ΕΘΝΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΥΦΛΩΝ

Η ιστορία τού Οίκου Τυφλών της Ελλάδος (Μέρος 4ο: Κεφάλαιο Α – 2ο υποκεφάλαιο)

Ιαν 27, 2016 | 'Εργα συναδέλφων (μελέτες), ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ

2ο υποκεφάλαιο: Οι φιλανθρωπικές δράσεις των ελλήνων αστών από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα.

Από τα μέσα του 19ου αιώνα, έλληνες και ομογενείς αστοί επιδόθηκαν συστηματικά σε «αγαθοεργό έργο» και η εμπειρία που είχε συγκεντρωθεί αποτελούσε σημαντική παρακαταθήκη. Αυτός ήταν ένας βασικός λόγος που η ενεργοποίηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας για την ίδρυση του Οίκου Τυφλών θεωρήθηκε η πλέον ενδεδειγμένη λύση. Η ιστορική αναδρομή σε αυτή τη συγκεντρωμένη κοινωνική εμπειρία, πενήντα και πλέον χρόνων, θα μας βοηθήσει να αντιληφθούμε το συγκείμενο στο οποίο εγγράφεται η όλη προσπάθεια της Εταιρείας «Οίκος Τυφλών».

Με σημείο τομής το τέλος του Κριμαϊκού Πολέμου και την εκθρόνιση του Όθωνα, το 1862, άρχισε για το νεοελληνικό κράτος μια νέα περίοδος, που σημαδεύτηκε από τη μέριμνα για οικονομική ανόρθωση στο εσωτερικό της χώρας, αλλά και από την παράλληλη αναζήτηση νέων προσανατολισμών για την επίλυση του εθνικού ζητήματος. Η κυριαρχία τής Μεγάλης Ιδέας και η σύλληψη του οράματος ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει ο φορέας διάδοσης του δυτικού τρόπου ζωής στην Ανατολή, κυριάρχησε στο φαντασιακό των ελλήνων αστών. Σε αυτό το πλαίσιο η παρέμβαση στο εσωτερικό του ίδιου του ελληνικού κράτους, στο μέτρο που αυτό αποτελούσε τον κυρίαρχο πόλο έκφρασης και οργάνωσης της «Μεγάλης Ιδέας», θεωρήθηκε επιτακτική.

Σε αυτό το πλαίσιο, η φιλελευθεροποίηση του Συντάγματος το 1864 και η αναγραφή για πρώτη φορά σε αυτό του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι ώθησε ένα ετερογενές σύνολο ανθρώπων, με μπροστάρηδες τους μορφωμένους αστούς,  να ιδρύσουν -προς τα τέλη της δεκαετίας του 1860- σωματεία, με προθέσεις ιδεολογικής και κοινωνικής παρέμβασης, όπως ο Παρνασσός, ο Βύρων και η Εταιρεία των Φίλων του Λαού, στα πλαίσια και της λεγόμενης «συλλογομανίας» που κυριάρχησε στην ελληνική Ανατολή.  Πλάι σε αυτά, όλο το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, θα εμφανιστούν και άλλα σωματεία με καθαρά φιλανθρωπικό χαρακτήρα, που στόχο έχουν την παρέμβαση στους φτωχούς πληθυσμούς.  

Η αστικοποίηση και η εκβιομηχάνιση της Αθήνας και του Πειραιά, που ξεκινά στο β’ μισό του 19ου αιώνα, είχαν ως αποτέλεσμα να αυξηθεί η φτώχεια και η εξαθλίωση στις δύο πόλεις, ενώ παράλληλα ξεπρόβαλλαν και άλλα ζητήματα, όπως η έκρηξη των επιδημιών, οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης των φτωχότερων στρωμάτων, η αύξηση των αστέγων, των έκθετων, των ορφανών, των επαιτών κ.λπ.  Η παρουσία όλου αυτού του πληθυσμού θεωρήθηκε σοβαρό εμπόδιο στην αναζήτηση, από μέρους των αστικών στρωμάτων, ενός «ευρωπαϊκού» τρόπου ζωής που θα «εξύψωνε» την ελληνική κοινωνία στην τάξη των «πολιτισμένων» κοινωνιών της Δύσης. Έτσι προκρίθηκε από τα αστικά στρώματα η δημιουργία φιλανθρωπικών συλλόγων και εταιρειών και η ανάληψη πρωτοβουλιών για την ίδρυση πολυάριθμων ιδρυμάτων, με στόχο την εξασφάλιση της φυσικής και ηθικής προστασίας των φτωχών.

