση του “οργανικού διανοούμενου” θα μπορούσε να ευσταθεί μόνο για το Αιγυπτιακό κράτος.

Το παράδειγμα του Αλεξανδρινού εθνικού ευεργέτη Εμμανουήλ Μπενάκη -ο οποίος αποτέλεσε και έναν από τους πρώτους ευεργέτες του Οίκου Τυφλών- που χρησιμοποιεί η Τομαρά-Σιδέρη ως ενδεικτικό για τη θέση που υποστηρίζει, προσεγγίζεται με λανθασμένο τρόπο. Το γεγονός, ότι ο Εμμανουήλ Μπενάκης μόλις εγκαταστάθηκε στην Αθήνα εξελέγη βουλευτής Αττικοβοιωτίας, ανέλαβε πρώτος υπουργός Γεωργίας, Εμπορίου και Βιομηχανίας, εξελέγη δήμαρχος Αθηναίων και διετέλεσε μέχρι το τέλος στενός και πιστός συνεργάτης του Ελευθερίου Βενιζέλου, δεν τον εντάσσει στο σχήμα του “οργανικού διανοούμενου”. Ο Εμμανουήλ Μπενάκης συνιστά μία σημαντική προσωπικότητα. Εντούτοις, καθοριστικό ρόλο για την αποτίμηση της προσωπικότητάς του διαδραματίζει η σχέση του με τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Η αστική τάξη της διασποράς στήριξε οικονομικά το Βενιζέλο στην προσπάθειά του για τον αστικό εκσυγχρονισμό της Ελλάδας. Όμως, ούτε ο Μπενάκης ούτε οι υπόλοιποι Έλληνες αστοί της διασποράς ανέλαβαν το ρόλο του “οργανικού διανοούμενου”. Το ρόλο αυτό επιτέλεσαν άλλοι εντός του εθνικού κέντρου. Οι αστοί της διασποράς στήριξαν το Βενιζέλο, γιατί ο τελευταίος επιχείρησε και κατόρθωσε να δημιουργήσει ένα πολιτικό και οικονομικό καθεστώς στην Ελλάδα πρόσφορο στα ταξικά τους συμφέροντα και τις επιδιώξεις. Οι Έλληνες αστοί της διασποράς φιλοδοξούσαν να καταστούν η νέα οικονομική και πολιτική ελίτ της χώρας και ο Βενιζέλος εξυπηρετούσε όσο κανείς άλλος αυτές τις βλέψεις τους. Το δε ευεργετικό έργο των αστών της διασποράς, συμπεριλαμβανομένης και της Αιγύπτου, στο Νεοελληνικό κράτος υπαγορευόταν από την ανάγκη τους να δημιουργήσουν πολιτικά δίκτυα και σχέσεις εξάρτησης. Άλλωστε, ανάμεσα στους Αιγυπτιώτες ευεργέτες βρίσκονται και άλλοι πολλοί, που μετά την εγκατάστασή τους στην Ελλάδα διετέλεσαν δήμαρχοι, υπουργοί, υψηλά στελέχη πολιτικών κομμάτων, που ανέλαβαν ηγετικούς ρόλους.  Βέβαια οι Αμπέτ μπορεί να υποστήριξαν με κεφάλαια το πρωτόγνωρο εκσυγχρονιστικό εγχείρημα της εκπαίδευσης των τυφλών στην Ελλάδα, εντούτοις δεν αξιοποίησαν τον ευεργετικό τους ρόλο για την πολιτική τους ανέλιξη. Στην αντίθετη κατεύθυνση κινήθηκε ο Ιωάννης Αθανασάκης, ευεργέτης του Οίκου Τυφλών και Έλληνας της Αιγύπτου, ο οποίος ερχόμενος στην Ελλάδα υπουργοποιήθηκε επί κυβερνήσεων Βενιζέλου.

Μετάβαση στο περιεχόμενο