ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΑΝΑΠΗΡΙΑ ΚΑΙ ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΑ (18ος-20ός αιώνας)
1ο υποκεφάλαιο: Αστική τάξη και φιλανθρωπία.
Η διάλυση της φεουδαρχικής κοινωνίας και η εμφάνιση του σύγχρονου κόσμου προκάλεσε αρκετές αλλαγές στη ζωή των φτωχών, των αναπήρων κ.λπ. Κατά τον 16ο αιώνα άρχισε να διαδίδεται η αντίληψη ότι οι φτωχοί αποτελούσαν δημόσιο κίνδυνο. Στην Αγγλία π.χ. η ψήφιση του περιβόητου ελισαβετιανού Νόμου για τους Φτωχούς είχε σαν συνέπεια όχι μόνο να στερείται ο φτωχός των αδελφικών συντεχνιών του, αλλά και να εξαρτάται από τις πρωτοβουλίες μιας κοινωνίας που ήταν στην καλύτερη περίπτωση αδιάφορη και συχνά σκληρή στην αντιμετώπιση των φτωχών αλλά και των ατόμων με αναπηρίες. Με την εξάπλωση του Προτεσταντισμού, ένα μεγάλο μέρος της φιλανθρωπίας που παρεχόταν πρωτύτερα από την εκκλησία, αντικαταστάθηκε από την ιδιωτική πρωτοβουλία.
Σε αυτή τη φάση, σχεδόν σε όλη την Ευρώπη διαγράφεται η τάση απογραφής της φτώχειας και παροχής οργανωμένης πλέον βοήθειας προς τους φτωχούς και διάθεσης συνδρομής προς τους ανίκανους να εργασθούν μέσα από ένα συγκεντρωτικό σύστημα. Παράλληλα, τα ήδη υπάρχοντα ιδρύματα (νοσοκομεία κ.λπ.), που στην πλειοψηφία τους βρίσκονταν κάτω από τη διοίκηση της εκκλησίας, πέρασαν στον έλεγχο των ιδιωτών. Επιβλήθηκαν υποχρεωτικοί φόροι υπέρ των φτωχών, απαγορεύτηκε η επαιτεία και οι άνεργοι υποχρεώνονταν να εργασθούν σε δημόσια έργα. Κατά τον 17ο αιώνα, αναπτύχθηκε σ΄ όλες σχεδόν τις ευρωπαϊκές χώρες η ιδέα της απομάκρυνσης ή του διαχωρισμού των φτωχών από την κοινωνία. Πρόκειται για μια κίνηση γνωστή ως «μεγάλο εγκλεισμό» των φτωχών και αποκλινόντων ατόμων ή ομάδων σε ιδρύματα που λειτουργούσαν ταυτόχρονα ως φυλακές, νοσοκομεία και χώροι εργασίας.
Ο 18ος αιώνας προσέδωσε νέο περιεχόμενο στη φιλανθρωπία. Στην ορολογία του διαφωτισμού οι όροι «φιλανθρωπία» και «αγαθοεργία» (bienfaisance) εξέφραζαν ιδιότητες και αρετές που αντλούσαν την προέλευσή τους από την κοινωνία και βρίσκονταν σε αντίθεση με την παραδοσιακή έννοια της χριστιανικής ελεημοσύνης. Η οριστική απόρριψη των θεολογικών εξηγήσεων για τη φτώχεια, η αναγνώρισή της ως κοινωνικό πρόβλημα που έχει οικονομικές και κοινωνικές αιτίες, η υπονόμευση των προηγούμενων τρόπων διαχείρισής της -οι οποίοι θεωρήθηκε ότι ενθαρρύνουν την αεργία- αποτέλεσαν τα βασικά κίνητρα για την ανάληψη φιλανθρωπικής δράσης από τους αστούς. Παράλληλα, οι φτωχοί διαιρέθηκαν σε δύο κατηγορίες: αυτούς που χρήζουν βοήθειας και όσους ήταν ανάξιοι συνδρομής. Έτσι, οι ανάπηροι, οι πάσχοντες από σωματική ή ψυχική «βλάβη», η οποία τους καθιστά ανίκανους προς εργασία, θεωρήθηκαν «άξιοι» αποδέκτες της φιλανθρωπίας.
Η αστικοποίηση και εκβιομηχάνιση στη διάρκεια του 19ου αιώνα δημιούργησε κοινωνικούς φόβους στις ανώτερες τάξεις. Μια σειρά από ζητήματα, όπως οι επιδημίες, οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης των φτωχότερων στρωμάτων στις πόλεις, η αύξηση των αστέγων, των έκθετων, των ορφανών, των επαιτών κ.λπ. δεν άφησαν ασυγκίνητους τους αστούς, που μέσα από φιλανθρωπικούς συλλόγους και δημοτικά συμβούλια προσπάθησαν να επιβάλλουν τα οράματα του πολιτισμού που τους διέπνεε. Η έλλειψη προνοιακών δομών τούς κινητοποίησε για την επίλυση αυτών των προβλημάτων. Δήμοι και ομάδες πολιτών δραστηριοποιήθηκαν για την εκτέλεση έργων δημόσιας υγείας, αλλά ανέλαβαν και δραστηριότητες για τη μόρφωση, την περίθαλψη, την ηθική βελτίωση των κατώτερων τάξεων (ορφανοτροφεία, εργαστήρια απόρων γυναικών κλπ).
Στην Ευρώπη, η φιλανθρωπία, με τη μορφή της αγαθοεργίας, ίσχυσε ως κυρίαρχο σύστημα κοινωνικής προστασίας μέχρι το τέλος περίπου του 19ου αιώνα, αφορώντας εκτός από τους φτωχούς πληθυσμούς και τους αναπήρους, η εκπαίδευση και αποκατάσταση των οποίων θεωρήθηκε υποχρέωση των αστών φιλανθρώπων. Από τις αρχές του 20ου αιώνα εμφανίσθηκαν νέες μορφές ικανοποίησης των προνοιακών αναγκών (π.χ. κοινωνικές ασφαλίσεις). Ωστόσο αν και σταδιακά το κράτος συνέδραμε, αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες, η ιδιωτική πρωτοβουλία δεν εξαλείφθηκε.
Οι χώρες της Ευρώπης αποτελούσαν το πρότυπο των ελλήνων αστών. Η αντίστοιχη ευρωπαϊκή εμπειρία, έσπρωξε τους έλληνες αστούς φιλανθρώπους, που ασπάζονταν το όραμα του εξευρωπαϊσμού, να αναλάβουν οι ίδιοι αντίστοιχες δράσεις, προωθώντας τον εκσυγχρονισμό της χώρας. «Για αυτά που αφήνονται στην τύχη από το κράτος πρέπει να φροντίσει η ιδιωτική πρωτοβουλία» ανέφερε ο Γ. Δροσίνης.