Η αγωνία για την συμπερίληψη της Ελλάδας «στας πεπολιτισμένας χώρας» θα διατρέξει όλες τις φιλανθρωπικές προσπάθειες του δεύτερου μισού του 19ου αιώνα και θα αγγίξει και τις αντίστοιχες πρωτοβουλίες, των αρχών του 20ου, όπως ο Οίκος Τυφλών. Ταυτόχρονα όλη αυτή η συλλογιστική θα ενισχυθεί από την αίσθηση απειλής για τη δημόσια τάξη, η οποία τροφοδοτούνταν αφενός από τη συνεχή διόγκωση του φτωχού πληθυσμού των πόλεων και την οικονομική κρίση του 1884-1885, αφετέρου από το φάντασμα της κοινωνικής ανατροπής, που μπορεί να έμοιαζε μακρινό στην Ελλάδα, αλλά μεγεθυνόταν στο μυαλό των αστικών στρωμάτων, από τα ανησυχητικά νέα που έφταναν από την Ευρώπη.

Βέβαιο είναι ότι η φιλανθρωπική δραστηριότητα άνθισε στο κενό που άφησε η έλλειψη οποιασδήποτε κρατικής παρέμβασης: οι απόπειρες που έγιναν τα πρώτα μεταεπαναστατικά χρόνια για μείωση της επαιτείας μέσω της καταστολής, η διανομή από το κράτος και τους δήμους ισχνών χρηματικών βοηθημάτων κατά διαστήματα στους ενδεείς αγωνιστές και τις οικογένειές τους, αλλά και οι προσπάθειες από πλευράς δημοσίων αρχών στον τομέα της ιατρικής περίθαλψης των φτωχών της Αθήνας, δεν συνιστούσαν λύση των εντεινόμενων κοινωνικών προβλημάτων, αλλά και των προβληματισμών των αστικών στρωμάτων.

Ωστόσο στην Ελλάδα δεν ακολουθήθηκαν οι ίδιες διαδρομές με την Ευρώπη: Εδώ, η φιλανθρωπία ξεκίνησε καθυστερημένα, όπως είδαμε, στα μέσα του 19ου αιώνα και επέκτεινε τη δράση της και στον 20ό αιώνα. Μάλιστα αξίζει να σημειωθεί ότι, παρά τη θέσπιση κοινωνικών ασφαλίσεων τη δεκαετία του 1930, οι τυφλοί και γενικότερα οι ανάπηροι δεν συμπεριλήφθηκαν στους στόχους της κρατικής παρέμβασης. Ερμηνεύοντας αυτές τις αποκλίσεις έχει υποστηριχθεί «ότι τόσο η φιλανθρωπία όσο και οι θεσμικές αλλαγές μέσω νομοθετικών ρυθμίσεων για την αντιμετώπιση προβλημάτων που δημιουργούσε η αστικοποίηση και η βιομηχανοποίηση αδυνατούσαν να προσεγγίσουν το ευρωπαϊκό πρότυπο λόγω έλλειψης μέσων και πιστώσεων».

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η φιλανθρωπική δραστηριότητα επιχείρησε να καλύψει ολόκληρο σχεδόν το φάσμα της κοινωνικής πρόνοιας. Τα νέα ιδρύματα / σύλλογοι αυτής της περιόδου είχαν πολλαπλούς σκοπούς: διατροφή, περίθαλψη, ανατροφή και εκπαίδευση συγκεκριμένων ομάδων του φτωχού πληθυσμού τής Αθήνας, δίνοντας έμφαση στις γυναίκες και τα παιδιά. Παράλληλα, ως βασικός τους στόχος ορίστηκε η ηθικοποίηση των φτωχών, η μετάδοση των κυρίαρχων κοινωνικών αξιών και συμπεριφορών, προκειμένου να εμποδίσει τη μετατροπή της εξαθλίωσης σε απειλή για την κοινωνική ειρήνη. Μάλιστα, στη δράση τους συνέδραμαν και οι δημόσιες αρχές οι οποίες όχι μόνο δεν αντιτάχθηκαν στην ανάπτυξη αυτής της δραστηριότητας, αλλά -βρισκόμενες οι ίδιες σε αδυναμία να δημιουργήσουν θεσμούς πρόνοιας- προσέφεραν κάθε δυνατή βοήθεια προκειμένου να διευκολυνθεί η εξάπλωσή τους.

Ποια όμως ήταν τα πρόσωπα και οι φορείς που οργάνωσαν, εμψύχωσαν και διαχειρίστηκαν όλη τη φιλανθρωπική δραστηριότητα; Οι δρώντες φιλάνθρωποι αποτελούσαν τμήμα μιας κατηγορίας μορφωμένων ανθρώπων, οι οποίοι είτε κυριαρχούσαν ήδη στο κοινωνικό, πολιτικό, πολιτιστικό στερέωμα της εποχής, είτε επρόκειτο να κυριαρχήσουν σ΄ αυτό τα επόμενα χρόνια. Γιατροί, δικηγόροι, δικαστές, παιδαγωγοί, καθηγητές, δάσκαλοι και δασκάλες, ποιητές και πεζογράφοι θα γίνουν οι πρωταγωνιστές αυτής της δράσης.  Μάλιστα, τα συγγενικά και φιλικά δίκτυα αυτών των στρωμάτων επιστρατεύθηκαν για να στρατολογηθούν μέλη στις φιλανθρωπικές πρωτοβουλίες,  αναπαράγοντας έτσι την κυριαρχία αυτών των στρωμάτων στους φιλανθρωπικούς συλλόγους και τα ιδρύματα. Όπως είδαμε, και στη περίπτωση του Οίκου Τυφλών τα ίδια ακριβώς αστικά στρώματα ενεπλάκησαν στην ίδρυση αλλά και τη διαχείρισή του, ενώ για τη στελέχωση της Εταιρείας τα συγγενικά/φιλικά δίκτυα έπαιξαν σπουδαίο ρόλο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κανένας φιλανθρωπικός σύλλογος, εταιρεία ή ίδρυμα δεν οργανώθηκε με την εποπτεία και καθοδήγηση του κλήρου. Η απουσία αυτή μπορεί να ερμηνεύσει την έκκληση και προτροπή του Κ. Αμάντου το 1923, 70 χρόνια μετά την έκρηξη της φιλανθρωπικής δραστηριότητας στην Ελλάδα, στο βιβλίο με τίτλο Η ελληνική φιλανθρωπία στους μεσαιωνικούς χρόνους, σύμφωνα με την οποία: «Η εκκλησία του Βυζαντίου πρώτη ήσκησεν αποτελεσματικώς το γενναίον έργον της φιλανθρωπίας και ότι επομένως και εις την σημερινήν ελληνικήν εκκλησίαν επιβάλλεται το καθήκον να πράξη, ανεξαρτήτως της πολιτείας, έργα ανάλογα προς τας μεγάλας παραδόσεις της».  Η αδιαφορία αυτή της Εκκλησίας αποδίδεται στην αποστέρησή της από το κράτος τόσο της οργανωτικής της δυνατότητας όσο και των μέσων (οικονομικών και μορφωτικών) που απαιτούνται για το σκοπό αυτό, αλλά και εξαιτίας της προσκόλλησής της στις παραδοσιακές μορφές ελεημοσύνης.

Επίσης, αξίζει να σταθούμε και στο ρόλο της βασιλικής εξουσίας απέναντι στο φιλανθρωπικό έργο: Μέχρι την περίοδο της άνθισης της φιλανθρωπικής δράσης, ο ρόλος της βασιλικής εξουσίας στη συγκρότηση του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας υπήρξε καθοριστικός. Το Βασιλικό Ταμείο αποτέλεσε την κύρια πηγή εκροής φιλανθρωπικού χρήματος προς τους φτωχούς της πρωτεύουσας και το βασιλικό ζεύγος -κυρίως η βασίλισσα- σχεδόν μονοπώλησαν το χώρο της δημόσιας φιλανθρωπίας, ενώ σε αυτή τη φάση διακρίνεται και μια τάση ελέγχου της λειτουργίας των φιλανθρωπικών ιδρυμάτων. Χαρακτηριστική είναι η δραστηριοποίηση της βασίλισσας Αμαλίας για την ίδρυση του οφθαλμιατρείου Αθηνών, που θεμελιώθηκε το 1847 και άρχισε να κτίζεται το 1848 με έρανο της βασίλισσας.

Κατά τη χρονική περίοδο της άνθησης της οργανωμένης φιλανθρωπίας, το ενδιαφέρον της βασιλικής εξουσίας εξακολούθησε να είναι ενεργό, ωστόσο ο ρόλος της περιορίσθηκε κυρίως στην άσκηση υψηλής προστασίας προς το σύνολο σχεδόν των ιδρυμάτων, συλλόγων και εταιρειών.  Όπως θα δούμε παρακάτω και ο Οίκος Τυφλών τέθηκε υπό την υψηλή προστασία της πριγκίπισσας Μαρίας.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η φιλανθρωπία δεν αποτέλεσε αποκλειστικό προνόμιο των πλούσιων αντρών αστών, αλλά και νόμιμο πεδίο δράσης για τις γυναίκες των αστικών στρωμάτων, κάτι που μοιάζει καταρχήν παράδοξο, καθώς αυτές αποκλείονταν από το δημόσιο χώρο. Ωστόσο η ανάδυση του νέου κοινωνικού ιδεώδους για τις γυναίκες, από τα μέσα του 19ου αιώνα, άλλαξε τα δεδομένα: Η εξιδανίκευση και αυτονόμηση του οικιακού χώρου, το ολοένα αυξανόμενο ενδιαφέρον για το παιδί και την ανατροφή του, διαμόρφωσαν ένα οικιακό ιδεώδες για τις γυναίκες, σύμφωνα με το οποίο αυτές ενσάρκωναν τις αξίες της αγάπης, της ανιδιοτέλειας, της καλοσύνης, χάρη στη φυσική τους ιδιότητα -τη μητρότητα. Παράλληλα η μητρότητα ανάχθηκε σε ένα είδος κοινωνικής αποστολής για τη σωτηρία του έθνους.  Η μορφή της μητέρας-παιδαγωγού προλείανε το έδαφος για την ανάδυση της γυναίκας-φιλανθρώπου.

Οι αναμορφωτικές και ψυχοσωτήριες ιδιότητες που αποδόθηκαν στην μητρότητα και τον οικιακό ρόλο των γυναικών λειτούργησαν νομιμοποιητικά για την ανάληψη φιλανθρωπικής δράσης από αυτές. Η ίδρυση του Ορφανοτροφείου κοριτσιών «Αμαλίειον», το 1855, από τη «Φιλανθρωπική Εταιρία Κυριών» υπήρξε η πρώτη σημαντική πρωτοβουλία που εγκαινίασε τη φιλανθρωπική δράση των γυναικών.  Από τη δεκαετία του 1870 ξεκινούν πλήθος γυναικείων φιλανθρωπικών δράσεων που φτάνουν στο απόγειό τους στις αρχές του 20ού αιώνα. Συσσίτια, ορφανοτροφεία, φτωχοκομεία, καμπάνιες αναμόρφωσης του σωφρονιστικού συστήματος, επαγγελματικές σχολές, ήταν μερικές από τις δράσεις τους.  Παράλληλα νομιμοποιήθηκε και η συμμετοχή τους σε συλλόγους και εταιρείες που δεν ήταν αμιγώς γυναικείες.

Σε αυτές τις δραστηριότητες, οι γυναίκες διέθεσαν χρόνο και χρήμα, επιστράτευσαν τους κύκλους των γνωριμιών τους και ήρθαν σε επαφή με ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού, συμμετείχαν σε διοικητικά συμβούλια και απέκτησαν οργανωτικές δεξιότητες. Με τη δράση τους αυτή αμφισβήτησαν την εδραιωμένη αντίληψη ότι η συμμετοχή στο δημόσιο χώρο είναι ανδρικό προνόμιο, μετατράπηκαν έτσι σε ενεργές πολίτιδες  και αντιστάθμισαν σε ένα βαθμό τον αποκλεισμό τους από την πολιτική.

Αξίζει να σταθούμε, όμως και να δούμε ποιες γυναίκες πλαισίωσαν την φιλανθρωπική δράση: επρόκειτο για πλούσιες μεγαλοαστές με κεφάλαια, αλλά και από μεσοαστικά στρώματα, διανοούμενες και δημόσιοι υπάλληλοι. Ήταν γνωστές κυρίες που ο οικογενειακός πλούτος και η δημόσια παρουσία αρσενικών μελών της οικογένειάς τους ήταν ιδιαίτερα ισχυρή, αλλά και γυναίκες που είχαν αναγνωρισιμότητα εξαιτίας της αυτόνομης (επαγγελματικής, επιστημονικής) δράσης τους.

Οι παραπάνω κατευθύνσεις για τη γυναικεία συμμετοχή στους συλλόγους ακολουθήθηκαν και στην Εταιρεία Οίκος Τυφλών. Σε αυτό το πλαίσιο, 8 γυναίκες υπέγραψαν το καταστατικό? μεταξύ αυτών ήταν: η Μαίρη Δροσίνη (γυναίκα του Γ. Δροσίνη), η Ελεονόρα Σκένδερ και η Χαρίκλεια Σταθάτου, (κόρη και γυναίκα του εφοπλιστή Κωνσταντίνου Α. Σταθάτου), η Λουίζα Ριανκούρ (γαλλίδα κόμισα), η Καλλιρόη Παρρέν (μεγαλοαστή, λόγια, εκδότρια της Εφημερίδος των Κυριών, με έντονη φεμινιστική δράση), η Ευφρ(ασία) Θ. Κετσέα (συνεργάτιδα της Εστίας και γυναίκα του ανώτατου δημοσίου υπαλλήλου), η Μπέσσυ Μάσσωνος (διευθύντρια του γνωστού παρθεναγωγείου Χιλλ) και η Αικατερίνη Λασκαρίδου (παιδαγωγός και ιδρύτρια του Ελληνικού Παρθεναγωγείου).

Η συμμετοχή των γυναικών στη διοίκηση του Οίκου Τυφλών -έστω και επικουρικά- θεσμοθετείται και με την ίδρυση κοσμητείας, που λειτούργησε μέχρι το 1938, στην οποία συμμετείχαν αποκλειστικά γυναίκες. Ενδεικτικά αναφέρουμε ορισμένες συμμετέχουσες: η Ελ. Ν. Μαυροκορδάρτου (σύζυγος του πολιτικού και υπουργού Νικόλαου Μαυροκορδάτου), η Ιουλία Γ. Στρέιτ (σύζυγος του Γεώργιου Στρέιτ, νομικού, καθηγητή πανεπιστημίου και πολιτικού), η Ευδοκία Σαριπόλου (ανιψιά του Βικέλα και γυναίκα του διακεκριμένου νομικού Ν. Σαριπόλου). Στην κοσμητεία συμμετέχουν κυρίως εύπορες αστές και όχι διανοούμενες, προερχόμενες από μεσαία στρώματα. Παρόλα αυτά, δεν είναι τυχαίο ότι τη διεύθυνση του Οίκου Τυφλών, ανέλαβε και διατήρησε μέχρι το 1936, η Ειρήνη Λασκαρίδου,  η οποία, όπως και η μητέρα της, ανήκε σε μια ομάδα δυναμικών εκπαιδευτικών των αρχών του 20ού αιώνα που έλαβαν ανώτερη μόρφωση στην Ελλάδα και το εξωτερικό και ανέλαβαν διευθυντικές θέσεις, προάγοντας το ιδεώδες του επαγγελματισμού.

Πάντως μετά την κατάργηση της κοσμητείας, η γυναικεία παρουσία στη διοίκηση παραμένει, μέχρι το τέλος της ύπαρξης του Οίκου Τυφλών, αποκτώντας μάλλον πιο ισότιμο ρόλο, αν και οι γυναίκες του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ.) δεν καταλαμβάνουν ποτέ θέσεις προέδρου, γραμματέως, ταμία κλπ. Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι από τη δεκαετία του 1960 οι γυναίκες στο Δ.Σ. περιορίζονται, και οι πλούσιες αστές μειώνονται δραστικά. Ωστόσο η θέση της διευθύντριας δεν παύει ποτέ να καταλαμβάνεται από γυναίκες.